“η ΕΡΓΕΝΙΣΣΑ” ~ ΝΕΟ ~ Διαβάστε ΔΩΡΕΑΝ μόνο στο makestorytelling.com

VoulaGkemisi Copyright2020
Απαγορεύεται αυστηρά η κλοπή, αντιγραφή ή αναδημοσίευση των κειμένων ή της ιστορίας 
χωρίς την έγκριση της δημιουργού.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΤΗ ΝΕΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟ SITE! 

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΕΔΩ! 

Για να λαμβάνετε ενημερώσεις σχετικά με τα νέα Κεφάλαια που θα ανεβαίνουν – Κάντε Εγγραφή στο Newsletter!

Αγαπητέ αναγνώστη!

Η ιστορία αυτή δεν έχει επιμεληθεί.

Συγχώρεσε μου τυχόν λαθάκια που μπορεί να συναντήσεις στο κείμενο μου αλλά ο χρόνος μου είναι περιορισμένος. Μετά την ολοκλήρωση της θα γίνει ορθογραφική και συναντική επιμέλεια όπως συνηθίζω άλλωστε… Σ ευχαριστώ για την κατανόηση!

*

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στον μικρόκοσμο μου απολαμβάνω την τελειομανία μου, εργάζομαι μανιωδώς και παθιάζομαι με το να χρησιμοποιώ τους άντρες όπως ακριβώς κάνουν και εκείνοι όταν αυτοαποκαλούνται ορκισμένοι εργένηδες!

Είμαι η Σόνια και το επίθετο μου θα μπορούσε άνετα να ήταν εργένισσα.

Στον δικό μου κόσμο δεν υπάρχουν περιθώρια λάθους. Όλα γίνονται σωστά, προβλέψιμα και βάση του τέλειου προγράμματος. 

Μέχρι που στη ζωή μου έρχεται σαν από μηχανής Θεός ο Μάκης, ο οποίος από την πρώτη νύχτα θα αντισταθεί να υποκλιθεί στις ερωτικές μου προθέσεις και θα γίνει η αφορμή να κάνει την κοσμοθεωρία μου να βουλιάξει σαν χάρτινο καραβάκι στον ωκεανό. 

Την ώρα που εγώ – η καπετάνισσα – ουρλιάζω σπαραχτικά να πέσει στα βαθιά νερά και να με σώσει, εκείνος επιδεκτικά απολαμβάνει το θέαμα από ψηλά χασκογελώντας! 

************************************************************************************

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ~

Η ιδιόρρυθμη ζωή μου και ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν την ερωτική διάσταση των γυναικών θα μπορούσε να ήταν άκρως κατακριτέος στην κοινωνία που ζούμε. Πως γινόταν άλλωστε μία γυναίκα να χρησιμοποιεί τους άντρες με τέτοιο τρόπο και έπειτα να τους πετάει στην άκρη σαν στημένη λεμονόκουπα;

Στην δική μου κοσμοθεωρία είχα τον απόλυτο έλεγχο και στην ζωή μου δεν μπορούσε να εισχωρήσει κανείς περισσότερο από το επιτρεπόμενο χρονοδιάγραμμα που του είχα ορίσει εξαρχής μέσα στο κεφάλι μου. Και αν κάποιος προσπαθούσε να το κάνει, τον απέφευγα με συνοπτικές διαδικασίες. Τόσο απλά, λιτά και απέριττα και τη στιγμή που το κατάφερνα, σχεδόν πάντα ξεφυσούσα ικανοποιημένη ισιώνοντας την φούστα μου μέχρι να πάρει τη σωστή της κατεύθυνση έως τα γόνατα μου. Περήφανα κοίταζα τα ψηλοτάκουνα μου και αφού φούσκωνα σαν μπαλόνι το πλούσιο στήθος μου, τίναζα και το καστανόξανθο μου μαλλί με μία περίσσια θηλυκότητα. Εκείνη ήταν ακριβώς η στιγμή που στο μυαλό μου γυρνούσα το διακόπτη και τον έκανα να τερματίζει αυτόματα στο μηδέν. Καμία ανάμνηση, κανένα απολύτως συναισθηματικό δέσιμο.

