ΠΛΗΡΩΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ! Διάβασε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου

~ ΠΛΗΡΩΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ ~

Πριν ξεκινήσεις αυτή την ιστορία ίσως να είναι σημαντικό να δεις το book trailer και αν το κρίνεις απαραίτητο να το κοινοποιήσεις σε κάποιο από τα social προφίλ σου ή να αφήσεις ένα μήνυμα κάτω στα σχόλια. 

Το βίντεο περνάει ένα βασικό μήνυμα κατά της βίας των γυναικών και όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουμε την γραμμή SOS – Εκατομμύρια γυναίκες εκεί έξω ή μέσα στα σπίτια τους πέφτουν καθημερινά θύματα σωματικής ή σεξουαλικής βίας.

Περίληψη:

Δεν είναι όλα τα όνειρα ανεκτίμητης αξίας. Για κάποια το τίμημα είναι πολύ ακριβό.

Τρεις διαφορετικές ιστορίες. Ένας συνδετικός κρίκος.

Η Μαριάννα εγκαταλείπει την σχολή της κρυφά από τους γονείς της αναζητώντας την μεγάλη ζωή μέσα σε χάρτινα όνειρα. Οι υποσχέσεις που έρχονται στο δρόμο της δεν είναι ποτέ αρκετές για να της φέρουν όλα όσα επιθυμεί να πραγματοποιήσει.

Η Μάρθα είναι ακόμα πολύ νέα για να πάψει να ελπίζει. Χάνεται μέσα στα παιχνίδια του μυαλού της αναζητώντας απαντήσεις για μια λάθος επιλογή. Μουσκεύει τα όνειρα της με δειλία και η σιωπή μένει αλώβητη στο πέρασμα όλων αυτών των χρόνων καταπίνοντας τα πάντα.

Η Άννα – Μαρία ζει με αναμνήσεις. Από εκείνες που έχουν την τάση να δικαιολογούν τα πάντα. Πίσω από τα δικά της όνειρα ακροβατεί μονάχα ένα τεράστιο «γιατί». Πώς να ισορροπήσει όταν τα πόδια της μοιάζουν ανήμπορα πια να σταθούν μπροστά στις δυσκολίες της ζωής;

Ο έρωτας. Έχει πολλές εκδοχές που δύσκολα μπορείς να τις αντικρίσεις.

“Το βιβλίο είναι ακατάλληλο για ανήλικους”

*

Απαγορεύεται αυστηρά η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου σε οποιαδήποτε μορφή χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη ή του συγγραφέα.

Διάβασε τα πρώτα κεφάλαια της ιστορίας μόνο στο makestorytelling:

«ΜΑΡΙΑΝΝΑ»

 

Κεφάλαιο 1

 

Η νύχτα απόψε άφηνε την αίσθηση της έντονης υγρασίας. Κολλούσε επάνω στο δέρμα και δημιουργούσε συναισθήματα δυσφορίας. Βημάτισε γοργά θέλοντας να αποδεσμευτεί από την σκέψη ότι σε λίγο θα ήταν η αφορμή που θα χαλούσε κάθε ψεγάδι περιποίησης που έχτιζε μηχανικά από το απόγευμα επάνω της. Φτάνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας, ψαχούλευε αργά μέσα στην τσάντα της αναζητώντας το κινητό της. Πάτησε την οθόνη της πλησιάζοντας το κινητό κοντά και έτεινε το δάχτυλό της προς τα ονόματα των κουδουνιών, επιβεβαιώνοντας μέσα της το όνομά του με τη δική του φωνή που της υπενθύμιζε το επίθετό του.

Δευτερόλεπτα αργότερα, τράβηξε το δάχτυλό της από το κουδούνι και κατευθύνθηκε στη πόρτα όπου ο ήχος της την καλούσε επίμονα για να ανοίξει. Το απόλυτο σκοτάδι απλώθηκε μπροστά της. Μόνο λίγο αχνό φως φεγγοβολούσε προς τη μεριά της σκάλας όπου έμοιαζε να την καθοδηγεί. Παίρνοντας μία βαθιά αναπνοή, λύγισε αργά τον κορμό της, αφήνοντας το ένα της χέρι να φτάσει μέχρι τις άκρες των ποδιών της. Κράτησε τις γόβες σφιχτά μέσα στη παλάμη της. Πατώντας στις μύτες, βημάτισε νοερά λικνίζοντας το καλοσχηματισμένο κορμί της, ανεβαίνοντας ένα ένα τα σκαλιά. Μία κίνηση που πρόδιδε τη σκιά της φιγούρας της να μοιάζει με κινούμενο στόχο όσο απομακρυνόταν από το ασθενικό φως.

Είχαν περάσει μήνες. Δεν είναι ότι δεν είχε συνηθίσει πια. Απλά πίσω από την αυτοπεποίθηση και την φρεσκάδα της νιότης της που κουβαλούσε, πάντα επικρατούσε μία ισχυρή δεύτερη σκέψη για την τροπή που είχε πάρει η εξέλιξη της ζωής της. Πάντα εκείνη η δεύτερη σκέψη ήταν ικανή να την βυθίσει μέσα σε δευτερόλεπτα στο απόλυτο κενό, αφήνοντας το βλέμμα της μετέωρο να ατενίζει το πουθενά. Εκείνη η χρονική διάρκεια των δευτερολέπτων δεν ήταν ποτέ αρκετή να της σκεπάσει την πραγματικότητα και όμως, αυτή η πραγματικότητα ήταν η ζωή της.

Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι παραμένοντας μπροστά από το ανοιχτό παράθυρο. Με το χέρι της ψηλάφισε για λίγο το δεξί της μάγουλο και έπειτα έκλεισε ξανά τα μάτια της θέλοντας να αφεθεί σε εκείνο το σημάδι που έμοιαζε με καλοσχηματισμένη ουλή. Το σημάδι αυτό, χωρίς ποτέ να χρειαστεί να το κοιτάξει σε καθρέφτη, το γνώριζε με όλες τις λεπτομέρειές του. Σπιθαμή προς σπιθαμή είχε στοιχειώσει το μυαλό της. Ήταν μία περίοδο της ζωής της που ζούσε έντονα τον φόβο. Πως ήταν δυνατόν να το ξεχάσει τόσο εύκολα; Γύρισε το βλέμμα της αναζητώντας με τα μάτια της το κομοδίνο και λίγο αργότερα αποτραβήχτηκε από τις σκιές του μυαλού της κλείνοντας μέσα στη χούφτα της τα πενηντάευρα όλο ικανοποίηση.

«Σε δέκα λεπτά να έχεις εξαφανιστεί. Θα πεταχτώ μέχρι το περίπτερο να πάρω τσιγάρα».

Το μυαλό της γέμιζε από χιλιάδες εντολές μα εκείνη τη νύχτα έμοιαζε να γνωρίζει κάθε λέξη και πρόθεση. Δεν είχε τίποτα το διαφορετικό εκείνη η νύχτα. Ντύθηκε σχεδόν αμέσως και γυρνώντας το χερούλι της εξώπορτας, άφησε ένα τελευταίο κενό βλέμμα να πέσει πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια του κρεβατιού. «Είσαι πολύ νέα και όμορφη και έχεις όλο τον χρόνο να κατακτήσεις τον κόσμο»ψέλλισε μία γνώριμη αντρική φωνή μέσα της και διατήρησε έναν σφιχτό κόμπο στο σημείο του λαιμού της, θέλοντας να εμποδίσει τα δάκρυά της να βρουν δρόμο προς τη δική τους λύτρωση.

«Ελεύθερος;» Ο άντρας κατέβασε το τζάμι του αυτοκινήτου του κοιτάζοντάς την όλο νόημα από πάνω μέχρι κάτω.

«Παντρεμένος. Αλλά για εσένα χωρίζω κουκλάρα μου!»

Του χαμογέλασε αντί γι’ απάντηση και έπειτα, άνοιξε την πόρτα από τη πίσω μεριά. Μέσα από τον καθρέφτη η Μαριάννα αντάλλαξε μερικές ματιές με τον ταξιτζή.

«Στις διαταγές σας» συνέχισε με τον τόνο της φωνή του να χαμηλώνει όλο και πιο αργά. Έβγαλε ένα χαρτάκι από την τσάντα της, του το έδωσε και εκείνος το έκλεισε στην παλάμη του. Διάβασε τη διεύθυνση. Αμέσως την ξανά κοίταξε από τον καθρέφτη ανέκφραστος. «Εδώ δίπλα είναι αυτή η βίλα. Δε θα αργήσουμε».

Λίγο πριν βάλει μπρος, γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω κοιτάζοντάς την εξονυχιστικά. Το βλέμμα του την διαπέρασε. Και παρά το ότι τα αντρικά βλέμματα επάνω στο μισόγυμνο κορμί της έμοιαζαν πια να αγγίζουν όλο και περισσότερο την καθημερινότητά της, το βλέμμα του ταξιτζή έμοιαζε διαφορετικό. Τόσο, που της κέντρισε το ενδιαφέρον για λίγο.

«Μπορώ;» ρώτησε επιδεικνύοντας το πακέτο με τα τσιγάρα της μέσα από τον καθρέφτη, κουνώντας το παιχνιδιάρικα. Ο ταξιτζής ένευσε θετικά και λίγο πριν ανάψει το φλας για να στρίψει δεξιά, έμοιαζε να ξεστομίζει κάτι που ήθελε να τη ρωτήσει από την πρώτη στιγμή. Εκείνη άναψε τελικά εκείνο το τσιγάρο που τόσο λαχταρούσε ώρα τώρα.

«Πόσο χρονών είσαι;»

«Εικοσιένα». Ο τόνος της φωνής της έμοιαζε αδιάφορος για το κήρυγμα που υποψιαζόταν ότι θα ακολουθούσε. Άλλωστε ο ταξιτζής είχε την ηλικία του «πατέρα» της.

«Σε αυτή τη βίλα,πας πρώτη φορά;»

Καμία απάντηση. Μέχρι που το αμάξι σταμάτησε ακριβώς απ’ έξω και ο ταξιτζής την κοίταξε στα μάτια μέσα από το λιγοστό φως που έλουζε το πρόσωπό της την ώρα που της έδινε τα ρέστα. «Να προσέχεις. Είσαι πολύ μικρή και…»

«Όμορφη» απάντησε εκείνη ειρωνικά αιφνιδιάζοντάς τον, θέλοντας να τον προλάβει. Για μια στιγμή κράτησε την αναπνοή της κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα μάτια του. Το βλέμμα της τρεμόπαιξε σαν να αναζητούσε προστασία μέσα σε εκείνα τα δευτερόλεπτα. Του χαμογέλασε ζεστά φυσώντας αργά τον καπνό από το στόμα της προς το μέρος του. Τον κοίταξε κάπως προκλητικά αλλά αβέβαια. Γρήγορα έκλεισε δυνατά την πόρτα από το ταξί πίσω της σαν να προσπαθούσε να απομακρύνει με όποιο τρόπο εκείνο το πατρικό κήρυγμα που της τσάκιζε κάθε συναίσθημα.

Στάθηκε έξω από την βίλα τη στιγμή που ο ταξιτζής απομακρύνθηκε. Γύρισε το κεφάλι της αφήνοντας τις σκέψεις της να χαθούν πάνω στις κίτρινες λεπτομέρειες του αυτοκινήτου, την στιγμή που χανόταν στην στροφή του δρόμου. Έστρωσε με το ένα της χέρι την στενή φούστα της και σχεδόν αμέσως αναζήτησε το κραγιόν της περνώντας το απαλά πάνω από τα πλούσια χείλη της.

Την στιγμή που η τεράστια ξύλινη πόρτα με τις σκαλιστές λεπτομέρειες άνοιξε διάπλατα από τον οικονόμο του σπιτιού, η Μαριάννα έτριβε νευρικά τις παλάμες των χεριών της πετώντας το τσιγάρο δίπλα της. Ένιωθε την θερμοκρασία του σώματός της να ανεβαίνει σταδιακά όση ώρα η προσμονή έμοιαζε με ότι πιο βασανιστικό από την ώρα που είχε πατήσει το κουδούνι μπροστά από την σιδερένια πόρτα της προσεγμένης αυλής. Ο φρουρός ασφαλείας την κατεύθυνε προς την κεντρική είσοδο στο εσωτερικό του σπιτιού και εκείνη ένιωθε την αναπνοή της να κόβεται σε κάθε της βήμα. Την τρόμαζε η επιβλητικότητα και η ηρεμία εκείνου του κτιρίου που έμοιαζε θεόρατο στα μάτια της.

«Περάστε». Η φωνή του οικονόμου έμοιαζε λεπτεπίλεπτη, πράγμα που ταίριαζε απόλυτα με τις κινήσεις του. Γρήγορα την έκανε να επανέλθει στη πραγματικότητα. Ο οικονόμος έτεινε το χέρι του σαν να την πρόσταζε βουβά να περάσει το κοντό παλτό της ακουμπώντας το επάνω του. Το βλέμμα του όμως δε συνάντησε το δικό της όταν τον κοίταξε επίμονα για μερικές στιγμές, προσπαθώντας να μαντέψει τις προθέσεις του.

Η πολυτέλεια γύρω της της έκοβε την αναπνοή τη στιγμή που έβγαζε το παλτό της αφήνοντας το επάνω στο χέρι του τελικά. Το άρωμα αυτού του ανθρώπου που έδειχνε σκελετωμένος ακόμα και στα πιο έντονα χαρακτηριστικά του προσώπου του, την έκανε να ανατριχιάσει. Μία χαρακτηριστική μυρωδιά με βαρύ τόνο λεβάντας. Δεν ταίριαζε καθόλου σε έναν ψηλό, αδύνατο άντρα με αυτό τον χαρακτηριστικό, σκληρό αλλά λεπτό τόνο στη φωνή και το βλέμμα του.

«Ο κύριος θα σας συναντήσει σε είκοσι λεπτά στο σκοτεινό δωμάτιο» αποκρίθηκε ακόμα πιο ψυχρά ενώ το παγερό, ανοιχτόχρωμο βλέμμα του κοίταζε ευθεία μπροστά της σαν να μην της απεύθυνε το λόγο. Απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια, πράγμα που δε μπορούσε να ερμηνεύσει μέσα στην απειρία της. Αρκέστηκε στο να ξεροκαταπιεί και να τον ακολουθήσει αργά, όταν έστριψε απότομα τον κορμό του για να την καθοδηγήσει. Τα βήματά του έπεφταν επιβλητικά επάνω στο πλακάκι και ένας ήχος που έμοιαζε με έντονο σφυροκόπημα έκανε τα αυτιά της πολύ σύντομα να βουίζουν. Η διαδρομή της φάνηκε αιώνας επειδή ήδη προσπερνούσαν το ένα δωμάτιο μετά το άλλο. Όλες οι πόρτες ήταν κλειστές και οι διάδρομοι σκοτεινοί και παγωμένοι, με ελάχιστο φως από κάποια σκόρπια αναμμένα κεριά μέσα στο χώρο.

Στάθηκε μπροστά από μία μαύρη πόρτα. Τον είδε να εντοπίζει μέσα από το γιλέκο του ένα χοντρό σκοινί που έμοιαζε με μπρελόκ από κόμπους. Τοποθέτησε το κλειδί αργά μέσα στην εσοχή της κλειδαρότρυπας. Έκανε μία κίνηση ρυθμικά τρεις φορές πιάνοντας το στρογγυλό πόμολο και το γύρισε απαλά σπρώχνοντας ελαφρά την πόρτα προς τα μέσα. Ανοίγοντάς την διάπλατα, το μόνο που επικρατούσε ήταν το απόλυτο σκοτάδι.

«Πρώτη φορά μας επισκέπτεστε. Καλό θα είναι να σας καθοδηγήσω μέχρι να έρθει ο κύριος. Θα περάσετε μέσα και αφού κλείσω την πόρτα, θα παραμείνετε στο σκοτάδι μέχρι να έρθει η στιγμή που θα πρέπει να εκτελέσετε το σκοπό για τον οποίο ήρθατε εδώ. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, θα πρέπει να παραμείνετε για λίγα λεπτά μέσα σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο και έπειτα θα ξεκλειδώσω την πόρτα για να μπορείτε να βγείτε. Θα πληρωθείτε από εμένα στην έξοδό σας».

Για πρώτη φορά γύρισε και την κοίταξε μέσα στα μάτια τόσο έντονα, που το βλέμμα του σχεδόν έμοιαζε απειλητικό.

