Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΟΥΛΟΣ – Κοινωνικό δράμα

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΟΥΛΟΣ

Διάβασε το βιβλίο ΔΩΡΕΑΝ – ΠΑΤΑ ΕΔΩ!

 

Περίληψη:

Λατρεύει τις γυναίκες αλλά δεν το ξέρει ακόμα. Είναι πάντοτε το αιώνιο θύμα της ομορφιάς της. Ένα όμορφο περιτύλιγμα που θα την κάνει στο τέλος να ανατρέψει τα πάντα. Μέσα της κρύβει κάποιον άλλο κόσμο. Εκείνον που θα χρειαστεί χρόνο για να ανακαλύψει. Εκείνος όμως θα έρθει σταδιακά για να τη λυτρώσει από τα δεσμά της ομορφιάς της.

Η Άρτεμης, τελείως άχρωμη πια, κάπως ανυποψίαστη θα τρέξει στην αγκαλιά της μάνας της, χωρίς να το θέλει. Μετά τη γέννηση του λυτρωτικού χαοτικού της χαρακτήρα είναι η μόνη που γίνεται στο τέλος για πάντα ο αιώνιος δούλος που την αποδεσμεύει από το ψέμα. Και τότε ακροβατεί με σύμμαχο την αλήθεια της σε έναν καινούριο κόσμο που δεν είναι σε θέση κανείς να αγκαλιάσει πια, ούτε η ίδια της η μάνα. Πόσο μάλλον εκείνη…

“Ένα βιβλίο βασισμένο στη μητρότητα & την ψυχοσύνθεση της σε όλα τα επίπεδα της. Όταν η λογική έρχεται αντιμέτωπη με την τρέλα & όταν ο χρόνος μοιάζει να απειλεί όλα τα ένστικτα της με θύμα το ίδιο το παιδί”

Κατηγορία: Κοινωνικό Δράμα

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Τα παιδικά όνειρα απόψε τρυπούσαν το ταβάνι μέσα στη νύχτα. Η Στεφανία γύρισε και την αγκάλιασε φιλώντας την γλυκά. Ακόμα ένα βράδυ που η μοναδική της φίλη ήταν εκεί δίπλα της και μοιραζόντουσαν τις πιο όμορφες κοριτσίστικες επιθυμίες. Λίγο πριν σβήσουν το πορτατίφ μετρούσαν αντίστροφα τις μέρες των διακοπών με τα δάχτυλα τους. Το σχολείο τις κούραζε παρά το ότι ήταν αρκετά επιμελείς και οι δυο τους. Με ψίθυρο και μικρά γελάκια προσπαθούσαν να αποφύγουν τη φωνή της κυρίας Πελαγίας που κάθε τρεις και λίγο τους φώναζε να κοιμηθούν. Εκείνες όμως αψηφούσαν κάθε εμπόδιο. Ο αυθορμητισμός ξεχείλιζε μέχρι το χαλί δίπλα από το παιδικό κρεβάτι. Εκεί όπου συχνά πυκνά κρατούσαν αγκαλιά η μία την άλλη και κάθε βράδυ έβρισκαν το δικό τους καταφύγιο. Ήταν η ώρα για έναν βαθύ απολογισμό της ημέρας, για μια μεγάλη κατάθεση ψυχής. Ήταν η ώρα που τα όνειρα έπαιρναν την πιο γλυκιά διαδρομή, αυτή τη διαδρομή που κρατούσαν πάντα η μια την άλλη από το χέρι.