Η εργασιομανία μου και άλλοτε τελειομανία μου, με έκαναν πάντα να αποδεσμεύομαι ακαριαία. Η μέρα μου ήταν γεμάτη από ένα σορό επιχειρηματικά προβλήματα που όφειλα να λύσω για τις αμέτρητες επιχειρήσεις που έδειχναν να γονατίζουν μέσα στην κρίση. Το γραφείο μου άλλωστε ήταν από τα κορυφαία της Αθήνας και όλοι οι επιχειρηματίες έσπευδαν να πλησιάσουν την επιτυχημένη σύμβουλο επιχειρήσεων για να τους μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Διατηρούσα κάποιες υποψίες ότι μερικοί από εκείνους με πλησίαζαν σαν κλαρινογαμπροί για τη φήμη που με συνόδευε ότι ήμουν μία στυγνή δολοφόνος του έρωτα. Ότι ήμουν μια ορκισμένη εργένισσα που στα βαθιά της γεράματα θα ξεψυχούσε αγκαλιά με τις αμέτρητες γάτες της.

Δάγκωσα το στυλό μου στην εικόνα αυτή, με εμένα γερασμένη, να φοράω μία μεταξωτή ρόμπα και τα μαλλιά μου να είναι καλοχτενισμένα σε ένα υπέροχο σινιών. Τα ρυτιδιασμένα χείλη μου σχεδόν επιβαλλόταν να είναι με εκείνη την κατακόκκινη απόχρωση του κραγιόν μου που φώτιζε φλογισμένο σαν το πάθος που σκορπούσα σε κάθε αρσενικό που είχε περάσει από την – κατά τα άλλα – πληθωρική ερωτική ζωή μου. ¨Αν πληρωνόμουν για τις «υπηρεσίες» που τους πρόσφερα θα είχα χτίσει πολυκατοικίες¨ Σκεφτόμουν την ώρα που το καπάκι από το στυλό, έμοιαζε με ζελεδάκι ανάμεσα από τα πλαϊνά μου δόντια, με τον κυνόδοντα μου να το καρφώνει επίμονα.

Το χτύπημα στην πόρτα με έκανε να αναταραχτώ και να ανασηκώσω τα κοκάλινα γυαλιά μου πεταρίζοντας τα βλέφαρα μου.

«Παρακαλώ…» Απάντησα και με ένα λοξό βλέμμα έκανα μία γρήγορη ανασκόπηση πάνω στο γραφείο μου για να τσεκάρω ότι όλα ήταν στην θέση τους. Με την άκρη του ματιού μου εντόπισα ότι ο φάκελος μπροστά μου δεν ήταν στην ευθεία του και πιάνοντας τον σχεδόν ευλαβικά, εστίασα επάνω του και τον γύρισα ελαφρά με τα δυο μου χέρια για να φαίνεται ολόισιος και να μην χαλάει την αισθητική μου. Η πόρτα άνοιξε σε κλάσματα του δευτερολέπτου και η θεότρελη Αλέκα πήρε μία πόζα που έμοιαζε με εκείνες που συμμετείχαν στα reality μόδας. Από τα χέρια της τινάχτηκαν δύο κατακόκκινες χάρτινες σακούλες και μπαίνοντας μέσα με φόρα και βήμα πασαρέλας πλησίασε το γραφείο μου πετώντας την μία από αυτές πάνω του.

«Είσαι τρελή παιδάκι μου;;;» Τσίριξα και μάζεψα αμέσως τη σακούλα τακτοποιώντας τα πράγματα που είχαν διασκορπιστεί από την άτσαλη κίνηση της. Έγειρα το σώμα μου πάνω από το φάκελο και τις θήκες των στυλό που είχαν αποτραβηχτεί από τα σημεία που τα είχα τοποθετημένα. Εκείνη αναμασούσε μία τσίχλα νευρικά στριφογυρίζοντας τα μάτια της.

«Αμάν πια με αυτόν τον ψυχαναγκασμό σου ρε Σόνια! Καταντάς σπαστική!»

Αφού τα τοποθέτησα όλα συμμετρικά, της έριξα ένα βλέφαρο σηκώνοντας ελαφρά το πρόσωπο μου.

«Αφού το γνωρίζεις το κόλλημα μου…»

Εκείνη αναστέναξε.

«Φυσικά και το γνωρίζω καλή μου φιλενάδα… Εδώ και τριάντα κάτι… χρόνια! Τα πόσα είπαμε ότι κλείνεις τελικά;» Το στόμα της ανοιγόκλεινε ασταμάτητα και φαινόταν σαν να μην έπαιρνε ούτε αναπνοή.

«Είσαι η μόνη που έχεις αρχείο μέχρι και με τους αμέτρητους γκόμενους σου! Αλήθεια, που έχει φτάσει αυτό το νούμερο; Αν είναι να το πάμε στο ρεκόρ Γκίνες να βγάλουμε και κανένα φράγκο! Άσε που θα είσαι σαν ερωτική μετοχή που θα είναι μονίμως σε άνοδο!»