«Όχι ερωτήσεις. Όχι κουβέντες. Εκτελείτε, πληρώνεστε, φεύγετε. Ελπίζω να έγινα σαφής. Αν διαρρεύσει οποιαδήποτε πληροφορία βγαίνοντας από αυτό το δωμάτιο τότε τα πράγματα θα είναι πολύ δύσκολα για εσάς και την οικογένειά σας. Άλλωστε τα χρήματα είναι αρκετά για να σφραγίσετε το στόμα σας».

Σήκωσε αργά το ένα του φρύδι αφήνοντας το βλέμμα του να βυθιστεί ακόμα περισσότερο μέσα στο δικό της. Η Μαριάννα τώρα έμοιαζε σαν τρομαγμένο ανυπεράσπιστο ζώο, έτοιμο να το κατασπαράξει ο εχθρός. Κοίταξε ενστικτωδώς προς το εσωτερικό της πόρτας και μέσα στο σκοτάδι που απλωνόταν μπροστά της, φεγγοβολούσε κάπου στο βάθος μόνο το ποσό που θα έπαιρνε φεύγοντας από αυτό το μέρος. Τι το τρομερό θα μπορούσε να γίνει μέσα σε εκείνο το δωμάτιο; Μία ακόμα εμπειρία από μία αρρωστημένη ηδονή και έπειτα; Έπειτα όλα θα έσβηναν όταν θα ακουμπούσε για ακόμα μία φορά το πορσελάνινο προσωπάκι της στο μαξιλάρι του κρεβατιού της. Μερικές χιλιάδες ευρώ πλουσιότερη. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της σημερινής νύχτας. Ένευσε καταφατικά προς το μέρος του με μία ικανοποίηση που έσταξε από την άκρη των ματιών της. Της φάνηκε ότι ο οικονόμος διατηρούσε ένα σβηστό χαμόγελο πίσω από το σοβαρό προσωπείο του που δεν άφηνε κανένα περιθώριο οικειότητας. Όμως και η δική του ικανοποίηση ήταν εκεί, βυθισμένη μέσα στο έντονο βλέμμα του. Μπορούσε να το διακρίνει παρά την σοβαροφάνειά του.

Η πόρτα σύντομα έκλεισε πίσω της και εκείνη έστεκε μερικά βήματα πιο μπροστά στα σκοτεινά. Τα χείλη της τρεμόπαιξαν για λίγο. Ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς της να αιωρούνται μέσα στο απομονωμένο δωμάτιο. Η απόλυτη σιωπή συντρόφευε εκείνα τα δευτερόλεπτα τον φόβο της για το άγνωστο που διατηρούσε εδώ και ώρα.

Μία έντονη ανάσα που έμοιαζε να πλησιάζει προς εκείνην, την έκανε να ανατριχιάσει. Μόνο ο έντονος βηματισμός προς το μέρος της πρόδιδε ότι αυτός ο άγνωστος την πλησίαζε όλο και περισσότερο, μέχρι που το βήμα του σταμάτησε και η ανάσα έπεφτε πια πολύ κοντά στο πρόσωπό της σαν πύρινη λάβα. Μύριζε έντονα μέσα από μπερδεμένες αναθυμιάσεις αλκοόλ.

«Γονάτισε!» την πρόσταξε μία στιβαρή φωνή και με πόδια που έτρεμαν άρχισε να λυγίζει προς τα κάτω. Δυο χέρια αγκάλιασαν όλο ορμή το κεφάλι της και την έκαναν να τρομάξει ώσπου ένιωσε την ηδονή του στο στόμα της. Άρχισε να ξεσπάει με επαναλαμβανόμενο ρυθμό καθοδηγώντας την όσο την πίεζε όλο και περισσότερο. Μερικά επιφωνήματα ικανοποίησης βγήκαν άναρθρα από το στόμα του.

«Είσαι μία πουτάνα! Και οι πουτάνες δεν πρέπει να ξεχνάνε ποτέ τη θέση τους!» Οι παλάμες του έσφιγγαν δυνατότερα το κεφάλι της όσο η ένταση της ηδονής του έφτανε στην κορύφωση. Η Μαριάννα ένιωσε έντονα μία τάση δυσφορίας η οποία την οδηγούσε κάποια δευτερόλεπτα σε εμετό αλλά κρατήθηκε, όταν τα υγρά του αφέθηκαν αρχικά στο στόμα της και έπειτα στο υπόλοιπο πρόσωπό της. Δεν ήταν δική του η λύτρωση αυτή αλλά δική της. Ποτέ της δεν ένιωσε πιο βρόμικη από εκείνη τη στιγμή. Κάθε φορά όμως είχε το ίδιο μπερδεμένο συναίσθημα. Αρχικά, η ικανοποίησή της μπερδεμένη με την ταπείνωση που της υπενθύμιζε τη θέση της. Έσκυψε το κεφάλι της όταν την έσπρωξε μετά προς τα πίσω, αφήνοντάς την να πέσει πάνω στο παγωμένο πάτωμα. Και εκείνη έμεινε εκεί. Σαν υποταγμένη σκλάβα του να περιμένει την επόμενη εντολή του.

«Μείνε εκεί! Βρομιάρα! Ελεεινή πόρνη!» ούρλιαξε η άγνωστη φωνή σαν να ξερνούσε πάνω της όλο το μίσος του κόσμου. Τα βήματα επανήλθαν σαν απόηχος στα αυτιά της αλλά αυτή τη φορά, κατευθύνονταν στην αντίθετη πλευρά του σκοτεινού δωματίου. Μακριά της. Ώσπου ο ήχος τους σβήστηκε σε κάποια άκρη του χώρου και έμεινε τελείως μόνη.

Τίποτα δε μπορούσε να διακρίνει με το βλέμμα της. Οι μόνες αισθήσεις της που δούλευαν ήταν η ακοή της και η όσφρησή της. Μάζεψε το σώμα της αγκαλιάζοντας το με τα δυο της χέρια. Έτρεμε. Το κορμί της αλλά και η καρδιά της πάλλονταν ανεξέλεγκτα. Το μυαλό της ταξίδεψε για λίγο σε χιλιάδες προβληματισμούς. Ανάμεσά τους χοροπηδούσε έντονα η σκέψη για το ποιος μπορεί να ήταν εκείνος ο άντρας. Σήκωσε το ένα της χέρι σκουπίζοντας με την παλάμη της τα υγρά από το στόμα της που ήδη είχαν αρχίσει να ξεραίνονται. Σκέφτηκε πολλές φορές ότι ήταν πολύ απλό τελικά. Ώσπου η σκέψη της επιβεβαιώθηκε όταν άκουσε το κλειδί να γυρνάει τρεις φορές, την ώρα που από μέσα της προσευχόταν να την αφήσουν ελεύθερη να φύγει. Σφάλισε τα βλέφαρά της και με μία μακρόσυρτη εκπνοή καθησύχασε τον εαυτό της ότι όλα είχαν τελειώσει επιτέλους.

Όταν βγήκε από το δωμάτιο, προσπάθησε να εντοπίσει μέσα από το θολό βλέμμα της τον οικονόμο αλλά στον μακρύ διάδρομο που έπρεπε να διανύσει για να πάει προς την έξοδο, δεν ήταν κανείς. Ένα μισοσκόταδο που την έκανε να θέλει να τρέξει σαν κυνηγημένη από εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο. Κάπου στο τέλος του διαδρόμου, μπορούσε επιτέλους να διακρίνει το φως.Το βήμα της έδειχνε ασταθή προς εκείνη τη μεριά. Όταν επιτέλους έφτασε, στάθηκε μπροστά από την έξοδο. Η σιωπή γύρω της την έκανε να θέλει να σπάσει την πόρτα για να δραπετεύσει. Συγκρατήθηκε μετρώντας αργά τους παλμούς της από μέσα της. Φοβόταν. Εκείνο το μέρος ήταν ανατριχιαστικό. Και όχι. Δεν ήταν ότι βίωσε κάτι διαφορετικό ή περισσότερο αρρωστημένο από αυτό που της είχε διδάξει ο πληρωμένος έρωτας. Ήταν ο τρόπος που άλλαζε αυτή τη φορά. Εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο ήταν ανατριχιαστικό γιατί στο απόλυτο σκοτάδι πρωταγωνιστούσε η ίδια.

Ένιωσε ένα χέρι να πέφτει βαρύ στον ώμο της. Την έκανε να γυρίσει αιφνιδιασμένη απότομα προς τα πίσω και όταν αντίκρισε τον οικονόμο, σάστισε μέσα από ένα επιφώνημα τρόμου. Εκείνος την κοίταζε με το ίδιο παγωμένο βλέμμα. Χωρίς καμία αντίδραση για το ξάφνιασμά της, έβγαλε από την τσέπη του μία δεσμίδα με χαρτονομίσματα και τα ακούμπησε δίπλα του σε ένα βοηθητικό τραπεζάκι που υπήρχε στην είσοδο.

«Δύο χιλιάδες ευρώ. Το ποσό ανεβαίνει στα τρία χιλιάρικα αν επιθυμείτε να έρθετε την επόμενη βδομάδα. Αυτόματα αυτό σημαίνει ότι είστε διατεθειμένη να δεχτείτε κάθε εντολή».

«Θα… σας ενημερώσω», αποκρίθηκε κομπιάζοντας, όσο φορούσε το παλτό της.

«Τώρα. Πριν φύγετε θα πρέπει να γνωρίζω την απάντησή σας. Αν δε δεχτείτε, θα ήθελα να ξέρετε ότι δεν έχετε την επιλογή να αναιρέσετε την επιλογή σας και δε θα ξανά έρθετε ποτέ στη ζωή σας εδώ».

Τα μάτια του οικονόμου άστραψαν επάνω της. Εκείνη διατηρούσε ακόμα τις αμφιβολίες για τα “θέλω” της. Τρεις χιλιάδες ευρώ όμως για κάτι τόσο απλό τελικά ήταν πολύ δελεαστικό. Πόσους πελάτες είχε που της είχαν ζητήσει πολύ χειρότερα βίτσια και με πολύ λιγότερα χρήματα; Αυτό το σκοτεινό μέρος μπορεί να την φόβιζε αλλά μέσα της γνώριζε ότι αυτά τα χρήματα πολύ σύντομα θα της εξασφάλιζαν αυτό που επιθυμούσε.

«Έγινε. Θα τα πούμε την άλλη βδομάδα», είπε όλο σιγουριά απλώνοντας το χέρι της σαν ένδειξη συμφωνίας. Έμεινε στον αέρα μετέωρο όμως να περιμένει να ανταμώσει το χέρι του οικονόμου. Εκείνος έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα προς την παλάμη της. Την κοίταξε άπραγος,αδιάφορος για τις φιλικές προθέσεις της.

«Την ερχόμενη εβδομάδα. Την ίδια μέρα. Την ίδια ώρα. Και τώρα μπορείτε να πηγαίνετε».

Ανοίγοντας την πόρτα, ο φρουρός ασφαλείας την πλησίασε συνοδεύοντας την μέχρι την έξοδο. Αφού κοίταξε δεξιά και αριστερά βγάζοντας την έξω, την πρόσταξε να εξαφανιστεί και εκείνη έμεινε για λίγο μπροστά από την κλειστή πόρτα να παρατηρεί τις χρυσές λεπτομέρειες. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον εαυτό της σαν να αποζητούσε μία αγκαλιά και το μόνο που ακουγόταν σταδιακά σε κάθε της βήμα, ήταν ο ήχος των τακουνιών της που χτυπούσαν επίμονα επάνω στο τσιμέντο, θέλοντας να κάνουν την παρουσία της αισθητή στο πουθενά.

Όλα τα όνειρα πληρώνονται. Αργά ή γρήγορα σου δείχνουν το κόστος τους.

Κεφάλαιο 2

 

Εκείνο το βράδυ στο διπλανό διαμέρισμα ο Αργύρης, ο συμφοιτητής της Μαριάννας, είχε καλέσει μερικά παιδιά και έπαιζαν όλοι μαζί μπουκάλα ενώ έπιναν μπίρες και κάπνιζαν παραδομένοι στις μαξιλάρες του δαπέδου. Η Μαριάννα είχε διακρίνει πολλές φορές το ενδιαφέρον του προς εκείνη αλλά κρατούσε τις αποστάσεις της παρά το ότι τους χώριζε μόνο μία πόρτα. Το μπουκάλι σταμάτησε αντικριστά και στους δύο, δείχνοντάς τους ξεκάθαρα ότι αποσκοπούσε μέσα από την κίνησή του, στο δικό τους φιλί. Ένα ανελέητο γιουχάισμα ξεκίνησε από τριγύρω με τις περισσότερες αγορίστικες φωνές να προκαλούν τα συναισθήματα του Αργύρη προς την Μαριάννα. Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει καθισμένη πάνω στα δυο της λυγισμένα γόνατα. Κοίταζε ευθεία μέσα στα μάτια του σαν να τον προκαλούσε σιωπηλά αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους ολόγυρά της.

«Κάνε το», ψέλλισε προκλητικά όσο τα μάτια της άγγιζαν τα χείλη του σαν να τον παρακαλούσαν χαμογελώντας. Και μόνο στη σκέψη ότι θα το έκανε, εκείνος ένιωθε το οξυγόνο του να τελειώνει. Η έντονη ανάσα του όσο την πλησίαζε, έκανε τα πνευμόνια του να πάρουν φωτιά. Έκλεισε τα μάτια του θέλοντας να απολαύσει το φιλί που απέφευγε καιρό να γευτεί από εκείνον το κορίτσι των ονείρων του. Έτρεμε ολόκληρος. Τον τράβηξε από το γιακά και τον κόλλησε στα χείλη της ξαφνιάζοντάς τον. Έμεινε μαρμαρωμένος και εκείνη πήρε την πρωτοβουλία και τον φίλησε κανονικά, αναζητώντας κάτι αγνό μέσα της. Λίγο πριν αποτραβήξει τα χείλη της, του χαμογέλασε και τον έσπρωξε μακριά της αφήνοντάς του ένα βλέμμα όλο υποσχέσεις. Τα παιδιά γύρω τους άρχισαν να χειροκροτούν ζητωκραυγάζοντας σαν να πανηγύριζαν.

«Αυτό το σημάδι σου…» ψιθύρισε ώρες αργότερα όταν είχαν φύγει οι περισσότεροι και εκείνη είχε ήδη ακουμπήσει το κεφάλι της πάνω στα πόδια του και μοιραζόταν μαζί του το τελευταίο τους τσιγάρο. Το δικό τους τσιγάρο που τους αποδέσμευε από μία αλήθεια που τους πονούσε. Μία αλήθεια που ήταν διαφορετική και για τους δύο και πλησίαζε πολλές φορές την πραγματικότητα που δεν άντεχαν. Απομονωμένη η κάθε μία αλήθεια μέσα στα πραγματικά «θέλω» τους. Το κεφάλι της έγειρε στο πλάι στην αναφορά του σημαδιού της, όσο εκείνος της χάιδευε τα μαλλιά. Ένιωσε ότι τα δάχτυλά του άγγιζαν επιτέλους το όνειρό του. Κράτησε μία σκέψη μόνο για τον εαυτό της και γυρίζοντας στο πλάι, τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Του χαμογέλασε. Ο κόσμος του φωτίστηκε μέσα από το χαμόγελό της.

«Τόσο καιρό περίμενα αυτή τη στιγμή. Να είμαστε έτσι. Οι δυο μας. Εγώ και εσύ», κατάφερε να της πει και εκείνη έμοιαζε να διασκεδάζει με τα συναισθήματα που έτρεφε για λογαριασμό της. Γνώριζε άλλωστε ότι το δικό της φιλί εκείνος το περίμενε μήνες. Από το πρώτο έτος της σχολής τους. Όταν την πρωτοαντίκρισε στους διαδρόμους και έμοιαζε να σαστίζει από την ομορφιά της.

«Αυτή τη ζάλη σήμερα, ήθελα να την νιώσω μόνο μαζί σου»,είπε χαμηλόφωνα εκείνη και εκείνος πλησίασε αργά το πρόσωπό του κοντά στο δικό της, δίνοντάς της ένα φιλί ακόμα ενώ η Μαριάννα κρατούσε το τσιγάρο σφραγισμένο ανάμεσα στα δάχτυλά της σαν να το διεκδικούσε σιωπηλά. Το είχε τόσο ανάγκη άλλωστε.