Η Άρτεμης καθήλωνε τους πάντες με τη φυσική της ομορφιά. Το εφηβικό της σώμα δεν ήταν ποτέ αρκετό για να μη διακρίνεις την αριστοκρατική της όψη. Το κατάλευκο κρυστάλλινο δέρμα της με τα μακριά σκούρα καστανόξανθα ολόισια μαλλιά της και τα καταπράσινα μάτια της που λαμπύριζαν σαν ρουμπίνια έκαναν τους πάντες να την χαζεύουν. Ήταν και εκείνο το ύφος που συχνά την έκανε να μοιάζει με ώριμη αριστοκράτισσα. Η Στεφανία κρατώντας το σκήπτρο μιας πιο ροκ εκδοχής ξέφευγε κατά πολύ από το πρότυπο της αγαπημένης της φίλης. Ένα κορίτσι με έντονα καστανά εκφραστικά μάτια και ένα χαμόγελο όλο ζωντάνια ήταν ο τέλειος συνδυασμός με τα σπαστά σκούρα καστανά μαλλιά της που συχνά τα έπιανε κοτσίδα. Μέσα στα στενά της τζιν, που σπάνια αποχωριζόταν, ένιωθε τον αυθορμητισμό της να τρέχει από τα μπατζάκια της αφήνοντας την παγερά αδιάφορη το γεγονός ότι η μοναδική της φίλη γινόταν πάντοτε για όλους το μόνο επίκεντρο λόγο της εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς της. Κάπου όλη αυτή η διαδικασία της άρεσε όσο τίποτα αφού ήταν η πρώτη που δήλωνε η μεγαλύτερη θαυμάστρια της.

Αυτή η συνάντηση είχε παράξενη διαδρομή μιας και οι δυο τους για αρκετό καιρό δεν είχαν προσέξει ποτέ η μια την άλλη στο σχολείο. Όλα είχαν ξεκινήσει όταν η Στεφανία μετακόμισε με τη μητέρα της στη γειτονιά της Άρτεμης. Μόλις τρία τετράγωνα πιο κάτω, οι δύο πόρτες δεν άργησαν να γίνουν μια. Σε εκείνη τη γειτονιά άλλωστε που κοινός τους άξονας ήταν το παιχνίδι δεν χωρούσαν ντροπές. Η Άρτεμης σπάνια έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς, αλλά εκείνη τη μέρα κάτι την τραβούσε να κατέβει στο στενάκι όπου ήξερε ότι θα συναντούσε κάποιους από τους συμμαθητές της εκεί και ίσως κάποια στιγμή να κατάφερνε επιτέλους να τους πλησιάσει. Το σπίτι της άλλωστε ήταν αρκετό για να της γεμίζει τα σωθικά μιας και το λάτρευε. Ήταν χτισμένες με σταθερότητα όλες οι αναμνήσεις της και τις θυμόταν όλες μία προς μία. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε να παίζει με τις πρώτες τις κούκλες μέχρι σήμερα που κάπου εκεί στα σχοινιά η μητέρα της, η κυρία Πελαγία, απλώνει με μαεστρία τα κομψά φουστάνια της. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν αφού χτένισε τα μεταξένια της μαλλιά έβαλε τα λευκά αθλητικά της, κατέβηκε στο γνωστό στενάκι όπου πρωταγωνιστούσε το κρυφτό. Κάποια αγόρια από το σχολείο της βλέποντας την ψιθύρισαν κάτι και άρχισαν να κλωτσάνε ο ένας στον άλλο κάπως αμήχανα την μπάλα χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στο παιχνίδι τους. Παρά το αριστοκρατικό της ύφος η Άρτεμης είχε μια γλύκα πάνω της που έκανε τους πάντες να υποκλίνονται μπροστά της χωρίς να το επιδιώκει. Η ομορφιά της ήταν τόσο ευδιάκριτη που πολλές φορές νόμιζες ότι κάποιο αόρατο φωτοστέφανο της έδινε όλη αυτή τη λάμψη. Τραβώντας το σορτσάκι της κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου περιμένοντας να της μιλήσει κάποιο από τα κορίτσια. Κρατούσε μαζί της ευτυχώς το λεύκωμα της και άρχισε να το ξεφυλλίζει αφού είχαν περάσει ήδη αρκετά λεπτά χωρίς να την πλησιάσει κανείς. Έβλεπε τα κορίτσια λίγο πιο πέρα από εκείνη να παίζουν σχοινάκι και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να τις κάνει να την πλησιάσουν. Ήταν πάντοτε όμως εσωστρεφής και πολύ κλειστό παιδί. Τι είχε κάνει τόσο λάθος η κυρία Πελαγία μαζί της; Πως σε όλα τα παιδιά ήταν τόσο εύκολο να πλησιάζουν το ένα το άλλο και εκείνη έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να βρει κάποιον να μιλήσει; Τα αγόρια πάντοτε κρατούσαν απόσταση από εκείνη. Τα έβλεπε μόνο να τη χαζεύουν και έπειτα να χάνονται από τα μάτια της κάπως επιδεικτικά και πολλές φορές κρατούσαν την ίδια στάση και πολλά κορίτσια. Μονάχα εκείνο το κορίτσι που έμοιαζε άγνωστο στα μάτια της σήμερα τις έριχνε πιο έντονες ματιές ενώ πηδούσε πάνω από το σκοινάκι. Ποιο να ήταν άραγε εκείνο το παράξενο κορίτσι; Όλη την ώρα χαμογελούσε και η φωνή της ακουγόταν σαν μελωδία στα αυτιά οποιουδήποτε ακροατή. Εκείνο λοιπόν το ροκ κορίτσι ήταν η Στεφανία. Άπλωσε το χέρι της και της έδωσε την μπάλα της.