Χαμογέλασα περήφανα και σταύρωσα τα πόδια μου. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της κοιτάζοντας για λίγο πίσω από το γραφείο μου.

«Και να φανταστεί κανείς ότι ώρες και φορές ντύνεσαι σαν … καλόγρια! Οι φούστες που δεν είναι μίνι απλά θα έπρεπε να καταργηθούν!» Είπε κατηγορηματικά και άπλωσε τα γυμνά πόδια της όλο νάζι στο πλάι, τεντώνοντας με τα δυο της χέρια επιδεκτικά το κομμάτι ύφασμα που φορούσε και ήθελε να αποκαλεί φούστα. «Δεν βλέπεις τα δικά μου; Σε κοινή θέα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο!»

Κάγχασα δυνατά. Η Αλέκα είχε πάντα αστείρευτο χιούμορ.

«Τι να το κάνεις γλυκιά μου; Τέτοια πόδια με μόνιμη σχέση που καταντάει πιο βαρετή και από την ερωτική ζωή της γιαγιάς μου, άστο … Καλύτερα να μου λείπει!»

Εκείνη αναμάσησε την τσίχλα της ακόμα πιο νευρικά και σκεπτόμενη. Το βλέμμα της βυθίστηκε στο κενό και όταν έκανε μία φούσκα και έσκασε πάνω στα χείλη της με κοίταξε απογοητευμένη.

«Δεν έχεις και άδικο… Από την άλλη, καλύτερη είσαι εσύ; Που όλους τους χρησιμοποιείς; Θα καταντήσεις μόνη σου μέχρι τα βαθιά γεράματα και έπειτα θα αναμετράς τις ερωτικές σου περιπέτειες μέσα από ένα άλμπουμ γεμάτο αρσενικά… Άσε που θα έχεις πάθει και Αλτσχάιμερ και θα χάνεις το μέτρημα και ξανά μανά από την αρχή… Αλήθεια, τους θυμάσαι όλους αυτούς;»

«Δικαίωμα μου να ζω όπως θέλω! Δεν θέλω κανέναν τους! Όλοι τους είναι άχρηστοι και έτσι και αλλιώς και σχέση να κάνω, το κέρατο δεν το γλυτώνω! Οπότε… Καλύτερα έτσι! Αυτοί στον κόσμο τους και εγώ στον δικό μου! Εξηγημένα πράγματα από την αρχή! Δεν είμαι εγώ για σχέσεις και τέτοια μπερδέματα…» Άρχισα να τοποθετώ μία στοίβα από έγγραφα μέσα στο χαρτοφύλακα μου. «Βιάζομαι Αλέκα μου! Πρέπει να τρέξω μέχρι την τράπεζα να κάνω κάτι καταθέσεις! Θα έρθεις μαζί μου ή θα κάτσεις να αναπολείς τον ρουτινιασμένο σου… έρωτα;»

Με κοίταξε μελαγχολικά και σηκώθηκε αργά από τη θέση της με πρόθεση να με ακολουθήσει προς την έξοδο. Έτρεξα πίσω στο γραφείο και έπιασα την κατακόκκινη, χάρτινη σακούλα στο χέρι μου ρίχνοντας της ένα βλέμμα όλο νάζι για την αφηρημάδα μου. Λίγο πριν φύγουμε, της έσκασα ένα φιλί στο μάγουλο.

«Σ ευχαριστώ πολύ για το δώρο! Ευτυχώς έχω και εσένα και με σκέφτεσαι… Τι θα έκανα εγώ χωρίς εσένα;» Την ρώτησα παιχνιδιάρικα τσιμπώντας ελαφρά το μάγουλο που είχα φιλήσει λίγο πιο πριν και εκείνη την ώρα που κοίταζα επίμονα το ρολόι στον καρπό μου και παράλληλα έκλεινα την πόρτα του γραφείου κλειδώνοντας την, άρχισε να με κατακλύζει το πηγαίο άγχος που ήταν μόνιμο στο στομάχι μου.

«Το βράδυ όπως είπαμε… Μην ξεχνάς ότι πρέπει να γιορτάσουμε και τα γενέθλια σου!»

Μου είπε παιχνιδιάρικα, την ώρα που είχα τελειώσει με τις δουλειές μου, αφήνοντας την έξω από το σπίτι της και εγώ της έκλεισα το μάτι ζωηρά σαν ένδειξη ότι η σκανδαλιάρικη ερωτική μου διάθεση δεν έφευγε ούτε λεπτό από το πιστό μας ραντεβού. Εκείνη έβγαινε μαζί μου για να χορεύει μέχρι το πρωί και να ξεχνάει τον ρουτινιασμένο της έρωτα και εγώ για να καλύπτω το ερωτικό μου κενό με όποιον φυσικά μου έκανε το περιβόητο «κλικ».