«Πιστεύεις στον έρωτα;» ψιθύρισε αργά και αισθησιακά όσο συνέχιζε να τον φιλάει με πάθος. Η γλώσσα της αναζητούσε τη δική του μέσα από κάθε μπερδεμένο συναίσθημα. Μέσα από κάθε της λέξη. Για απάντηση προτίμησε να αφεθεί στο φιλί της. Παραδομένος μέσα στα χέρια της, εκείνη άρχισε να τρίβεται επάνω του ενώ ταυτόχρονα του έβγαζε αργά την μπλούζα. Η ζάλη και των δύο ήταν έντονη.

«Τι θα γίνει ρε ρεμάλια; Μπροστά μας θα το κάνετε;» τσίριξε ο Αχιλλέας, ο κολλητός του Αργύρη, ο οποίος συνέχιζε να πίνει μπίρες με την Αλίκη κοντά στην μπαλκονόπορτα. Ο Αργύρης σερνόταν πίσω από το ασταθή βήμα της Μαριάννας όταν εκείνη τον γράπωσε λίγο πιο κάτω από τον αφαλό, από το τζιν και τον καθοδήγησε στην τουαλέτα.

«Κλείδωσε!» τον πρόσταξε γλυκά και όταν έφερε το πρόσωπό της κοντά στο φερμουάρ του κατεβάζοντάς το, αστραπιαία σκηνές έκαναν την επανεμφάνισή τους μέσα στα παιχνίδια του μυαλού της, προδίδοντας την κρυφή ζωή της. Ξαφνικά σοβάρεψε απότομα μένοντας σε αυτή τη στάση.

«Το θέλω τόσο πολύ», μουρμούρισε εκστασιασμένος και εκείνη, αρνούμενη να υποκλιθεί στην αρχική της πρόθεση, γύρισε πλάτη τελικά τρίβοντας το σώμα της επάνω του. Κλείδωσε την παλάμη της στο λαιμό του ανάποδα και λύγισε το σώμα της μπροστά αφήνοντας σε κοινή θέα το πίσω μέρος του γυμνού κορμιού της, όσο κατέβαζε με το άλλο της χέρι το εσώρουχό της. Τίναξε τα μαλλιά της και μετά από ένα αποφασιστικό «σε θέλω» που του είπε αισθησιακά, τα σώματα τους έγιναν ένα και οι αναπνοές τους μπερδεύτηκαν σταδιακά μέσα από την κοινή ηδονή τους.

«Άγγιξέ τα», κατάφερε να του πει κάπου στο τέλος, όταν λυτρώθηκε το ανεξέλεγκτο πάθος τους και εκείνος άπλωσε το χέρι του αργά προς το σφριγηλό στήθος της.

«Έχεις το τέλειο σώμα», είπε αυθόρμητα και τα μάτια του είχαν κολλήσει επάνω στο γυμνό κορμί της σαν να της ξαναέκανε έρωτα.«Για εμένα δεν υπάρχει ωραιότερη. Ακόμα και αυτή την ουλή στο πρόσωπό σου τη θέλω». Το βλέμμα της κατηφόρισε σαν να της χάλασε απότομα η διάθεση. Τράβηξε το χέρι του από το στήθος της ανεβάζοντάς το προς το σημάδι του προσώπου της για να το αγγίξει. Εκείνη αποτραβήχτηκε.

«Πως…;» τραύλισε μόλις συνειδητοποίησε ότι την έφερε σε δύσκολη θέση. Έπειτα, σιωπή και από τους δύο. Τα μακριά, μαύρα ολόισια μαλλιά της αγκάλιασαν το στήθος της ξανά σκεπάζοντας το, όταν έκανε την κίνηση να βάλει το εσώρουχό της.

«Συγνώμη αν…» της είπε εσπευσμένα και έπειτα θυμήθηκαν και οι δύο ότι κατά τη διάρκεια του ερωτισμού τους χαμογελούσαν έντονα ο ένας στον άλλον. Ίσως εκείνο το τσιγάρο να λύτρωνε ανεξέλεγκτα τα χαμόγελα και των δύο. Αυτή η ταυτόχρονη σκέψη τους, τους έκανε να χαμογελάσουν ξανά και πολύ γρήγορα να ξεσπάσουν σε γέλια χωρίς λόγο, διαβάζοντας ο ένας τη σκέψη του άλλου.

«Το τσιγάρο φταίει», παραδέχτηκε μέσα από πνιχτά γέλια η Μαριάννα θέλοντας να τον αποπροσανατολίσει από το ενδιαφέρον που είχε δείξει για το σημάδι της.

«Είσαι ότι πιο όμορφο υπάρχει». Ταξίδεψε για λίγο επάνω της όσο του χαμογελούσε. Ήταν σοβαρός. Παρά την ζάλη του, εννοούσε κάθε λέξη του. Ένιωθε έντονα τον ερωτισμό και την επιθυμία του να δώσει διάρκεια σε όλο αυτό. Προτίμησε να μην της ζητήσει τίποτα όμως.

«Πες κάτι; Τι με κοιτάς έτσι;» τον ρώτησε αμήχανα και εκείνος την πλησίασε αργά αφήνοντας ένα τρυφερό φιλί στον κρόταφό της. «Είναι η ωραιότερη μέρα της ζωής μου» απάντησε με ένα αχνό χαμόγελο να ονειροπολεί με μάτια ορθάνοιχτα. Ήθελε τόσο πολύ να την αγκαλιάσει.

«Τόσο πολύ το ήθελες;» Η φωνή της ήταν ερεθιστική μέσα από το σπινθηροβόλο αλλά ειλικρινές βλέμμα της. Πρώτη φορά ο έρωτας έπαιρνε την διάσταση που του άρμοζε και η Μαριάννα δεν ήταν σίγουρη αν μπορούσε να διατηρήσει αυτή την όμορφη στιγμή. Αποτραβήχτηκε από τα συναισθήματά της διατηρώντας μέσα της μία άμυνα πρωτόγνωρη. Δάγκωσε τα χείλη του και εκείνος της χαμογέλασε.

«Δε φαντάζεσαι πόσο το ήθελα!» Έπιασε τον εαυτό του να θέλει απεγνωσμένα μία αγκαλιά της. Δεν της την ζήτησε όμως. Πόσο θα ήθελε εκείνο που ένιωθε ο ίδιος να είχε ανταπόκριση. Να ήταν αμοιβαίο. Όμως του αρκούσε που το έζησε.

«Αργύρη, απλά θέλω να σου πω ότι αυτό όλο μεταξύ μας, έτυχε». Εκείνος αναστέναξε.

«Μείνε ήσυχη. Δε θα σου ζητούσα τίποτα άλλο».

Η Μαριάννα ντύθηκε βιαστικά σαν να ήθελε να ξεφύγει και λίγο πριν φύγει από το σπίτι του, του άφησε ένα τελευταίο φιλί στο μάγουλο και ένα λοξό μετανιωμένο βλέμμα. Ο Αργύρης έμεινε πίσω από την πόρτα να κρατάει το μάγουλό του. Έπλαθε ιστορίες μέσα στη ζάλη του μυαλού του που τον ήθελαν δίπλα της. Οπουδήποτε. Αρκεί να ήταν στο πλάι της. Ήδη του έλειπε πάρα πολύ.

«Έρχεται ο Άλκης. Φέρνει… Ξέρεις!» του είπε πειραχτικά ο Αχιλλέας και σκούντηξε τον ώμο του την ώρα που έβγαινε από την τουαλέτα.

«Μπάφο!» συνέχισε η Αλίκη τσιριχτά και γύρισαν και οι δύο και τον κοίταξαν σαν χαμένοι. Ο Αργύρης είχε μείνει με το ίδιο ονειροπόλο ύφος να κοιτάζει προς την κλειστή πόρτα. Σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να ήταν και όνειρο αυτό που είχε ζήσει. Αναρωτιόταν αν όντως τελικά το είχε ζήσει και πως γινόταν να ήταν μία στιγμή που είχε έρθει τόσο ανεπάντεχα. Και όμως,είχε συμβεί.

«Τι έπαθες ρε;» Τον ξανασκούντηξε ο Αχιλλέας και ο Αργύρης ήταν έτοιμος να καταρρεύσει με ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του.

«Δεν είναι πανέμορφη;»

«Πράγματι είναι πολύ όμορφη. Τι κορμί είναι αυτό που έχει βρε αδερφάκι μου! Τι μάτια! Τι στόμα! Αν δεν είχε και αυτή την ουλή στο δεξί της μάγουλο, θα ήταν η τέλεια γκόμενα! Για πες; Καλή;» Τράβηξε την ερώτησή του με υπονοούμενο και πειραχτική διάθεση. Ο Αργύρης τον στραβοκοίταξε.

«Μην ξαναπείς για την ουλή της! Είναι η γοητεία της!» Ο Αχιλλέας έκανε μερικά βήματα πίσω κοιτάζοντάς τον από απόσταση.

«Πάω πάσο στην καψούρα σου μεγάλε!» Χαχάνισε ανώριμα και έπειτα αγκάλιασε την Αλίκη θέλοντας να ξεφύγει από έναν ακόμη καβγά με τον κολλητό του για χάρη της Μαριάννας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που του επισήμανε ότι αυτό το κορίτσι ήταν μόνο για μία βραδιά. Όλη η παρέα του είχε αυτή την άποψη. Άλλωστε η Μαριάννα δεν είχε και την πιο καλή φήμη στη σχολή. Πέρα από ερωτικές περιπτύξεις της μιας νύχτας, δεν είχε κάνει ποτέ σχέση με κανέναν. Και η όλη στάση ζωής της, έδινε αρκετά δικαιώματα για κακόβουλα σχόλια.

 

Κεφάλαιο 3

 

Ακούμπησε το κεφάλι της στον παγωμένο τοίχο του υπνοδωματίου της. Από το διπλανό διαμέρισμα του Αργύρη, άκουγε συνεχόμενα γέλια και μία μελωδία που της μπέρδευε ακόμα περισσότερο τα συναισθήματα μέσα από τους στίχους που είχε αρχίσει να ψιθυρίζει. Κουνούσε νοερά το κεφάλι της δεξιά και αριστερά ακολουθώντας την μελωδία ενώ το μυαλό της χανόταν στον μοναδικό στόχο της ζωής της.

Η σχολή που είχε καταφέρει να περάσει τελικά πριν ενάμιση χρόνο, ποτέ δεν την εξέφραζε. Ήταν βέβαιη ότι τότε ήταν η μόνη διέξοδος για εκείνην, για να μπει σε έναν καινούριο κύκλο της ζωής της που θα την οδηγούσε μακριά από όλα όσα της βασάνιζαν το μυαλό χρόνια τώρα, σκέψεις που την κατασπάραζαν και η σχολή φάνταζε τότε σαν την τέλεια αφορμή αποδέσμευσης.

Εκείνη είχε άλλα όνειρα για τον εαυτό της. Ήθελε να κυνηγήσει το άπιαστο. Να ακολουθήσει το δρόμο που θα της έφερνε δόξα και έπειτα χρήματα. Άλλωστε ήταν πολύ νέα και φιλόδοξη για να υποκρίνεται την γλυκιά, επιμελή φοιτήτρια.

Την δεύτερη φορά που το ρεφρέν επανήλθε στα χείλη της μέσα από το μουσικό background που διαπερνούσε τον τοίχο του Αργύρη και έφτανε κοντά της, γύρισε το σώμα της προς τον τοίχο και ανοίγοντας τα χέρια της αργά, άφησε τα δάχτυλά της να σχηματίζουν κύκλους πάνω στη λευκή επιφάνειά του σαν να χορεύουν. Σκέφτηκε την τελευταία έκφραση του Αργύρη που έμοιαζε σαν να την παρακαλούσε να μείνει κοντά του. Έδειχνε ευτυχισμένος όμως ακόμα και μέσα από τη σιωπή του.

Λίγο πριν το τέλος του τραγουδιού, βημάτισε αποφασιστικά αλλά αργά προς το κρεβάτι της, χαϊδεύοντας το στρώμα με απαλές κινήσεις. Έσκυψε και το φίλησε στην άκρη του κλείνοντας τα μάτια της και έπειτα λύγισε τον κορμό της ακόμα περισσότερο, αφήνοντας τα γόνατά της να συρθούν πάνω στο πάτωμα. Τα δυο της χέρια έγιναν μαξιλάρι πάνω στο στρώμα και το κεφάλι της ακούμπησε επάνω τους. Η μουσική άλλαξε και τώρα μία ροκ μελωδία των Πυξ Λαξ της υπενθύμιζε ότι η νιότη της ήταν στιγματισμένη από έναν δικό της δρόμο διαφυγής. Έναν δρόμο που δεν ήταν κανείς σε θέση να καταλάβει ποτέ και θα τον ακολουθούσε πιστά μέχρι να τα καταφέρει να αποδεσμευτεί από αυτό το δύσκολο προσβάσιμο μονοπάτι που ακροβατούσε στο παρελθόν και το μέλλον της.

«Μαριάννα παραδέξου το! Δε θέλεις να φύγεις από αυτόν τον δρόμο», παραδέχτηκε στον εαυτό της κάπου στο τέλος. Αντικρίζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη του μπάνιου, άφησε το νερό να τρέξει άφθονο απολαμβάνοντας τον ήχο του, όσο με το ένα της χέρι χάιδευε το σημάδι του προσώπου της. Για ακόμα μία φορά, παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της. Για ακόμα μία φορά, πίστευε ότι αυτό το σημάδι της χαλούσε την τελειότητα του προσώπου της. Της χαλούσε την αισθητική, μέσα και έξω.Ήταν όμορφη και αυτό μπορούσαν να το παραδεχτούν όλοι.

Το δέρμα της ήταν αψεγάδιαστο σε λευκούς τόνους με μία φυσική ροδαλή απόχρωση που ξεπρόβαλλε στα δυο της μάγουλα. Το χρώμα των ματιών της μπορεί να ήταν σκοτεινό σαν την κόλαση αλλά στο βαθύ μαύρο χρώμα τους, αν το παρατηρούσες καλύτερα, είχε σταχτή πινελιές που αποτύπωναν ομοιόμορφα την τόση θλίψη τους. Οι μακριές φυσικές βλεφαρίδες της αγκάλιαζαν περιμετρικά το αμυγδαλωτό σχήμα των ματιών της και το όλο εκφραστικότητα βλέμμα της. Όποιος αντίκριζε τα πλούσια, λαχταριστά χείλη της, το μόνο που επιζητούσε ήταν να τα φιλήσει. Καλοσχηματισμένα και συχνά τα έβαφε με το διάφανο λιπ γκλος της, κάνοντάς τα ακόμα πιο θελκτικά. Η φυσική ομορφιά της ήταν αρκετή για να κερδίσει τον οποιονδήποτε και το γυμνασμένο αλλά αδύνατο κορμί της ήταν πόλος έλξης για να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των αγοριών.

Γνώριζε τη φήμη που επικρατούσε γύρω από το όνομά της και ο τίτλος που της απέδιδαν απλόχερα ως η πιο όμορφη φοιτήτρια ολόκληρης της σχολής, την κολάκευε παρά το ότι το προφίλ της γενικά ήταν αποστασιοποιημένο από παρέες. Την μοναχικότητά της γνώριζε να την διαφυλάσσει όσο τίποτα άλλο. Έκανε παρέα με όλους αλλά τις περισσότερες φορές παρέμενε σιωπηλή και ακροάτρια σε σκέψεις και συζητήσεις που αφορούσαν τις ζωές άλλων. Η δική της ζωή ήταν πολύ συγκεκριμένη για όλους και δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω αναλύσεις. Το μόνο που την πλήγωνε βαθιά αλλά προσπαθούσε να μην δίνει συνέχεια ήταν το γεγονός ότι όλοι την ρωτούσαν για το σημάδι του προσώπου της και εκείνη έδειχνε να έχει πείσει τον ίδιο της τον εαυτό στην ιστορία που έλεγε σε όλους και με αυτό τον τρόπο σκέπαζε την αλήθεια της. Γνώριζε άλλωστε ότι ήταν ότι πιο άσχημο είχε επάνω της και ήταν και ότι πιο άσχημο υπήρχε στη ζωή της. Έτσι, αρκέστηκε στο να κρατήσει εκείνη την δικαιολογία και για τον ίδιο της τον εαυτό. Ήταν κάτι πιο σίγουρο πια ότι αυτό το σημάδι το είχε από τότε που ήταν πολύ μικρή όταν χτύπησε στην προσπάθειά της να ανέβει ξανά στην κούνια της παιδικής χαράς που συνήθιζε να την πηγαίνει η μητέρα της όσο ήταν παιδί.

