BOOKLOVER.B : Η ελπίδα μοιάζει σαν…

Η κοπέλα κοίταξε το είδωλο της στον καθρέφτη.
Μάτια πράσινα αποφασιστικά με μακριές μαύρες βλεφαρίδες και χείλη σφιγμένα, πιεσμένα μεταξύ τους τόσο που είχε εξαφανιστεί το ροζ χρώμα δίνοντας την θέση του στο λευκό. Τα χέρια της σφιγμένα σε δύο γροθιές, κάποτε λευκές που είχαν χαραχθεί από τα σκληρά γρατζουνίσματα των κλαδιών των δέντρων και είχαν μαυρίσει από τον ήλιο ολημερίς το καλοκαίρι στα χωράφια μα και τις αρχές του φθινοπώρου.
  Ένιωθε να ασφυκτιά μέσα στο δωμάτιο της με το στήθος της να φουσκώνει παλεύοντας να πάρει ανάσες παρά το γεγονός ότι ο ψυχρός αέρας του φθινοπώρου έμπαινε από το παράθυρο ταράζοντας τις κουρτίνες. Δεν ήξερε τι τις έφταιγε.
  Ήταν άραγε η πίεση που βίωνε μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου της βαμμένο σε ένα γλυκό ροζ χρώμα καθώς είχε αποτύχει παταγωδώς στην τελευταία της εξεταστική? Ήταν η λαχτάρα να ξαναβρεθεί στα μέρη που η ψυχή της γαλήνευε, στην μικρή πόλη που σπούδαζε μαζί με τους φίλους της, μέσα στα αμφιθέατρα που παρακολουθούσε τα μαθήματα της με προσήλωση ? Ή μήπως ήταν ο φόβος της, αυτό το ύπουλο συναίσθημα μην δεν τυχόν και την πάνε στο σταθμό του τρένου ως εκδίκηση επειδή δεν ήταν ιδιαίτερα ενεργή στις καθημερινές εργασίες του σπιτιού, επειδή δεν της μιλούσαν πια οι γονείς της, στην μητέρα της έλεγε ««καλημέρα»» και εκείνη ούτε που της απαντούσε μόνο την προσπερνούσε σκυθρωπή ενώ ο πατέρας της μονίμως κλεισμένος στον εαυτό του, με το ζόρι την χαιρετούσε.
  Μωρέ, ας έφευγε την Κυριακή να πάει στο διαμέρισμα που της νοίκιαζαν οι γονείς της, να ανασάνει επιτέλους λεύτερη και ας έκαναν ό, τι ήθελαν οι άλλοι… Η σκέψη όμως ότι οι γονείς της ήθελαν περισσότερο από την ίδια να σπουδάσει, την παρηγορούσε κάνοντας την να αφήσει ένα πικρό χαμόγελο. Κάθε φορά πριν φύγει, την ίδια προσευχή έκανε, να βρεθεί στην πόλη της, την Κυριακή…
  Είχε βαρεθεί πια, η ψυχή της λαχταρούσε κάτι καινούργιο, λαχταρούσε να τελειώσει με την σχολή της, να κάνει το μεταπτυχιακό της, να δουλέψει, να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Όμως, για να γίνουν όλα αυτά απαιτούσαν πολύ χρόνο και το κυριότερο πολλά πάρα πολλά χρήματα. Και εκείνη δεν είχε σκοπό να πάει να γίνει σερβιτόρα, να κουράζεται, να είναι όρθια πολλές ώρες και ο μισθός να μην της φθάνει ούτε να αγοράσει τα βασικά πράγματα από το σούπερ μάρκετ πόσω μάλλον να πληρώνει ένα διαμέρισμα με 300 ευρώ ενοίκιο. Ετσι, αναγκαστικά συμβιβαζόταν μέχρι να βρεθεί ένας τρόπος να πατήσει μόνη της στα πόδια της.
  Εκείνη την στιγμή, ακούστηκε η ειδοποίηση του κινητού της. Συγκράτησε με κόπο μια κραυγή χαράς καθώς είχαν δει το βιογραφικό, είχαν εγκρίνει το κείμενο της που τους είχε στείλει την προηγούμενη βδομάδα μέσω μέιλ και πλέον αποτελούσε ενεργό μέλος ενός διαδικτυακού περιοδικού! Ο ενθουσιασμός κατέλαβε κάθε κύτταρο του κορμιού της με την ιδια να κοίτα για τελευταία φορά τον καθρέπτη με την διάθεση της να έχει μεταβληθεί και ύστερα απομακρύνθηκε και κάθισε επάνω στην περιστρεφόμενη μαύρη καρέκλα γραφείου.
 Ένιωθε ήδη πολύ καλύτερα καθώς πάλευε να σκέφτεται κάτι θετικό κάθε ώρα της ημέρας για να μην την οδηγήσει η μελαγχολία στα Τάρταρα και αυτή η ευκαιρία της έδωσε καινούργιο αέρα, καινούργια ελπίδα.
 Η πόρτα από έξω χτύπησε, ένας απαλός χτύπος πάνω στο ξύλο το πιθανότερο να ήταν ο μικρός της αδελφός που μάλλον έκανε κάποια φάρσα καθώς μετά άκουσε βιαστικά τρεχαλητά να απομακρύνονται από το δωμάτιο της μαζί με ένα παιδικό σκανταλιάρικο γέλιο. Στο γειτονικό σπίτι, μια γιαγιά φώναζε στα ζωηρά της εγγόνια και μια μέλισσα προσπαθούσε να μπει μέσα στο δωμάτιο μέσα από την σίτα. Όμως, τίποτε δεν ήταν ικανό να περισπάσει την προσοχή της τώρα που βρήκε ένα σκοπό.
   Με καινούργια διάθεση πήρε στυλό και μια κόλλα Α4 με τις γράμματα της, όμορφα και μικρά να έχουν γεμίσει σε μια ώρα το κάποτε λευκό χαρτί. Ο ήλιος κατάφερε να διαπεράσει τα πυκνά άσπρα σύννεφα και να ρίξει για λίγες στιγμές το χρυσό του φως μέσα από το ανοιχτό παράθυρο.
 Ήταν η επιβεβαίωση ότι η ελπίδα όντως υπάρχει και πάντα θα βρίσκει ένα μικρό παράθυρο να τρυπώνει ακόμη και τις πιο δύσκολες ημέρες.
*************************************************************
Voula Gkemisi
Η Γκεμίση Βούλα κατάγεται από την Καλαμπάκα Τρικάλων. Μεγάλωσε και ζει μόνιμα στη Σητεία Κρήτης. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά την ενασχόληση της με τη συγγραφή μέσα από διαφορετικές κατηγορίες ιστοριών. Οι ιστορίες της αγαπήθηκαν πολύ γρήγορα από το κοινό και το πρώτο έντυπο βιβλίο της έρχεται με τίτλο «Λίγο Σεξ Ακόμη, Παρακαλώ!». Ακολουθεί το δεύτερο σε σειρά έντυπο βιβλίο της με τίτλο «Το Μυστικό Ενός Αγγέλου», μία σειρά από e-books, καθώς και δωρεάν διαθέσιμα μυθιστορήματα, διηγήματα & Short Stories.