– Πάρε την. Θέλεις να παίξεις μαζί μας; Θα παίξουμε «μήλα» σε λίγο.

Η Άρτεμης γύρισε με εκείνα τα τεράστια καταπράσινα μάτια της και την κοίταξε σχεδόν έκπληκτη τινάζοντας με το ένα της χέρι απαλά τα μαλλιά της. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αλλά χαμηλώνοντας το βλέμμα της κάπως ντροπαλά. Τα υπόλοιπα κορίτσια την κοίταξαν με μια παράξενη απορία στο βλέμμα τους αλλά γρήγορα προσαρμόστηκαν στην πρωτοβουλία της καινούρια τους φίλης. Η Στεφανία ήταν πολύ χαμογελαστή και άρχισε να λέει κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού την μικρή οδύσσεια που περνούσαν με τη μητέρα της μέχρι να προσαρμοστούν στο καινούριο τους σπίτι. Η Άρτεμης σε όλο το παιχνίδι πρόσεχε τις κινήσεις της, έδειχνε να φοβάται την μπάλα και όταν ένα μικρό ατύχημα με την μπάλα την έκανε να πονέσει στο χέρι της σταμάτησε και έκατσε στην άκρη πάλι σιωπηλή. Τα υπόλοιπα κορίτσια έδειχναν να το διασκεδάζουν που επιτέλους απαλλάχτηκαν από την παρουσία της στο παιχνίδι μιας και δεν μπορούσε να προσαρμοστεί με τον απαιτούμενο αυθορμητισμό. Η Στεφανία δεν την άφησε πολύ μόνη της και με ένα λαχάνιασμα που μαρτυρούσε ότι χρειαζόταν ξεκούραση έκατσε δίπλα της μούσκεμα στον ιδρώτα. Η Άρτεμης κοίταξε το φανελάκι της που από λευκό είχε γίνει σχεδόν γκρι από την ταλαιπωρία.

– Μη σε νοιάζει… Αυτό φεύγει. Πως σε λένε;

Τη ρώτησε προσπαθώντας να μπουν στη διαδικασία να ανταλλάξουν επιτέλους μια παραπάνω λέξη.

– Άρτεμης. Εσένα Στεφανία είπες ε;

– Ναι… Στεφανία.

– Δε σε έχω δει ποτέ. Πας στο σχολείο μας;

– Ναι. Πρώτη γυμνασίου είμαι.

– Εγώ πάω στη δευτέρα.

– Α… ωραία. Πριν μια βδομάδα μετακομίσαμε εδώ πιο κάτω με τη μητέρα μου. Εσύ μένεις σε αυτή τη γειτονιά;

– Όχι… Στην παραπάνω γειτονιά. Απλά εδώ ξέρω ότι μαζεύονται όλα τα παιδιά και έρχομαι καμιά φορά.

– Το κατάλαβα… Ανέβαινα από το σπίτι μου και ήταν η γειτονιά μου άδεια. Εδώ γίνεται χαμός.