«Κούνια μπέλα», μουρμούρισε κοιτάζοντας το είδωλό της ευθεία στον καθρέφτη και αμέσως τα σφάλισε επαναλαμβάνοντας τα λόγια της αρκετές φορές. Οι ίδιες λέξεις ξανά και ξανά. Οι ίδιες σκηνές μέσα στο μυαλό της να στριφογυρίζουν σαν το πιο βρόμικο παιχνίδι που είχε παίξει στη ζωή της. Σφράγισε απότομα τα χείλη της. Άνοιξε τα μάτια της και αναζήτησε μέσα της το πιο δυνατό χαμόγελό της, αποτυπώνοντάς το με δυσκολία στα χείλη της.

«Μπράβο Μαριάννα! Καλό κορίτσι», είπε φωναχτά με ελαφρώς αλλοιωμένη φωνή και έπειτα, σαν προγραμματισμένη μαριονέτα, έκανε μερικά βήματα προς το κρεβάτι της. Πέταξε από πάνω τα ρούχα της και ξάπλωσε φορώντας μόνο το λευκό εσώρουχό της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το γυμνό στήθος της, την στιγμή που μέσα στο μισοσκόταδο κοίταζε το βρόμικο από μούχλα ταβάνι, προσπαθώντας να αναζητήσει τον δικό της ουρανό. Πίσω από τους κιτρινισμένους τοίχους που αγκάλιαζαν το δωμάτιό της, η μία ροκ μπαλάντα ακολουθούσε την άλλη και οι στίχοι των Πυξ Λαξ μέσα από τα τραγούδια τους, έμοιαζαν στα αυτιά της με ποιήματα βγαλμένα από την παιδική της ηλικία.

 

Κεφάλαιο 4

 

Έξω από την βίλα όλα πια της ήταν γνώριμα. Ακόμα και η φιγούρα του φρουρού που την συνόδευε μέχρι την είσοδο. Τίποτα δεν ήταν πρωτόγνωρο εκτός από το τι θα ακολουθούσε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Η Μαριάννα έτρεμε στην ιδέα που προσδιόριζε το άγνωστο. Διέσχισε μαζί με τον φρουρό τον τεράστιο, περιποιημένο κήπο. Τα βήματά της ήταν κοφτά και σίγουρα. Ο ήχος των τακουνιών της ρυθμικός.

«Σ’ ευχαριστώ», γύρισε και του είπε όταν σταμάτησε μπροστά από την πόρτα και ο φρουρός την κοίταξε απορημένος. Κοντοστάθηκε για λίγο. Έδειχνε να ξαφνιάζεται με την ευγένειά της. Λίγο πριν πατήσει το κουδούνι, διέκρινε το λοξό βλέμμα του να την παρατηρεί εξεταστικά, όταν και το δικό της βλέμμα ακολουθώντας το δικό του σταμάτησε στις ψηλές γόβες της.

«Με λένε Μαριάννα», συνέχισε καλοσυνάτα και ο φρουρός παρέμεινε ανέκφραστος.

Η πόρτα άνοιξε και ο οικονόμος του σπιτιού της ένευσε να περάσει μέσα. Σε λίγο οι δυο τους έμειναν μόνοι στο εσωτερικό του σπιτιού.

«Τα χρήματα αυξάνονται. Οι υπηρεσίες σας δυσκολεύουν. Από τη στιγμή που επιλέξατε να έρθετε ξανά, είστε υποχρεωμένη να υπακούσετε σε όποια εντολή του κυρίου μου».

Έγειρε το κεφάλι της καταφατικά. Τα συναισθήματά της πάγωσαν για λίγο.

«Γδυθείτε εδώ και φορέστε εκείνη τη μάσκα που είναι ακουμπισμένη στο τραπεζάκι δίπλα σας. Μπορείτε να κρατήσετε τις γόβες σας και τη μάσκα. Τίποτε άλλο. Ευχαριστώ».

Η Μαριάννα άρχισε να ξεκουμπώνει δειλά τα κουμπιά του παλτού της ένα ένα και στη συνέχεια να τραβάει το φερμουάρ που βρισκόταν στη μέση της από τη σουέτ, μικροσκοπική φούστα της. Άφησε την μπλούζα της λίγο αργότερα να αγκαλιάζει τη φούστα στο πάτωμα και ακούμπησε τα εσώρουχά της επάνω τους. Ένιωσε ντροπή για λίγο αν και ο οικονόμος έδειχνε αδιάφορος στο γυμνό θέαμα της. Πέρασε αργά τη μάσκα που κάλυπτε μόνο το σημείο γύρω από τα μάτια της, αφήνοντας τα μωβ φτερά να αγκαλιάσουν περιμετρικά το σημείο αυτό μέχρι τα αυτιά της.

«Βγάλτε και το ρολόι σας», ακούστηκε επιβλητική η φωνή του.

Μέσα της διατηρούσε έναν τρόμο για το τι θα ακολουθούσε αλλά γνώριζε ότι τα χρήματα ήταν πολλά. Ο οικονόμος έχωσε αργά το ροζιασμένο χέρι του μέσα στην τσέπη του κατάμαυρου γιλέκο του και βγάζοντας ένα κραγιόν, το άνοιξε και το έφερε κοντά στο πρόσωπό της.

«Βάλτε αυτό το μωβ κραγιόν και μόλις είστε έτοιμη, ακολουθήστε με». Η υπόδειξή του έμοιαζε με βροντερή εντολή παρά με επιθυμία. Γρήγορα τον υπάκουσε και εκείνος έκλεισε το κραγιόν στην παλάμη του αρχίζοντας να περπατάει στον διάδρομο κατευθυνόμενος προς την γνωστή πόρτα. Έμεινε ακίνητος μπροστά της. Μόλις έσφιξε την παλάμη του, χτύπησε αργά αλλά με δύναμη τρεις φορές.

Δεν είχε νιώσει ποτέ της μεγαλύτερο άγχος. Δε γνώριζε τίποτα για εκείνον τον ζοφερό άντρα που εκτελούσε όλες τις ερωτικές φαντασιώσεις του και από όσο φαίνεται, είχε βρει τον δικό του τρόπο να ηδονίζεται μέσα από αυτό το σκοτεινό παιχνίδι. Αναρωτήθηκε αρκετές φορές σήμερα μέχρι να φτάσει στο προγραμματισμένο της ραντεβού ποιος μπορεί να κρυβόταν εκεί μέσα αλλά από την άλλη, ίσως να μην είχε και καμία σημασία για εκείνη μιας και ο απώτερος σκοπός της ήταν η πληρωμή. Χρειαζόταν αυτά τα χρήματα. Πάντα χρειαζόταν τα χρήματα με κάθε τρόπο.

Ο ήχος των τακουνιών της αυτή τη φορά έκανε αντίλαλο μέσα στο χώρο. Λίγο αχνό φως ερχόταν από το βάθος μέσα από μία εσοχή που έμοιαζε με μισάνοιχτη πόρτα. Η καρδιά της διατηρούσε έναν ακανόνιστο παλμό αρκετά λεπτά τώρα. Προσπάθησε να κρύψει κάθε ίχνος φόβου πίσω από το αλαβάστρινο πρόσωπό της. Ένα χαιρέκακο γέλιο ακούστηκε στερεοφωνικά μέσα στο δωμάτιο. Ένα βροντερό γέλιο με μία βραχνάδα που την έκανε να τρομάξει και να ανασηκώσει τα χέρια της, προστατεύοντας το γυμνό στήθος της. Αγκάλιασε τρομαγμένη τον εαυτό της.

«Φοβάσαι;» την ρώτησε η φωνή όταν εκείνη περιεργαζόταν οτιδήποτε μπορούσε να διακρίνει από το λιγοστό φως μέσα στο σκοτάδι για να εντοπίσει από πού προερχόταν.«Πες μου!» την πρόσταξε νευριασμένα και ένα τρεμάμενο «φοβάμαι» βγήκε αργά και διστακτικά από τα χείλη της. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε και η ανάσα της έγινε συνεχόμενη και βαριά, υποδεικνύοντας τον τρόμο της. Η πόρτα απέναντί της έτριξε και μία σκιά ενός μεγαλόσωμου άντρα ξεπρόβαλλε μπροστά από το φως. Κανένα χαρακτηριστικό του δε μπορούσε να διακρίνει. Η Μαριάννα έκανε ένα βήμα πίσω ακόμα πιο τρομαγμένη.

«Μείνε!» της φώναξε με τη βραχνή φωνή του. Σκιαγράφησε μέσα της σε δευτερόλεπτα έναν άντρα πολύ μεγάλο σε ηλικία. Η χροιά της φωνής του μπορεί να ήταν βραχνή αλλά κάτι από ένστικτο, της έλεγε μέσα της ότι αυτός ο άντρας ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτούς που είχε συναναστραφεί ερωτικά μέχρι στιγμής. Την πλησίασε αργά σε απόσταση αναπνοής.

«Πέσε στα τέσσερα και κάνε κύκλους μπροστά μου!» Με το χέρι του ακούμπησε στον ώμο της και την έσπρωξε προς τα κάτω με ορμή. Λύγισε τα γόνατά της και αφού έβγαλε έναν πνιχτό φόβο από τα χείλη της δαγκώνοντας τα, έσκυψε γονατίζοντας μπροστά του, αρχίζοντας να κάνει συνεχόμενους κύκλους. Εκείνος αναζήτησε μέσα στην κίνηση της τα μακριά μαλλιά της και τα τράβηξε με δύναμη προς τα πίσω, πέφτοντας και ο ίδιος από πίσω της. Το σώμα του άγγιζε το δικό της. Μόνο τα γόνατά του έκαναν έναν ήχο τη στιγμή που ακούμπησαν με δύναμη στο παγωμένο πάτωμα.

«Συνέχισε να κάνεις αυτούς τους γαμημένους κύκλους» της ψιθύρισε όσο της τραβούσε τα μαλλιά όλο και πιο δυνατά. Η Μαριάννα προσπαθούσε να εκτελέσει την εντολή του με σφιγμένα δόντια από τον πόνο που της προκαλούσε το τράβηγμά του. Τον ένιωσε να αυτοϊκανοποιείται και όσο εκείνη δυσκολευόταν να κάνει την κίνηση που την είχε προστάξει, ένιωθε την ηδονή του να ακουμπάει το δέρμα της επιτηδευμένα μέσα από την παλάμη του. «Συνέχισε! Μη σταματάς!» της φώναζε δίπλα από το αυτί ενώ η ανάσα του μύριζε έντονα ουίσκι.

«Μία πληρωμένη πουτάνα είσαι που δεν έχει καμία αξία σε αυτή τη ζωή» ψιθύριζε αργά όσο έμπαινε βαθιά μέσα της και εκείνη η αίσθηση της τρυπούσε ότι πιο όμορφο είχε σαν άνθρωπος. Έμεινε ακίνητη όμως περιμένοντας την ικανοποίησή του. Έκανε με το χέρι του δύο κύκλους μέσα στις τούφες των μαλλιών της μπερδεύοντας τες με τα δάχτυλά του και χωρίς να το περιμένει, της χτύπησε με μένος το κεφάλι στο πάτωμα. Από το δυνατό χτύπημα ένιωσε το κεφάλι της να μουδιάζει σταδιακά. Τα μάτια της θόλωσαν και ταυτόχρονα τον ένιωθε να μπαινοβγαίνει μέσα της σαν άγριο ζώο που εκτελούσε τα ερωτικά του ένστικτα. Της κόπηκε για δευτερόλεπτα η αναπνοή από τον πόνο. Η τόση ένταση σε συνδυασμό με τον συνεχόμενο πόνο από το δυνατό χτύπο, της προκάλεσε έντονη ζαλάδα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της αρκετές φορές πίσω από την μάσκα που φορούσε προσπαθώντας να επαναφέρει τις αισθήσεις της. Όταν αποδέσμευσε το χέρι του από το κεφάλι της σταματώντας πια να το πιέζει, κατάλαβε ότι είχε έρθει η λύτρωση για εκείνον. Όλα έγιναν μέσα σε μερικά λεπτά και η Μαριάννα παρέμεινε στο παγωμένο πάτωμα σε μισολιπόθυμη στάση, να μοιάζει σαν να το αγκαλιάζει. Το μόνο που ακούστηκε στα αυτιά της σαν απόηχος πίσω της, ήταν το αργό τρίξιμο της πόρτας και έπειτα ο δυνατός ήχος από το κλείσιμο της. Είχε χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου και τον αυτοέλεγχό της. Αν την έβλεπε κάποιος από ψηλά, θα πίστευε ότι ήταν ένα νεκρό σώμα.

 

Κεφάλαιο 5

 

Ο Αργύρης άπλωσε το χέρι του χαϊδεύοντας τις άκρες των μαλλιών της, τη στιγμή που η Μαριάννα άνοιξε τα μάτια της. Έντονοι πόνοι έκαναν την επανεμφάνισή τους στο κεφάλι της και μέσα από το σκοτεινό βλέμμα της, με δυσκολία κατάφερε να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν στο διαμέρισμά του, ξαπλωμένη στο κρεβάτι του. Το ζεστό χαμόγελό του την αγκάλιασε ενώ τα μάτια του τρεμόπαιξαν από αγωνία. Προσπαθούσε να δείχνει ψύχραιμος πίσω από την λαχτάρα για την εξέλιξή της. Με μια βρεγμένη πετσέτα σκούπισε το μέτωπο της απαλά.

«Τι έγινε;» ρώτησε στην προσπάθειά της να ανασηκωθεί και όπως έκανε την κίνηση, ξεπρόβαλλε το γυμνό στήθος της μέσα από την κουβέρτα. Κατάλαβε ότι ήταν γυμνή κάτω από τα σκεπάσματά του αλλά δεν είχε τη δύναμη καν να σκεπάσει τον εαυτό της.

«Πιες λίγο νερό» της πρότεινε γλυκά και έφερε ένα ποτήρι κοντά στο στόμα της. Τα χείλη της ήταν ξερά. Αφυδατωμένα. «Σε βρήκαμε νωρίς το πρωί μπροστά από τα σκαλοπάτια της σχολής, λιπόθυμη. Φορούσες μόνο το παλτό σου και λίγο πιο δίπλα σου ήταν η τσάντα σου. Ήσουν ξυπόλυτη και ταλαιπωρημένη». Πιάνοντας την κουβέρτα, σκέπασε το στήθος της.

Η Μαριάννα χαμήλωσε το κεφάλι της θέλοντας να κρυφτεί από οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη του. Ντράπηκε αλλά μέσα της γρήγορα επανήλθε το απόλυτο κενό από συναισθήματα. Δε θυμόταν τίποτα. Θύμωσε για μια στιγμή με τον εαυτό της.

«Με μαζέψατε δηλαδή από τον δρόμο» ψιθύρισε μελαγχολικά και στο μυαλό της έσβηναν σκηνές από την ερωτική της περιπέτεια. Αναζήτησε γύρω της την τσάντα της.«Η τσάντα μου! Που είναι η τσάντα μου;» φώναξε έντρομη.

Ο Αργύρης σηκώθηκε αργά κοιτάζοντάς την αιφνιδιασμένος. Άφησε απαλά την τσάντα δίπλα της, κοιτάζοντάς την βαθιά μέσα στα μάτια. Εκείνη την άρπαξε και ανοίγοντάς την, έχωσε το χέρι της μέσα ανυπόμονα. Η έκφραση της ανακουφίστηκε όταν έκλεισε στη παλάμη της ένα πάκο από χαρτονομίσματα. Ξεφύσηξε αργά και αφού την έκλεισε, την άφησε να γλιστρήσει δίπλα της, αφήνοντας την ανάσα της να λυτρωθεί. Ένιωθε κουρασμένη. Καταβεβλημένη. Πονούσε παντού. Μία αίσθηση έντονης υπνηλίας άρχισε ξανά να την συντροφεύει, κάνοντάς την να κλείσει αργά τα βλέφαρά της. Αποκοιμήθηκε με μία ηρεμία στο πρόσωπό της. Παρά το ότι διατηρούσε ένα κενό για το τι μπορεί να της είχε συμβεί, εκείνη τη στιγμή αποτυπωνόταν ένα συναίσθημα ασφάλειας που την έκανε να μοιάζει γαλήνια επάνω στο μαξιλάρι του. Ο Αργύρης βούρκωσε γιατί γνώριζε ότι η σιωπή της Μαριάννας ήταν πάντα ο καλύτερος σύμμαχός της. Έτσι δε θα την ρωτούσε ποτέ το παραμικρό. Ήθελε να την προστατέψει από τις ορατές αλλά και αόρατες πληγές της. Θα την φρόντιζε όπως μόνο εκείνος γνώριζε και θα παρέμενε εκεί, μέχρι να ήταν έτοιμη να του αποκαλύψει τα πάντα. Ακόμα όμως και αν αυτό δε γινόταν ποτέ, εκείνος θα συνέχιζε να την φροντίζει με τον ίδιο τρόπο.