– Πρέπει να φύγω…

– Θα τα πούμε καμιά φορά εδώ αν είναι. Όποτε θέλεις να ‘ρχεσαι. Εγώ θα έρχομαι μόλις τελειώνω τα μαθήματα μου.

– Σε αφήνουν οι γονείς σου;

– Ναι, η μητέρα μου με αφήνει.

– Ο πατέρας σου σε αφήνει κάθε μέρα;

– Στο είπα και πριν. Μετακόμισα εδώ με τη μητέρα μου…

– Α, συγγνώμη… μάλλον δεν το πρόσεξα.

– Δε πειράζει… όποτε θέλεις να έρχεσαι να παίζουμε.

Η Στεφανία της χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο και η Άρτεμης για πρώτη φορά ένιωσε μέσα της ότι επιτέλους είχε κάποια φίλη. Δεν ήταν ακριβώς φίλη αλλά θα μπορούσε και να γίνει. Ξαφνικά ένιωσε πολύ χαρούμενη και η διαδρομή μέχρι το σπίτι της, της φάνηκε πολύ όμορφη. Μπαίνοντας στο σπίτι άκουσε τις γλυκές υστερίες της κυρίας Πελαγίας μόλις αντίκρισε το φανελάκι της κόρης της μέσα στα μαύρα χάλια. Σχεδόν αμέσως την έβαλε με μια γρήγορη κίνηση στο μπάνιο και την υποχρέωσε να πλυθεί, αλλά όση ώρα η Άρτεμης άκουγε τη γλυκιά μουρμούρα της μητέρας της την ώρα που τριβόταν μέσα στο μπάνιο τόσο η καρδιά της χαμογελούσε όλο και περισσότερο μιας και σήμερα γύρισε γεμάτη από παιχνίδι. Η όλη διαδικασία της φούσκωνε όλο και περισσότερο το στήθος της που είχε αρχίσει να παίρνει μια πιο γυναικεία όψη σιγά σιγά και έτσι όπως κυλούσε πάνω στο καλοσχηματισμένο εφηβικό κορμί της η σαπουνάδα από το σφουγγάρι της, τόσο τα λακάκια της διαγράφονταν από το γλυκό της χαμόγελο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο γεμάτη μέσα της. Έπαιξε με την ψυχή της και το απολάμβανε και ας φαινόταν το αντίθετο σε όλους. Ήταν το μυστικό της σήμερα λοιπόν. Μπορεί να μην ήξερε να παίζει τόσο έντονα όσο τα υπόλοιπα παιδιά αλλά είχε κάνει μια καλή αρχή, μια αρχή που φοβόταν και σήμερα αλλά εκείνο το παράξενο και ευδιάθετο κορίτσι της άπλωσε το χέρι για να την βάλει στη διαδικασία να ανακαλύψει τις ομορφιές που κρύβει το παιχνίδι. Η Στεφανία ίσως να γινόταν η φίλη της. Δεν το ήξερε αλλά μέσα της το ήλπιζε. Αυτό το κορίτσι δεν την κοιτούσε περίεργα όπως όλες οι υπόλοιπες συμμαθήτριες της. Την έκανε να νιώθει όμορφα μέσα της.

Voula Gkemisi
Η κα Γκεμίση Βούλα κατάγεται από την Καλαμπάκα Τρικάλων. Μεγάλωσε και ζει μόνιμα στη Σητεία Κρήτης. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά την ενασχόληση της με τη συγγραφή μέσα από διαφορετικές κατηγορίες ιστοριών. Οι ιστορίες της αγαπήθηκαν πολύ γρήγορα από το κοινό και το πρώτο έντυπο βιβλίο της έρχεται με τίτλο «Λίγο Σεξ Ακόμη, Παρακαλώ!». Ακολουθεί το δεύτερο σε σειρά έντυπο βιβλίο της με τίτλο «Το Μυστικό Ενός Αγγέλου», μία σειρά από e-books, καθώς και δωρεάν διαθέσιμα μυθιστορήματα, διηγήματα & Short Stories.