Έμεινε αρκετά λεπτά στο προσκεφάλι της να την κοιτάζει ακούραστα. Για εκείνον ήταν η ωραιότερη που υπήρχε. Στα αυτιά του επανήλθαν οι έντονες αντιδράσεις των φίλων του όταν την βρήκαν το πρωί στα σκαλοπάτια. Οι τρεις από την παρέα του εξαφανίστηκαν. Φοβούμενοι ότι θα έβρισκαν τον μπελά τους, απομακρύνθηκαν μέσα στη ζάλη τους. Η χθεσινή παρέα του Αργύρη, τους ήθελε να έχουν μαζευτεί όλοι στο γνωστό στέκι τους πίσω από το κτίριο της σχολής τους και να καπνίζουν ασύστολα, θέλοντας να ανοίξουν τα αόρατα φτερά τους σε ένα ακόμα ταξίδι που τους παρέσυρε μέσα από το κοινό τους τσιγάρο. Έμεινε κοντά του μόνο ο Αχιλλέας και αυτός προβληματισμένος για τη συνέχεια που θα ακολουθούσε. Επανέφερε όλη τη σκηνή στη σκέψη του.

«Μαλάκα, θα βρούμε τον μπελά μας! Άφησέ την. Όλοι ξέρουμε ότι είναι μπλεγμένη. Έχει βουίξει ολόκληρη η σχολή».

Ο Αργύρης είχε πέσει ήδη επάνω της προσπαθώντας να την σηκώσει από το μουσκεμένο από τη βροχή τσιμέντο. «Αν θες φύγε! Δε σε αναγκάζω να μείνεις!» αποκρίθηκε θυμωμένος και την έπιασε στα δυο του χέρια σηκώνοντάς την μέσα από τα λασπόνερα. Ο Αχιλλέας τον κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να δει τις προθέσεις του.

«Θα την πάρεις σπίτι σου;» ρώτησε τρομαγμένος και η ψιλή βροχή είχε κάνει την επανεμφάνισή της ξανά, αρχίζοντας να βρέχει τα πρόσωπά τους. Ο Αργύρης όμως δεν του απάντησε. Άρχισε να βηματίζει απογοητευμένος από το θέαμα και τις αντιδράσεις των φίλων του. Μέσα του είχε αρχίσει επιτόπου να αναθεωρεί για την παρέα του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν που μέσα στα χέρια του είχε παραδομένο το σώμα και την ψυχή της Μαριάννας.

«Μπορεί το σπίτι της να είναι δίπλα στο δικό σου αλλά αν βρεις όντως τον μπελά σου; Αυτή ρε πηγαίνει με γέρους, ακούς; Με γέρους!» Ο Αχιλλέας προκαλούσε τα συναισθήματά του αλλά εκείνος βημάτιζε σταθερά προς το δρόμο που θα τον οδηγούσε σύντομα στο σπίτι του χωρίς να τον ακούει. Κάθε τρεις και λίγο, την έκλεινε στην αγκαλιά του και εκείνη έμοιαζε ανήμπορη, σχεδόν νεκρή, μέσα στα δυο του χέρια.

«Εντάξει, θα έρθω να σε βοηθήσω αλλά εγώ μετά θα εξαφανιστώ. Δεν… Δε θέλω να έχω καμία σχέση με όλο αυτό. Το κάνω για εσένα» είπε με φωνή που έκαιγε από τρόμο και τον άγγιξε στο μπράτσο σαν ένδειξη αλληλεγγύης. Ο Αργύρης του έριξε ένα αβέβαιο βλέμμα. Η βροχή, λίγο πριν φτάσουν στην είσοδο, είχε ξεκινήσει να δυναμώνει. Γρήγορα μούσκεψε τα ρούχα τους κάτω από την σταδιακή ορμή της.

Η Μαριάννα αναταράχτηκε μέσα στον ύπνο της διαλύοντας την σκέψη του Αργύρη. Άφησε την χθεσινή ανάμνηση του στο παρελθόν. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στο κορίτσι των ονείρων του. Μέσα από τον έντονο βήχα της, εκείνος την αγκάλιασε σφίγγοντας την ελαφρά επάνω του. Από την ένταση που της προκαλούσε ο βήχας, έγειρε στο πλάι του κρεβατιού, αποτραβήχτηκε από τα δυο του χέρια και έκανε εμετό. Τα μάτια της γούρλωσαν από το τσούξιμο που ένιωθε στο στομάχι της. Όλα είχαν πάρει φωτιά μέσα της. Μία φωτιά που εξαπλωνόταν και έκαιγε τα σωθικά της. Με δυσκολία κατάφερε να ακουμπήσει ξέπνοη την πλάτη της πίσω στο κάγκελο του κρεβατιού.

«Γιατί με μάζεψες;» τον ρώτησε με θλίψη στην άκρη των ματιών της. Εκείνος ξανά έφερε το ποτήρι με το νερό στα χείλη της. Της χαμογέλασε. Άπλωσε αργά το χέρι του σαν να ήταν έτοιμος να αγγίξει το πολυτιμότερο πράγμα πάνω στη γη. Της άφησε ένα τρυφερό χάδι στο μπράτσο.

«Σήμερα λέω να μου κάνεις παρέα. Δεν έχω τίποτα να μαγειρέψω αλλά τα κοπρόσκυλα οι φίλοι μου λένε ότι κάνω νοστιμότατο τοστάκι. Είναι η σπεσιαλιτέ μου!»

Η Μαριάννα αρκέστηκε στο να αφήσει το βλέμμα της να κατηφορίσει. Να ακουμπήσει εστιασμένο στα δυο του χέρια. Η όψη της ήταν κιτρινωπή. Σαν να μην κυλούσε σταγόνα από αίμα μέσα της. Ένιωθε τόσο ταπεινωμένη μέσα στην εξαθλίωσή της.

«Δεν είσαι υποχρεωμένη φυσικά να το φας αν δεν πεινάς» συνέχισε με την ίδια αισιοδοξία στη φωνή του και κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. «Αν βέβαια πεινάς πολύ, μπορώ να παραγγείλω». Εκείνη προσπάθησε να του χαμογελάσει. Άφησε το κεφάλι της να κυλήσει αργά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού γυρίζοντας στο πλάι. Αγκάλιασε το μαξιλάρι κοιτάζοντας ευθεία μπροστά της, παραμένοντας σιωπηλή. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα βλέφαρά της αδιαφορώντας για το οτιδήποτε γύρω της. Δεν ήταν και συνηθισμένη σε αυτού του είδους την φροντίδα. Όλα της φαίνονταν ξένα ξαφνικά. Το μόνο που ήθελε έντονα ήταν να είχε τη δύναμη να σηκωθεί και να πάει μέχρι το δικό της δωμάτιο που ήταν ακριβώς δίπλα από την πόρτα του σπιτιού του Αργύρη. Ήθελε να μείνει μόνη. Ανεπηρέαστη από κάθε είδους φροντίδα. Το σώμα της όμως είχε παραλύσει μέσα από το έντονο μούδιασμα των άκρων της.

Ο Αργύρης δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει τα δικά του συναισθήματα. Πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε την ανάγκη να προστατέψει ένα κορίτσι και δεν ήταν σίγουρος για τον τρόπο που έπρεπε να το κάνει. Δεν ήταν σωστός σε όλα αυτά. Δεν του είχε δείξει κανείς τον τρόπο. Μέχρι τώρα όλα ήταν πολύ πιο απλά και εύκολα με τα κορίτσια. Δε χρειάστηκε ποτέ να γίνει ο προστάτης καμιάς. Ένιωθε άβολα που είχε μπροστά του το κορίτσι των ονείρων του με αυτή την μελαγχολία που την χαρακτήριζε. Η κατάσταση στην οποία την είχε βρει, τον είχε σοκάρει. Είχε συγκλονιστεί ολόκληρος όταν κατάλαβε ότι στο πάτωμα ήταν αναίσθητη εκείνη που ήθελε όσο καμία άλλη.Την πλησίασε αργά. Έπιασε τα σκεπάσματα και τα ανασήκωσε σκεπάζοντάς την. Η Μαριάννα παρέμεινε ακίνητη στη θέση της ώσπου ξανά αφέθηκε σε έναν σύντομο αλλά βαθύ ύπνο. Έδειχνε συντετριμμένη. Είχε ανάγκη από ξεκούραση. Πόσα πράγματα αναμετρούσε μέσα του που ήθελε να της εξομολογηθεί; Ακόμα και εκείνη τη στιγμή που εκείνη κοιμόταν σαν τρομαγμένο σπουργίτη κάτω από τα σκεπάσματά του. Η πιο ζεστή κουβέρτα θα γίνονταν τα δυο του χέρια για να μην ξανά κρύωνε ποτέ της. Αρκεί μόνο να το ήθελε.

 

*****

Απομάκρυνε το κινητό από το αυτί του τερματίζοντας την κλήση που μόλις είχε δεχτεί. Η πλάτη του παρέμεινε για μερικά δευτερόλεπτα γυρισμένη προς εκείνη.

«Γιατί δεν τους δέχτηκες;» τον ρώτησε ήρεμα και εκείνος γύρισε το σώμα του προς το μέρος της. Τα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν αργά, ένδειξη ότι οι πόνοι στο σώμα της ήταν ανυπόφοροι. Ανασηκώθηκε ακουμπώντας το κεφάλι της πίσω στο κάγκελο του κρεβατιού. Εκείνος την πλησίασε. Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι. «Σε άκουσα που τους είπες να μην έρθουν. Έτσι και αλλιώς θέλω να πάω στο σπίτι μου, δίπλα» αποκρίθηκε γαλήνια αλλά αποφασιστικά και εκείνος δε σταμάτησε λεπτό να την κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια.

«Τους φίλους μου μπορώ και τους βλέπω κάθε μέρα. Δεν…»

«Σταμάτα αυτό που κάνεις!» τον μάλωσε και στην προσπάθειά της να δείξει πιο επιβλητική η φωνή της, τραύλισε από πόνο. Ένιωθε τα άκρα της μουδιασμένα από την ταλαιπωρία. Ο Αργύρης χαμήλωσε το κεφάλι του. Άφησε το βλέμμα του να πέσει όλο λύπη επάνω στην κουβέρτα που την σκέπαζε.

«Με συγχωρείς» του είπε κοφτά διατηρώντας μέσα της έντονη την ανάγκη να φύγει από το σπίτι του. Ένιωθε τα χείλη της ξερά και αφυδατωμένα. «Μπορώ να έχω λίγο νερό;» ζήτησε παραπονιάρικα αλλάζοντας ύφος, μετανιώνοντας για τον απότομο τόνο της φωνής της. Η καρδιά του άφησε έναν έντονο χτύπο μιας και μέσα του ήταν ορκισμένος ότι αυτό που τον ευχαριστούσε περισσότερο από όλα ήταν το να την φροντίζει με όποιον τρόπο. Έτρεξε στη βρύση γεμίζοντας ένα ποτήρι με νερό και σχεδόν αμέσως το έφερε κοντά στα δυο της χείλη.

«Άσε με να σε φροντίσω. Το χρειάζεσαι» της απάντησε όση ώρα εκείνη ξεδιψούσε μέσα από το δροσερό νερό που πλημμύριζε την ανάγκη της δίψας της. Μόλις χαμήλωσε το ποτήρι, το έκλεισε μέσα στις δυο παλάμες της. Το βλέμμα της αφέθηκε μέσα στο άδειο ποτήρι. «Να σου φέρω και άλλο;» τη ρώτησε με μία προσμονή που έδειχνε λαχτάρα, θέλοντας να εκτελέσει την εντολή της. Ένευσε αρνητικά και έπειτα τον αγκάλιασε με το φιλόξενο βλέμμα της. «Νιώθεις λίγο καλύτερα;» συνέχισε παίρνοντας το άδειο ποτήρι από τα χέρια της και το άφησε λίγο πιο δίπλα, στο κομοδίνο.

«Θα ήθελα να πάω στο σπίτι μου. Δείξε σεβασμό σε αυτή την επιθυμία μου». Τα λόγια της βγήκαν διστακτικά αλλά έδειχναν σίγουρα μέσα από την έκφραση του προσώπου της. Την κοίταξε αρχικά προβληματισμένος. «Είναι το μόνο που θέλω αυτή τη στιγμή». Η Μαριάννα αναζήτησε την ματιά του. Ήθελε να δει στο βλέμμα της πόσο πολύ το επιθυμούσε. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα της είπε όλο πραότητα:

«Ότι θέλεις». Μέσα του δεν ήθελε να της δώσει ποτέ αυτή την απάντηση γιατί γνώριζε ότι με συνοπτικές διαδικασίες εκείνη θα απομακρυνόταν από το κρεβάτι του και ταυτόχρονα και από τα δυο του χέρια που το μόνο που ήθελαν ήταν να την φροντίσουν. Όλα ήταν όμως πολύ περίεργα και κυρίως ο τρόπος που η Μαριάννα αντιμετώπιζε όλες τις υποψίες της ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έκανε σαν να μην το βλέπει ή σαν να μην την ενδιέφερε τελικά κανένα του συναίσθημα. Άλλες φορές πάλι, ήθελε να πιστεύει μέσα από τα βλέμματά της που ήταν όλο υποσχέσεις, ότι εκείνος σήμαινε κάτι διαφορετικό για την ίδια. Ίσως όμως αυτό να υπήρχε μόνο στη φαντασία του.

Τη βοήθησε να σηκωθεί. Τη κλείδωσε μέσα στο δυο του χέρια και λίγο πριν κάνει τα πρώτα της βήματα προς την έξοδο, εκείνη τύλιξε το παλτό της γύρω από το γυμνό σώμα της. Εκείνος παρέμενε γοητευμένος στο θέαμα που είχε μπροστά του, παρά το ότι ήταν ταλαιπωρημένη και ανήμπορη. Τα σημάδια στο σώμα της δε σήμαιναν απολύτως τίποτα. Η ομορφιά απλωνόταν μπροστά του σε όλο το μεγαλείο της. Κάποια στιγμή, τραβώντας τη ζώνη του παλτού της, τον κοίταξε μαντεύοντας τον ερωτισμό του προς εκείνη. Έσυρε τα βήματά της ξυπόλυτη μέχρι τη διπλανή πόρτα του διαμερίσματος όπου ήταν το σπίτι της και ο Αργύρης, απλώνοντας το ένα του χέρι, της έδωσε τη τσάντα της. Όσο εκείνη αναζητούσε τα κλειδιά της μέσα σε αυτήν, εκείνος την κρατούσε από τη μέση. Τα ακροδάχτυλά του έτρεμαν, πράγμα που η Μαριάννα ένιωθε πολύ έντονα πάνω από το παλτό της. Μέσα της, ένα γλυκό συναίσθημα για αυτό που μόλις είχε αντιληφθεί είχε κάνει την εμφάνισή του. Όταν άνοιξε την πόρτα, κατεύθυνε αργά το σώμα της προς το εσωτερικό του σπιτιού της και λίγο πριν μπει μέσα για τα καλά, έγειρε το σώμα της αναζητώντας ακόμα μία οπτική επαφή μαζί του.

«Σ’ ευχαριστώ» ψιθύρισε αφήνοντας το κεφάλι της να χαμηλώσει σταδιακά όλο ντροπή. Έχασε τα λόγια του για μερικές στιγμές όπως και εκείνη.

«Ότι χρειαστείς…» Λύγισε το χέρι του δείχνοντας προς την πόρτα του δικού του σπιτιού, ακριβώς δίπλα τους. «Ότι χρειαστείς μη διστάσεις. Χτυπάς και ανοίγω ή ακόμα καλύτερα, βάζεις μία φωνή και έρχομαι. Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι από την γυψοσανίδα που μας χωρίζει ακούγονται όλα!» Το γέλιο του συνόδευσε την άβολη στιγμή που ένιωσε να τον συντροφεύει. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει όταν το χαμόγελό της χαράχτηκε με την πιο γλυκιά έκφρασή της επάνω στο πρόσωπό της. Έμεινε να την χαζεύει χωρίς να μπορεί να αρθρώσει το παραμικρό πια.

Η Μαριάννα επιθυμούσε όσο τίποτα την απομόνωσή της. Μένοντας μόνη πια πίσω από την κλειστή πόρτα του διαμερίσματός της, ένιωσε ασφαλής και ας μην ήταν. Άφησε το σώμα της να πέσει βαρύ πάνω στο κρεβάτι και όπως παρέμεινε ανάσκελα, αμετακίνητη, χάζευε το ταβάνι που ένιωθε να την πλακώνει σταδιακά. Το δικό της πάπλωμα ήταν βαρύ και ασήκωτο σαν εκείνο. Μία τσιμεντένια αίσθηση που της πέτρωνε αργά όλα τα συναισθήματα. Δάκρυα κύλησαν χωρίς καμία εσωτερική εντολή της από τα δυο της μάτια. Αργά και ανεξέλεγκτα, το ένα δάκρυ συντρόφευε το άλλο αλλεπάλληλα. Τι ήταν αυτό που είχε ζήσει μέσα σε εκείνο το δωμάτιο; Σίγουρα δεν ήταν μόνο αυτό που θυμόταν. Προσπαθούσε να ανατρέξει τη μνήμη της μέσα στη χθεσινή βραδιά. Ένιωσε ότι όλα είχαν σκοτεινιάσει κάπως απότομα σαν να είχε χάσει τις αισθήσεις της και μετά, το απόλυτο κενό. Πίεσε τον εαυτό της να θυμηθεί. Αυτή η επίσκεψη δεν έμοιαζε με την προηγούμενη. Οι πόνοι στο κορμί της ήταν έντονοι αν και τα σημάδια ήταν ελάχιστα. Θα επικοινωνούσε άραγε εκείνος ο οικονόμος ξανά μαζί της; Είχε τόσο ανάγκη από αυτά τα χρήματα. Το σώμα της μπορεί να ήταν ανήμπορο να επανέλθει στα φυσιολογικά του επίπεδα αλλά αργά ή γρήγορα γνώριζε καλά ότι όλα περνούσαν και όλα θα έπαιρναν και πάλι τον γνώριμο δρόμο τους.

Λύγισε το κορμί της αργά προς το στρώμα της, αφήνοντάς το να συρθεί επάνω του και με δυσκολία το ανασήκωσε. Ο πόνος στο σημείο που ήταν τα πλευρά της ήταν έντονος και όσο έκανε την κίνηση για να σηκώσει το στρώμα λίγο πιο ψηλά, τόσο εντονότερος γινόταν. Ώσπου ακούμπησε τα γόνατα της επάνω στη σιδερένια του επιφάνεια θέλοντας να σταθεροποιηθεί.

Τράβηξε έναν τεράστιο φάκελο που είχε κρυμμένο από κάτω και με έναν βαρύ αναστεναγμό που την έκανε να κρατήσει την αναπνοή της, αφέθηκε στο πάτωμα. Κάθισε αμέσως θέλοντας να αποδεσμεύσει την αναπνοή της και να λυτρωθεί από τον βαρύ πόνο. Έκλεισε αργά τα μάτια της δαγκώνοντας τα χείλη της και με μία κίνηση άνοιξε το φάκελο. Γυρνώντας τον ανάποδα άφησε από το εσωτερικό του να βγουν ένα σορό χαρτονομίσματα. Μέσα στον πόνο της ένιωσε έντονα το συναίσθημα της ικανοποίησης, όταν επιβεβαίωνε με την εικόνα που είχε μπροστά της ότι όλα αυτά της ήταν αρκετά για να δώσει την αρχή του δικού της τέλους που επιθυμούσε εδώ και πολύ καιρό και ίσως τελικά, να μην χρειαζόταν ποτέ ξανά να επιστρέψει στο σκοτεινό παρελθόν της.

Άφησε το χέρι της να τα χαϊδέψει για λίγο και έπειτα τράβηξε αργά την τσάντα της προς το μέρος της. Κρατώντας και τα υπόλοιπα χαρτονομίσματα στην παλάμη της, τα άφησε να μπερδευτούν με εκείνα που ήταν στο πάτωμα.

Ένα όνειρο. Ένα ξεκίνημα και μία κόκκινη νοητή γραμμή, ήταν αρκετά για να σβήσουν το μίζερο παρελθόν της. Εκείνη από μικρή είχε άλλα όνειρα για τον εαυτό της. Προσδοκούσε το άπιαστο που θα μπορούσε να της φέρει όλα όσα επιθυμούσε και σίγουρα το πρώτο βήμα που όφειλε να κάνει ήταν το να αποδεσμευτεί από οτιδήποτε της φαινόταν μισό και λίγο. Άλλωστε ποτέ δεν ανήκε πραγματικά σε καμία από αυτές τις παρέες που συναναστρεφόταν στη σχολή της. Είχε έρθει ο καιρός να ανοίξει τα φτερά της, πετώντας μακριά από οτιδήποτε της φαινόταν φτωχικό.

Δεν ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα. Μπορεί να μην μιλούσε πολύ αλλά μέσα της επιζητούσε όλες τις ανέσεις που πίστευε ότι της άξιζαν. Ήταν πολύ όμορφη και πολύ νέα για να αναλώνεται σε παιδικές και ανούσιες σχέσεις με τα παιδιά της ηλικίας της. Ο Αργύρης στα μάτια της, μπορεί να ξεχώριζε από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους αλλά παρέμενε μικρός και άπειρος μπροστά στα δικά της «θέλω». Της φαινόταν πολύ παιδικό ακόμα και οποιοδήποτε δείγμα ωριμότητας μπορούσε εκείνη να διακρίνει επάνω του. Μέχρι και το τσιγαριλίκι που είχαν μοιραστεί μαζί, της φαινόταν αστείο και ανώριμο μπροστά σε όλα αυτά που υπήρχαν εκεί έξω και που δεν είχε δοκιμάσει κανείς από τους δύο.

Όλα ήταν πολύ περιορισμένα μέσα στην αντίληψη που επικρατούσε σε μία τεράστια σχολή με την εστία της λίγο πιο δίπλα. Αν και εκείνη έμενε σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα και σε αυτό το κτίριο υπήρχαν και ένα σορό άλλα παιδιά, η Μαριάννα κάθε βράδυ ξετρύπωνε τα δικά της όνειρα μακριά από αυτή τη διάσταση της ζωής της. Γνώριζε ότι χρειαζόταν χρήματα και αν και κάποιες φήμες συντρόφευαν το όνομά της πίσω από την πλάτη της, δεν την ένοιαζε που οι περισσότεροι γνώριζαν τη κρυφή της ζωή. Σύντομα θα απαρνιόταν όλα αυτά και μαζί με εκείνα και εκείνους που είχαν γίνει οι χειρότεροι επικριτές της. Η ζωή της άνηκε μόνο σε εκείνην και δεν είχε κανείς άλλος χώρο μέσα σε αυτήν. Με αυτή την τελευταία επίσκεψή της σε εκείνη την παράξενη βίλα, όλα είχαν διορθωθεί πλέον. Είχε συμπληρώσει το ποσό που χρειαζόταν για να φύγει μακριά και να αγγίξει μια για πάντα το δικό της, άπιαστο όνειρο.

 

Κεφάλαιο 6

 

«Να περάσει το νούμερο 38!»

Ένας νεαρός άντρας, αφού τσέκαρε προσεκτικά τα χαρτιά που κρατούσε στα χέρια του, σήκωσε αργά το κεφάλι του κοιτάζοντας προς τον διάδρομο με τις κοπέλες που είχαν μείνει στην αναμονή. Του κέντρισε το ενδιαφέρον μία ψηλή κοπέλα με αδύνατο κορμί, πλούσια ολόισια μαύρα μαλλιά, έντονο βλέμμα και βήμα σταθερό. Ανέκφραστη όμως. Παγωμένη από συναισθήματα. Του φάνηκε αψυχολόγητη. Μέσα στα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, διέκρινε μία μελαγχολική διάθεση. Γρήγορα οι κόρες των ματιών του κατηφόρισαν προς το έντονο σημάδι που είχε προσπαθήσει να κρύψει με το ελαφρύ μακιγιάζ της. Έσπρωξε την πόρτα αργά και το άρωμά της τον αγκάλιασε την ώρα που έμπαινε μέσα ενώ εκείνη του άφησε ένα αμυδρό, αμήχανο χαμόγελο. Δύο άντρες και μία γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία από τους υπόλοιπους, ήταν καθιστοί μπροστά της σε ένα τεράστιο τραπέζι όπου πάνω του ήταν απλωμένες αμέτρητες φωτογραφίες.

«Μαριάννα Λαμπροπούλου» αποκρίθηκε εκείνη όλο σιγουριά ενώ τα γόνατά της έτρεμαν. Είχε καταφέρει, αν και μικρή σε ηλικία, να διαφυλάσσει το άγχος της από την κοινή θέα. Έτσι, κανείς δε μπορούσε να διακρίνει εύκολα την αμηχανία της. Κρυβόταν πίσω από τη σταθερή φωνή της και το, σχεδόν πάντα, ανέκφραστο πρόσωπό της.

«Έχεις ξανά ασχοληθεί με τον χώρο;» Η φωνή της γυναίκας βγήκε σχεδόν βραχνιασμένη, κάτι που έκανε τη Μαριάννα να ανατριχιάσει.

«Όχι, ποτέ» απάντησε κοφτά έχοντας τις παλάμες της ενωμένες.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο ένας από τους δύο άντρες εστιάζοντας στο μάγουλό της. Σηκώθηκε από τη θέση του και την πλησίασε αργά. Εκείνη ένιωσε το αίμα της να παγώνει αλλά παρέμεινε στη θέση της αμετακίνητη. Ο άντρας, φτάνοντας πολύ κοντά της, κοίταξε εξεταστικά την ουλή που είχε στο μάγουλό της και έπειτα αφού της έριξε ένα βλέμμα επίμονο καταφέρνοντας να διακρίνει τον φόβο της, της χαμογέλασε. «Ουλή είναι;»

Η Μαριάννα χαμήλωσε αργά το κεφάλι της όλο συστολή. Ένευσε θετικά κοιτάζοντας προς τα κάτω.

«Αλέξη, δεν είναι πρόβλημα αυτό». Η βραχνή φωνή της γυναίκας έμοιαζε παρήγορη εκείνη τη στιγμή μέσα στη ψυχή της. Ο νεαρός άντρας στάθηκε μπροστά της για λίγο. Στη συνέχεια έκανε ένα βήμα πίσω κοιτάζοντάς την από πάνω μέχρι κάτω.

«Αν κρίνω από το σύνολο τότε σίγουρα αυτό είναι μία λεπτομέρεια που δε μας αφορά» παραδέχτηκε, τρίβοντας για λίγο το πιγούνι του σκεπτικός και ξανά κάθισε στη θέση του.

«Πολύ καλή η επιλογή του φορέματός σου για το πρώτο σου κάστινγκ» παρατήρησε ο άλλος άντρας. Το βλέμμα του έμοιαζε να είναι το πιο αυστηρό από τους άλλους δύο κριτές. «Λοιπόν Μαριάννα; Θα έκανες τα πάντα για να μπεις στον χώρο του μόντελινγκ; Μη με παρεξηγήσεις αλλά είναι μία ερώτηση που την κάνουμε σε όλες. Ο χώρος αυτός είναι πολύ ανταγωνιστικός και εμείς θέλουμε να γνωρίζουμε τις αντοχές σου πάνω στα όνειρά σου. Άλλωστε, στα μάτια μας είσαι ένα ακατέργαστο διαμάντι».

Η Μαριάννα αρχικά τους κοίταξε έναν έναν σιωπηλή και πολύ σύντομα ξανά γύρισε το βλέμμα της σε εκείνον τον νεαρό άντρα που της είχε κάνει την ερώτηση, δείχνοντας να θαυμάζει την ομορφιά της όσο κανείς άλλος. Του χαμογέλασε καλοσυνάτα και του είπε ένα στιβαρό «ναι», απάντηση που έκανε τον άντρα να της ανταποδώσει το πλατύ της χαμόγελο, τη στιγμή που τα βλέμματά τους μαγνητίστηκαν από μία ανεξήγητη ενέργεια που ένιωσαν και οι δύο.

«Είσαι πολύ κοντά στο να κλείσεις μία θέση στο πρακτορείο μας. Ο λόγος που γίνεται αυτό το κάστινγκ είναι για έναν αυστηρό μας πελάτη, οπότε αναζητάμε νέα, φρέσκα κορίτσια με όρεξη για μάθηση».

«Θα ήταν τιμή μου να συνεργαστώ μαζί σας» βγήκε από τα χείλη της αυθόρμητα και αφού επιβεβαίωσαν τα στοιχεία της, τους χαιρέτησε με μία ανεξήγητη αυτοπεποίθηση.

 

****

Στο πρώτο πλατύσκαλο προς την έξοδο, η Μαριάννα δε μπορούσε να μην σκεφτεί τον ηλεκτρισμό που κουβαλούσε μαζί της μετά από αυτή την συνάντηση. Κάθισε στο σκαλοπάτι αργά, τυλίγοντας γύρω από τα ψηλά πόδια της το μαύρο ριχτό φόρεμά της και σχεδόν αμέσως γύρισε το πρόσωπό της κοιτάζοντας και πάλι την είσοδο. Το όνειρό της θα έπαιρνε σταδιακά σάρκα και οστά και αυτό ήταν το πιο δυνατό της ξεκίνημα. Κάτι μέσα της, της έλεγε ότι θα την επέλεγαν. Η διαίσθησή της, της φώναζε έντονα ότι το κλίμα προς εκείνη ήταν θετικό και ας μην γνώριζε τι είχε προηγηθεί ή τι θα ακολουθούσε με τις υπόλοιπες συμμετοχές. Κοίταξε το αυτοκόλλητο που ήταν στο αριστερό της στήθος με το νούμερο 38 και χαμογέλασε στον εαυτό της. Στο σημείο της καρδιάς της λίγες ώρες πριν, κάποιο χέρι, έχοντας μπει στη τετριμμένη διαδικασία οργάνωσης του δοκιμαστικού, της είχε κολλήσει αυτόν τον αριθμό που θα την οδηγούσε στο όνειρό της και εκείνη η στιγμή ακριβώς, θα σηματοδοτούσε μέσα της μία καινούρια αρχή.

Σηκώθηκε αργά κατεβαίνοντας τα σκαλιά ένα ένα. Στην άκρη του δρόμου ένευσε στο πρώτο ταξί που βρέθηκε μπροστά της και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μέσα από το τζάμι, χάζευε τις ακτίνες από τον ήλιο του μεσημεριού που χάιδευαν όλα εκείνα τα κτίρια στο πέρασμά τους. Η ζεστασιά του ένιωθε ότι αγκάλιαζε κάθε πέτρινο οίκημα, ώσπου επιτέλους είχε φτάσει στο δικό της διαμέρισμα στην πολυκατοικία που δε γνώριζε ευτυχώς κανέναν. Εκεί μέσα μπορούσε πια να αφήνεται ελεύθερη μέσα στις σκέψεις της και σε οποιαδήποτε σκιά του παρελθόντος. Πόσο τις φοβόταν βαθιά αυτές τις σκιές και ήταν οι ίδιες σκιές που την ακολουθούσαν για χρόνια. Παίρνοντας μία βαθιά αναπνοή προχώρησε προς το εσωτερικό της πολυκατοικίας και σύντομα το ασανσέρ την οδήγησε στον τρίτο όροφο. Τα χέρια της έτρεμαν από συγκίνηση και ευχαρίστηση. Είχε καταφέρει μέσα σε τόσο λίγο διάστημα να απομονωθεί από όλους και όλα και ένα παραπάνω, να αγγίξει σχεδόν το δικό της όνειρο.

Ο ήχος από το κλείσιμο της πόρτας την έκανε να πλημμυρίσει από το συναίσθημα της ευτυχίας. Αν και τα παραθυρόφυλλά της ήταν κλειστά και μπροστά της απλωνόταν σκοτάδι με μικρές δεσμίδες φωτός να ξετρυπώνουν από τις εσοχές, εκείνη ένιωθε γεμάτη και ότι το δωμάτιο γύρω της ήταν γεμάτο από άπλετο φως.

«Εκείνη η ζωή τελείωσε» μουρμούρισε στον εαυτό της ικανοποιημένη, παίρνοντας μία βαθιά αναπνοή. Ανοίγοντας αργά τα κουμπιά ξεκινώντας από το στήθος της, μέσα σε δευτερόλεπτα αποδεσμεύτηκε από το φόρεμά της, αφήνοντάς το να πέσει πάνω στο πάτωμα. Βημάτισε μέχρι την ντουζιέρα βγάζοντας τα εσώρουχά της και έπειτα άφησε το ζεστό νερό να τρέξει επάνω από το κεφάλι της, απολαμβάνοντας την αίσθηση της ορμής του. Χαμογέλασε από ικανοποίηση και πάλι. Ακουμπώντας την πλάτη της προς τα πίσω, την άφησε να αγγίξει το παγωμένο πλακάκι όλο ευχαρίστηση. Ανοιγόκλεισε τα μουσκεμένα της βλέφαρα σκεπτόμενη ότι το ταξίδι προς το χώρο του μόντελινγκ μόλις είχε ξεκινήσει. Σύντομα η σκέψη της έσβησε πάνω στο όνειρό της. Αργά ή γρήγορα θα ήταν ένα από τα πιο γνωστά ονόματα μέσα σε αυτόν τον λαμπερό χώρο. Γνώριζε ότι η ομορφιά της ήταν το διαβατήριο για να της φέρει όλα όσα επιθυμούσε. Λίγο πριν βγει από την ντουζιέρα, η σκέψη της έσβησε πάνω στην εικόνα εκείνου του νεαρού άντρα που έδειχνε να της φωνάζει με το βλέμμα του ότι είχε εξασφαλίσει την πολυπόθητη θέση. Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό, μαγνητικό και δε μπορεί να έκανε λάθος. Του άρεσε. Το ένιωσε.

Τυλίγοντας την πετσέτα γύρω από το σώμα της, όπως ήταν με τα μαλλιά της νωπά, ξάπλωσε στο κρεβάτι μουσκεύοντας το στρώμα. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα. Μέσα σε ένα βράδυ μάζεψε τα ρούχα της και έφυγε από το παλιό της δωμάτιο. Η παλιά της ζωή δεν ήθελε να αγγίζει σε τίποτα την καινούρια. Η φιγούρα της να κρατάει τις δύο βαλίτσες της και το σακίδιό της στην πλάτη αργά τα ξημερώματα, έμοιαζε με σκιά μέσα στον κοινό τους διάδρομο που ένωνε το σπίτι το δικό της με του Αργύρη. Κοντοστάθηκε στην πόρτα του και απλώνοντας το χέρι της, άφησε με την παλάμη της να χαϊδέψει αργά την επιφάνειά της. Σχεδόν αμέσως το τράβηξε μπροστά από το στήθος της, σαν να μετάνιωνε. Έφευγε σαν τον κλέφτη. Ένας κόμπος επικρατούσε τώρα στο λαιμό της σε αυτή τη σκέψη της αλλά μέσα της γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα, αυτός ο κόμπος θα λυνόταν και ο Αργύρης θα ξεθώριαζε στο πέρασμα του χρόνου. Μία νεανική περιπέτεια ήταν, τόσο ασήμαντη.

Κανείς δε θα καταλάβαινε πόσο ανάγκη είχε από αυτό το μονοπάτι διαφυγής. Η ζωή της μέσα σε μία σχολή που δεν είχε τίποτα να της προσφέρει, την έπνιγε. Ο τρόπος που είχαν ξεκινήσει όλα και η επιλογή της να πάει τελικά εκεί, περισσότερο με αφορμή έμοιαζε για να ξεφύγει από το ίδιο της το σπίτι. Η αυστηρότητα του «πατέρα» της όλα αυτά τα χρόνια, της τσάκιζε τη λογική. Πάντα αναζητούσε το ιδανικό πατρικό πρότυπο, μα μέσα της όλα έμοιαζαν μελανά. Σχεδόν μαύρα. Από τότε που μπήκε στη σχολή ήταν μακριά και η ίδια δεν επιζητούσε να γυρίσει πίσω παρά μόνο τα Χριστούγεννα πήγαινε κοντά τους, περισσότερο γιατί της έλειπε η μητέρα της ενώ τα καλοκαίρια, προφασιζόταν ότι είχε βρει δουλειά σε μία καφετέρια κοντά στη σχολή της. Κανείς τους δε μπορούσε να υποψιαστεί ότι η Μαριάννα είχε βρει τον δικό της δρόμο να διεκδικεί και να συντηρεί τον εαυτό της, χωρίς να τους επιβαρύνει οικονομικά.

Δε θυμόταν ποτέ τον εαυτό της να έχει όλα όσα επιθυμούσε από παιδί. Όλα ήταν περιτυλιγμένα με την στέρηση. Όλα μίζερα στα δυο αθώα παιδικά μάτια της. Μία μιζέρια που φυλάκιζε τα δικά της όνειρα. Αυτό που επιθυμούσε, το είχε πετύχει με τον τρόπο της. Να μην στερείται. Δεν την ένοιαζε για την φήμη που επικρατούσε στη σχολή από τους συμφοιτητές της. Ούτε ότι οι περισσότεροι καθηγητές είχαν αντιληφθεί ότι δεν την ενδιέφερε ουσιαστικά να προχωρήσει βγάζοντας τη σχολή. Άλλωστε δύο από τους καθηγητές της, την είχαν πετύχει πολύ αργά έξω από την αυλή της σχολής της, μία φορά να κατεβαίνει από ένα πολυτελέστατο αυτοκίνητο. Όλοι γνώριζαν αλλά κανείς δεν είχε τις αποδείξεις που έπρεπε. Εκείνοι σίγουρα όμως δε θα την καταλάβαιναν ποτέ. Οπότε τα επικριτικά μάτια αλλά κυρίως οι σιωπηλές τους σκέψεις, την άφηναν επιφανειακά αδιάφορη.

«Είμαστε οι επιλογές μας» υπενθύμισε στον εαυτό της μέσα από τα λόγια ενός καθηγητή που είχαν πέσει στο αμφιθέατρο ένα μεσημέρι όταν εκείνος την κοίταξε εκείνη τη στιγμή επίμονα μέσα στα μάτια σαν να της έκανε ένα βουβό κήρυγμα. Η Μαριάννα όμως πάνω στο κρεβάτι της τώρα, χαμογελούσε με πικρία. Κανείς δεν την είχε ρωτήσει γι’ αυτές τις επιλογές γιατί κανείς πραγματικά δε νοιαζόταν. Άξαφνα, διαπέρασε τη σκέψη της το πρόσωπο του Αργύρη και αμέσως έκανε μία έκφραση αποστροφής.

Όλα ήταν πολύ λίγα για εκείνη. Ήταν ξεκάθαρο το τι επιζητούσε στη ζωή της και ήταν βέβαιη ότι θα το πετύχαινε. Η σκιά της φιγούρας της έσβησε κοντά στην έξοδο του μικρού συγκροτήματος με τις γκαρσονιέρες που περισσότερο έμοιαζαν με παλιά, ξεχωριστά δωμάτια. Δε γύρισε το βλέμμα της λεπτό να κοιτάξει προς τα πίσω. Έφυγε το ξημέρωμα, κρύβοντας το πρόσωπό της στο τεράστιο κασκόλ που είχε τυλίξει αρκετές φορές γύρω από το λαιμό της. Ήταν σίγουρη ότι τίποτα δε θα της έλειπε από εκεί. Ακόμα και ο κόμπος που επικρατούσε στο λαιμό της σαν μεγάλο παράπονο που δεν είχε καταφέρει να πει όπως ήθελε εκείνο το «αντίο» στον Αργύρη.

Το σώμα της ακόμα είχε φρικτούς πόνους από την τελευταία σεξουαλική της περιπέτεια αλλά η σκέψη ότι όλα ανήκαν στο παρελθόν ήταν η μεγαλύτερή της παρηγοριά. Μόνο η θολωμένη ανάμνηση ξεγλιστρούσε μέσα της σαν εφιάλτης αργά αργά που δε μπορούσε και με σιγουριά να διακρίνει όλες τις εκδοχές του. Εκείνη τη νύχτα που είχε περάσει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο με εκείνον τον ανώμαλο πελάτη της, ένιωσε ότι η ζωή της τερμάτισε. Πόσο τρομακτική έμοιαζε όλη αυτή η σκέψη στα δυο της μάτια τώρα, όση ώρα στεκόταν στην άκρη του δρόμου περιμένοντας για το ταξί που είχε καλέσει καθώς έτρεμε σε όλο της το κορμί. Το βλέμμα της έγειρε προς την ξεβαμμένη ανατολή του ηλίου που ζωγράφιζε σταδιακά τον ουρανό, υπενθυμίζοντάς της ότι όλα μπορούσαν να αλλάξουν. Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.

 

Κεφάλαιο 7

 

«Μαριάννα λοιπόν» επανέλαβε με μία δόση ερωτισμού στον τόνο της φωνής του. Εκείνη αρκέστηκε στο να χαμογελάσει από τη θέση του συνοδηγού. Τα μάτια του αγκάλιασαν κάθε σημείο του προσώπου της με μία βαθιά ερωτική υπόσχεση που αργόσβηνε πάνω στην εμφανή επιθυμία του.

Ο Αλέξης ήταν ο μάνατζερ του πρακτορείου. Το διαβατήριο που χρειαζόταν κάθε φιλόδοξο κορίτσι για να προχωρήσει μέσα στο χώρο αυτό. Αν και έδειχνε σοβαρός, η Μαριάννα σχεδόν αμέσως διέκρινε τη ψυχρή σοβαροφάνειά του στο δοκιμαστικό. Ήταν τόσο επιφανειακή, όσο χρειαζόταν για να αιφνιδιάζει τις ανυποψίαστες υποψήφιες. Όση ώρα κατευθυνόταν προς το κέντρο της πόλης σε ένα από τα πιο γνωστά εστιατόρια-μπαρ, η Μαριάννα έφερνε στο μυαλό της συνεχώς την εικόνα του προσώπου του την ώρα που άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και τα βλέμματά τους αντάμωσαν. Καθόταν δίπλα της αλλά δεν του έδινε την ικανοποίηση να τον κοιτάξει ξανά, ακόμα και αν αυτό επιθυμούσε βαθιά μέσα της. Ένας τέτοιος άντρας θα μπορούσε να είναι το όνειρο κάθε κοπέλας. Αρρενωπός, με μάτια γεμάτα εκφραστικότητα. Έντονες γωνίες στο πρόσωπο και κάτω από το στιλάτο ντύσιμό του ήταν σίγουρη ότι το σώμα του ήταν ότι πιο γυμνασμένο είχε αντικρίσει στη ζωή της μέχρι τότε. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν ελαφρώς ατημέλητα και το χαμόγελό του μπορούσε να το ερωτευτεί η οποιαδήποτε.

Στην αναμονή μιας διασταύρωσης, περιμένοντας το φανάρι, εκείνος της έριξε μία αποδοκιμαστική ματιά. Το μισό χαμόγελό του τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό στα δυο της μάτια. Η Μαριάννα ένιωθε να μαγεύεται από το έντονο, μαγνητικό βλέμμα του. Προσπάθησε να διακρίνει με κάθε λεπτομέρεια το χρώμα των ματιών του μέσα από το φως του στύλου που φεγγοβολούσε το αυτοκίνητο από πάνω τους. Της ήταν αδύνατον όμως να ξεχωρίσει τις λεπτομέρειες μέσα στο μισοσκόταδο. Η καρδιά της άφησε μερικούς ανεξέλεγκτους χτύπους να ανεμίζουν πάνω σε πρωτόγνωρα συναισθήματα.

«Είσαι πανέμορφη» της ψιθύρισε την ώρα που το φανάρι άναψε πράσινο και έγειρε αργά το βλέμμα του στην ευθεία του δρόμου μπροστά του. Κάθε κομπλιμέντο του για εκείνη, έμοιαζε με μία δυνατή επιβεβαίωση. Δεν του ήταν αδιάφορη και η σκέψη αυτή τρέλαινε τη λογική της.

Κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο, στάθηκαν και οι δύο για λίγο μπροστά από ένα υπερπολυτελέστατο εστιατόριο. Ο φύλακας ασφαλείας τον πλησίασε και αφού τον χαιρέτησε στον πληθυντικό, εκείνος του έδωσε το κλειδί για να παρκάρει. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από το θέαμα που απλωνόταν μπροστά της. Όλο το προσωπικό υποκλινόταν, στην κυριολεξία, στο θέαμα του Αλέξη. Εκείνος βημάτιζε με μία ανεξήγητη σιγουριά και μία αυτοπεποίθηση που σηματοδοτούσε την παρουσία του. Εκείνη δίπλα του ένιωθε τόσο μικρή και ασήμαντη, σε σημείο που η αμηχανία της άρχισε να την κατακλύζει και ίσως για πρώτη φορά, να την άφησε να ξεχειλίσει διάχυτη μέσα από κάθε της βήμα ή διστακτικό βλέμμα που άφηνε πάνω στον οποιονδήποτε. Όσο διέσχιζαν το μακρύ διάδρομο που ήταν στρωμένος με ένα χαλί στις αποχρώσεις του κόκκινου κρασιού, η Μαριάννα παρατηρούσε με την άκρη του ματιού της την έκδηλη και αμήχανη διάθεση στα τραπέζια που προσπερνούσαν. Κυρίως οι γυναίκες που καθόντουσαν δεξιά και αριστερά, στο θέαμα του Αλέξη που το βήμα του έδειχνε σταθερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, σήκωναν με νόημα τα κρυστάλλινα, κολονάτα ποτήρια τους σαν να τον χαιρετούσαν. Εκείνος δεν άφησε καμία παραπονεμένη. Με το βλέμμα του διαπέρασε κάθε θηλυκό που υπήρχε μέσα στο χώρο ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Ώσπου ο σερβιτόρος με το κατάλευκο κοστούμι του, έτεινε το χέρι του προς το τραπέζι τους σαν να τους καθοδηγούσε σιωπηλά.

«Σ’ ευχαριστώ Μικέ» αποκρίθηκε κοφτά ο Αλέξης και εκείνος έτρεξε να σύρει τη καρέκλα του. Αφού κοντοστάθηκε στο πλάι, ο Αλέξης παρατηρούσε κάθε κίνηση του σερβιτόρου την ώρα που έσερνε και τη καρέκλα της Μαριάννας, δείχνοντάς της με ευγένεια ότι μπορούσε να καθίσει.

«Να σας φέρω το μενού κύριε;» ρώτησε ο σερβιτόρος ενώ το πρόσωπό του κοίταζε στο κενό από σεβασμό.

«Όχι βέβαια. Ξέρεις τι να φέρεις» ανταπάντησε εκνευρισμένος και ευθύς κοίταξε τη Μαριάννα κατάματα. «Μπορείς να πηγαίνεις» του είπε με πιο γλυκό και ήρεμο τόνο, όσο το βλέμμα του βυθιζόταν μέσα στο δικό της. Ο σερβιτόρος εξαφανίστηκε από μπροστά τους.

«Δεν είναι πολύ καλύτερα που μείναμε μόνοι μας;» ρώτησε με χαμηλωμένη φωνή και η Μαριάννα κοίταξε τριγύρω της νιώθοντας άβολα. Ήταν σίγουρη ότι τα γυναικεία βλέμματα είχαν καρφωθεί επάνω τους. Ο Αλέξης συνέχιζε να την κοιτάζει όμως επίμονα.

«Μου άρεσες από την πρώτη στιγμή!» της είπε επιβλητικά, γεμάτος σιγουριά και εκείνη για πρώτη φορά δε γνώριζε πως έπρεπε να φερθεί. «Νιώθω τυχερός που αυτή η ομορφιά ήρθε ως την πόρτα εκείνου του δοκιμαστικού!» Τα λόγια του την γοήτευαν. Αρκέστηκε στο να του χαμογελάσει χωρίς να πει το παραμικρό και την ώρα που με το χέρι της χάιδεψε σχεδόν το λευκό τραπεζομάντιλο αφήνοντας το να πλησιάσει το δικό του επάνω στο τραπέζι, εκείνος αποτραβήχτηκε στη θέση του ακουμπώντας τη πλάτη του στη πλάτη της καρέκλας. Την κοίταξε αιφνιδιασμένος αλλά σχεδόν ανέκφραστος από τρυφερά συναισθήματα πια.

«Καλύτερα να αποφύγουμε τις χειρονομίες σε δημόσιους χώρους». Η φωνή του έμοιαζε σαν να την μάλωνε, πράγμα που την έκανε να αποτραβηχτεί και εκείνη αιφνιδιασμένη και να ακουμπήσει την πλάτη της στη δική της καρέκλα. Τα μάτια του Αλέξη καρφώθηκαν στο άδειο πιάτο του και αμέσως έφερε το μαντίλι που ήταν μπροστά του στα δύο στεγνά του χείλη, σκουπίζοντάς τα όλο νευρικότητα.

«Συγνώμη αν έκανα κάτι που δεν έπρεπε» έσπευσε η Μαριάννα να απολογηθεί αλλά εκείνος αμέσως διόρθωσε τη στάση του.

«Εσύ δεν έκανες κάτι, αλλά είμαι πολύ γνωστός στον χώρο και δε μου αρέσει να δίνω τέτοιου είδους δικαιώματα. Είναι πολλά που πρέπει να μάθεις για να φέρεσαι όσο πιο σωστά γίνεται σε αυτόν τον χώρο που επέλεξες να μπεις Μαριάννα». Μία μικρή σπίθα αυστηρότητας ξεχείλισε από την άκρη των ματιών του. Ένα βλέμμα που μέχρι εκείνη τη στιγμή η Μαριάννα δεν είχε δει και ένα ψήγμα φόβου την διαπέρασε και την έκοψε σαν λεπίδα. Ήταν αρκετό εκείνο το δευτερόλεπτο που διέκρινε το αυστηρό βλέμμα του. Αυτό το βλέμμα μέσα της ένιωθε ότι το αναγνώριζε. Της ήταν οικείο. Σάστισε για λίγο μπροστά στη διαδικασία που ακολουθούσε για να τους σερβίρουν τα πρώτα πιάτα. Αφηρημένη όπως παρέμενε μέσα στις δεύτερες σκέψεις της, ανακάτευε με το ένα της χέρι αργά το βαθύ πιάτο με το λιγοστό ζουμί που είχε μέσα. Ο σερβιτόρος, τους έδωσε πλήρη αναφορά για το τι περιείχε η μανιταρόσουπα που έτρωγαν για πρώτο πιάτο και στην συνέχεια, τους σέρβιρε το κρασί πολύ προσεκτικά στα κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια τους.

«Στις επιτυχίες σου που θα έρθουν» της είπε αργά με ένα αχνό χαμόγελο να συντροφεύει κάθε λέξη του. Ήταν προφανές ότι ήθελε να αλλάξει ξανά τη διάθεση και των δύο. Ο Αλέξης επανήλθε στο πρότυπο άντρα που την γοήτευε. Η αυστηρότητά του είχε οπισθοχωρήσει και η Μαριάννα αμέσως σκέφτηκε ότι παραήταν και εκείνη αυστηρός κριτής της συμπεριφοράς του. Άλλωστε όλα μέχρι στιγμής κυλούσαν σε κάτι παραπάνω από ιδανικά για εκείνη. Είχε καταφέρει να πάρει τη δουλειά και αυτό της έφτανε για αρχή. Τη θέση αυτή άλλωστε τη διεκδικούσαν τόσες πολλές κοπέλες και εκείνη είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Να είναι εκεί, μαζί του και με μία λαμπρή πορεία που της επιφύλασσε ένα λαμπερό μέλλον.

«Το ξέρω ότι θα σε σοκάρει αυτό που θα σου πω αλλά το διαφημιστικό αυτό θα γίνει μετά από έξι μήνες». Ο Αλέξης, αφού ολοκλήρωσε το γεύμα του, ήπιε μία γουλιά από το κρασί του. Με τη χαλαρή στάση του σώματός του, έδειχνε να αναμετρά μέσα από τις αργές κινήσεις του τις αντιδράσεις της Μαριάννας. «Δε σε νοιάζει;» τη ρώτησε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα όταν απομάκρυνε το ποτήρι από τα χείλη του.

«Όχι» αποκρίθηκε εκείνη όλο ευγένεια, χαμογελώντας.

«Είναι πολλά αυτά που πρέπει να μάθουμε μέχρι τότε γιατί είσαι πρωτοεμφανιζόμενη. Αρχικά, θα πρέπει να κάνουμε κάποιες εκπαιδεύσεις στο πως θα στήνεσαι στον φακό. Αυτά θα τα αναλάβει ο υπεύθυνος που έχουμε στο στούντιο. Έπειτα, θα πρέπει να σε αναλάβει ο ίματζ μέικερ. Ίσως χρειαστούμε κάποιες αλλαγές στην εμφάνισή σου, αν και εμένα μου αρέσεις ακριβώς όπως είσαι. Ακριβώς αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι ότι πιο τέλειο θα μπορούσα να έχω. Και ας μην το έχω» ψιθύρισε ολοκληρώνοντας τη φράση του.

Το βλέμμα της Μαριάννας χαμήλωσε ταπεινά μπροστά στο δικό του. Εκείνος, με την άκρη του δαχτύλου του, έπιασε το πιγούνι της σηκώνοντας το πρόσωπό της αργά προς τα πάνω. Σαν να την πρόσταζε να τον κοιτάξει μέσα στα μάτια. Η Μαριάννα υπάκουσε στην εντολή που δεν της δόθηκε τελικά ποτέ από τα δυο του χείλη.

«Και αυτό πρέπει να φτιάξουμε. Κυρίως αυτό. Την αυτοπεποίθησή σου» της επισήμανε, με το βλέμμα του να αγκαλιάζει έντονα το δικό της.

Με τους άντρες πάντα είχε αυτοπεποίθηση η Μαριάννα. Μπορεί να μην τους μιλούσε πολύ αλλά ποτέ δεν ήταν συνεσταλμένη. Ίσως να ήταν τον πρώτο χρόνο που είχε ξεκινήσει τη παράλληλη κρυφή ζωή της. Στη πορεία όμως συνήθισε. Της είχαν πει ότι όλα συνηθίζονται και δεν είχαν άδικο. Με τον Αλέξη όμως όλα μέσα της ήταν αλλιώς. Ένιωθε να κυριεύεται από εκείνη την ενέργεια που ασκούσε επάνω της αυτός ο άντρας. Έτοιμη να παραδοθεί και να κάνει ότι και αν της ζητούσε. Και τον γνώριζε τόσο λίγο. Ποτέ δεν της είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Δε γνώριζε τελικά πώς να διαχειριστεί όλη αυτή την αμηχανία που της προκαλούσαν οι στιγμές δίπλα του. Ένιωσε πολλές φορές την καρδιά της να τρέμει. Τον εαυτό της να μην ξέρει πώς να φερθεί. Τί να απαντήσει, πώς να διαχειριστεί και το πιο απλό, που μπορεί να ήταν το να πιάσει στα χέρια της αυτό το μαντίλι που ήταν πάνω στο πιάτο της. Όλα πρωτόγνωρα δίπλα του. Έχανε σταδιακά τον όποιο δυναμισμό της. Την όποια σιγουριά μπορεί να είχε απέναντι στους άντρες.

«Μου αρέσει που υποτάσεις το βλέμμα σου Μαριάννα. Αυτό με κάνει να σε ποθώ ακόμα περισσότερο. Είδες τι μου κάνεις; Άρχισα τις εξομολογήσεις». Έπιασε αργά το ποτήρι του και ακουμπώντας το στα χείλη του κοίταξε στο διπλανό τραπέζι θέλοντας να αποφύγει το βλέμμα της.

«Γύρω μας όλος αυτός ο κόσμος είναι η απόλυτη χλιδή» ψέλλισε και την κοίταξε ξανά κατάματα. «Και εσύ, είσαι και θα είσαι μέρος αυτής. Εδώ ανήκεις και μόνο».

Όση ώρα προσπαθούσε να ακολουθήσει το βλέμμα της διακριτικά στα διπλανά τραπέζια, τόσο σκεφτόταν ότι ο Αλέξης είχε απόλυτο δίκιο. Η Μαριάννα πάντα γνώριζε ότι ήταν μέρος αυτής της κοινωνίας. Της δικής τους. Και το όνειρό της δεν είχε αλλάξει εδώ και χρόνια. Η λέξη «στέρηση» είχε στιγματίσει τα πάντα μέσα της και τώρα ήταν σίγουρη ότι δε θα άφηνε ποτέ κανέναν να της στερήσει αυτό που άξιζε να ζήσει πραγματικά. Θα τα είχε όλα. Δόξα, χρήματα και αναγνώριση. Βαθιά μέσα της ήλπιζε ότι ίσως να είχε και εκείνον τον άντρα που όσο περνούσε η ώρα, ένιωθε να μεθάει από ερωτισμό και πόθο.

Και η βραδιά κύλησε γύρω από όμορφους διαλόγους με μικρές παύσεις για να γευματίσουν τα εκλεπτυσμένα πιάτα τους. Ο Αλέξης είχε πάντα να μοιραστεί μαζί της συναρπαστικές εμπειρίες από τη ζωή του και την άλλοτε ξεχασμένη καριέρα του στο αντρικό μόντελινγκ, πριν πάρει την απόφαση να αναλάβει ένα από τα πιο γνωστά πρακτορεία μοντέλων στην Ελλάδα. Τα ταξίδια του στο εξωτερικό έμοιαζαν συναρπαστικά και σε αντίθεση με εκείνον, η Μαριάννα δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον να του πει για τη ζωή της. Τα μάτια της άνοιγαν διάπλατα από θαυμασμό κάθε φορά που εκείνος της εξιστορούσε κάποια περιπέτειά του όσο περιπλανιόταν μέσα από την αφήγηση του, από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο και όσο εκείνος συνέχιζε να της αναλύει τα γεγονότα της ζωής του, τόσο εκείνη έπλαθε σενάρια με το μυαλό της ότι κάποια στιγμή θα ζούσε εκείνη την υπερπολυτελή ζωή που πάντα ονειρευόταν. Τα φώτα, τις κάμερες, τα εξώφυλλα. Όλα τα βλέμματα επάνω της. Όλα θα ήταν εκεί, με πρωταγωνίστρια εκείνη και μόνο.

 

****

 

Και αν τελικά ήταν ερωτευμένη; Τι θα την εμπόδιζε στο να το ζήσει; Μόνο η δεύτερη σκέψη της ότι μπροστά στον Αλέξη ήταν τόσο λίγη. Πως θα τολμούσε να του αποκαλύψει την κρυφή ζωή της; Εκείνη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα απλό κορίτσι γεμάτο όνειρα και φιλοδοξίες. Προκειμένου να βρει το δρόμο της μέσα στα δικά της όνειρα, εκείνη για τρία χρόνια πουλούσε το κορμί της δεξιά και αριστερά μέχρι να καταφέρει να συγκεντρώσει τα χρήματα που ήθελε για να φύγει μια για πάντα από τα μίζερα δεδομένα που της είχαν προγραμματίσει τρίτοι.

Έβγαλε αργά το φόρεμά της, ακουμπώντας το επάνω στο κρεβάτι της. Δάγκωσε τα χείλη της και κάπως ενστικτωδώς αγκάλιασε με τα χέρια της το στήθος της. Ήταν περίεργη αυτή η αίσθηση γιατί μέσα της επικρατούσε ένα μπερδεμένο συναίσθημα για τις προθέσεις του Αλέξη τελικά. Μετά το γεύμα τους και την πολύωρη συζήτησή τους, εκείνος την επέστρεψε στο σπίτι της χωρίς να της δώσει αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Μία ερωτική βραδιά μαζί του. Δε μπορεί να έκανε λάθος. Κάθε βλέμμα του την κυρίευε από την ερωτική επιθυμία του, το ένιωθε έντονα. Η ανάσα του κάποιες φορές ανάμεσα από τις συζητήσεις τους, της υποσχόταν τόσα πολλά. Σφάλισε τα βλέφαρά της θέλοντας να ξεφύγει για λίγο από τη μοναξιά της. Κατευθύνθηκε αργά στο κρεβάτι της και ξάπλωσε. Έγειρε στο πλάι και με το ένα της χέρι χάιδεψε το πάπλωμα που το σκέπαζε. Ο πόθος μέσα της είχε ξεσπάσει για εκείνον τον άντρα που, από την ώρα που τον γνώρισε, την συντρόφευε σε κάθε σκέψη. Η γοητεία του αλλά και ο αέρας του πάνω σε όλα, την έπειθε ότι κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι ο άντρας της ζωής της. Αναστέναξε στη σκέψη ότι τώρα βρισκόταν πολύ μακριά του. Ότι αυτή η στιγμή δε στάθηκε τόσο δυνατή ώστε να βρεθεί στο κρεβάτι του. Ένιωθε να λιώνει στη σκέψη ενός αγγίγματός του. Η παγωνιά που επικρατούσε στο δωμάτιο, αγκάλιασε το γυμνό σώμα της. Τράβηξε το πάπλωμα της μπαίνοντας από κάτω. Σκέπασε εκείνον το πόθο που έκανε το κορμί της να τον αναζητά.

«Η Μαριάννα ερωτευμένη» χαμογέλασε στον συλλογισμό της παρά το ότι δεν ήταν σίγουρη αν ήταν έτοιμη να το ζήσει όλο αυτό. Τη τρόμαζε το σκεπτικό ότι μπορεί να ήταν μονόπλευρο και όλα τα υπόλοιπα μπορεί και να τα είχε πλάσει στη φαντασία της. Δεν έπεισε τον εαυτό της ότι θα μπορούσε να είναι τόσο τυχερή. Άλλωστε η ζωή της είχε αποδείξει ότι δεν είχε καμία τύχη γενικά. Τώρα πως ήταν δυνατόν το άπιαστο όνειρό της να το συνοδεύει και ο έρωτας της ζωής της; «Είσαι ονειροπόλα Μαριάννα!» μάλωσε σιωπηλά τον εαυτό της και στριφογύρισε για λίγο το γυμνό κορμί της κάτω από το πάπλωμα, ανυπομονώντας για την επόμενη μέρα που θα ερχόταν η στιγμή να τον συναντήσει ξανά. Άλλωστε το ραντεβού τους ήταν ξεκάθαρο και εκείνη έπρεπε να βρίσκεται στη διεύθυνση που της έδωσε, ακριβώς την ώρα που της ζήτησε, για να ξεκινήσουν το πρώτο μάθημα της εκπαίδευσής της.

Και το κοντινό παρελθόν μέσα της έκλεισε την πόρτα. Οι σκέψεις ξεθώριασαν. Τόσο απλά, όσο έκλεισαν και τα βλέφαρά της σκεπάζοντας κάθε τι που της χαλούσε τα όμορφα συναισθήματα που έκαιγαν το στέρνο της. Όλες τις εκκρεμότητες μέσα της, η Μαριάννα τις είχε κλείσει. Φτάνοντας, εκείνη άλλαξε αριθμό στο κινητό της προφασιζόμενη στη μητέρα της ότι της είχαν κλέψει το κινητό στο μετρό. Μόνο η μητέρα της μπορούσε πια να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε πελάτες, ούτε συμφοιτητές, ούτε καθηγητές αλλά ούτε και ο Αργύρης, που ήταν σίγουρη ότι θα ήταν ο πρώτος που θα αντιλήφθηκε την απουσία της και ο μόνος που θα την αναζήτησε. Μόνο οι γονείς της θα γνώριζαν. «Οι γονείς της». Πάντα σε αυτή τη σκέψη χαμογελούσε πικρά όταν τους συλλογιζόταν. Ένα ζευγάρι τόσο λάθος πρότυπο για εκείνη. Ένα ζευγάρι που δεν είχε τίποτα το φυσιολογικό των συνηθισμένων γονιών.

ΒΡΕΣ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ!

 

Voula Gkemisi
Η Γκεμίση Βούλα κατάγεται από την Καλαμπάκα Τρικάλων. Μεγάλωσε και ζει μόνιμα στη Σητεία Κρήτης. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά την ενασχόληση της με τη συγγραφή μέσα από διαφορετικές κατηγορίες ιστοριών. Οι ιστορίες της αγαπήθηκαν πολύ γρήγορα από το κοινό και το πρώτο έντυπο βιβλίο της έρχεται με τίτλο «Λίγο Σεξ Ακόμη, Παρακαλώ!». Ακολουθεί το δεύτερο σε σειρά έντυπο βιβλίο της με τίτλο «Το Μυστικό Ενός Αγγέλου», μία σειρά από e-books, καθώς και δωρεάν διαθέσιμα μυθιστορήματα, διηγήματα & Short Stories.