 

 

*

«Για να προχωρήσω στο επόμενο βήμα, πρέπει πρώτα το οπτικό μου πεδίο να τον έχει περάσει από ακτίνες Χ και να έχει τερματίσει στο επόμενο στάδιο δίνοντας το περιβόητο ¨πράσινο¨ φως… Έπειτα, όλα κυλάνε μόνα τους. Μέχρι τώρα, κανένα αρσενικό δεν μου έχει αντισταθεί… Και κάθε φορά αυτή η διαδικασία του παιχνιδιού ανάμεσα στις πρώτες εντυπώσεις και μετέπειτα στη διαδικασία του φλερτ, με εξιτάρει όσο τίποτα. Το αμέσως επόμενο βήμα, είναι να πάω το υποψήφιο θήραμα μου στο σπίτι μου. Πάντα στο σπίτι μου, για να έχω και τον απόλυτο έλεγχο. Κάνουμε ότι κάνουμε και με ένα ανεξήγητο προγραμματισμένο εσωτερικό ρολόι που με κυνηγάει χρόνια, την ώρα που σκέφτομαι ότι μπορεί να μου κλέβει και άλλο από το οξυγόνο του σπιτιού μου, τον διώχνω με συνοπτικές διαδικασίες… Καταλαβαίνετε ποιο είναι το πρόβλημα γιατρέ μου; Το ότι δεν συνειδητοποιούν και αυτοί ότι είναι η ώρα να φύγουν και να με αφήσουν στην ησυχία μου… Με φέρνουν εκείνη τη στιγμή σε πολύ δύσκολη θέση… Καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι;»

«Όχι, Σόνια. Νομίζω ότι το πρόβλημα σου δεν είναι ότι τα υποψήφια θύματα σου δεν συνειδητοποιούν ότι είναι η ώρα να σε αποδεσμεύσουν από την παρουσία τους και να σε αφήσουν στην ησυχία σου… Ίσως το πρόβλημα να μην είναι τόσο επιφανειακό όσο πιστεύεις. Μέσα στην τελειομανία σου έχεις ευνουχιστεί συναισθηματικά. Δεν επιθυμείς κανένα είδους συναισθηματικού δεσίματος…»

Συνοφρυώθηκα κοιτάζοντας για λίγο στο κενό, ακούγοντας προσεκτικά την απάντηση της Ανδριάνας. Της ψυχολόγου που εδώ και τρεις μήνες γνώριζε όλες μου τις ερωτικές περιπέτειες μαζί με την πλήρη ανασκόπηση της υπόλοιπης ζωής μου. Ένιωσα να πιέζομαι ξαφνικά από το πουθενά και για δευτερόλεπτα ήθελα απλά να χτυπήσω τα χέρια μου στο γραφείο της και να της πω ότι διαφωνώ κάθετα. Χμ! Πως μπορούσε να μου πει ότι εγώ ήμουν ευνουχισμένη συναισθηματικά; Φυσικά και δεν το δεχόμουν. Κάθε ερωτική μου περιπέτεια θα ντρόπιαζε μέχρι και τις πιο καλοπληρωμένες ερωτικές φαντασιώσεις. Κοίταξα το ρολόι μου, με το ένα φρύδι μου σηκωμένο και έπειτα βυθίστηκα για δευτερόλεπτα μέσα στο βλέμμα της που περίμενε ανυπόμονα και εξεταστικά την επόμενη αντίδραση μου. Τη μίσησα για λίγο εκείνη τη στιγμή και έπειτα αποτράβηξα το βλέμμα μου γιατί ένιωθα ότι θα διάβαζε απόλυτα μέχρι και το ψέμα που ήμουν έτοιμη να της ξεστομίσω.

«Δυστυχώς πρέπει να φύγω! Μόλις συνειδητοποίησα ότι είχα ένα έκτακτο ραντεβού και με όλη αυτή την κουβέντα μας εδώ και τόση ώρα κοντεύω να το χάσω… Θα τα πούμε την άλλη Παρασκευή!»

Με συνοπτικές διαδικασίες σηκώθηκα και αφού την χαιρέτησα έγινα στην κυριολεξία καπνός, ενώ εκείνη παρέμεινε στη θέση της με ένα αχνό χαμόγελο να παρατηρεί τα πάντα. Πόσο με εκνεύρισε! Βγήκα στο δρόμο σαν κυνηγημένη αποζητώντας μανιωδώς το αμάξι μου, μπήκα μέσα και έκλεισα δυνατά την πόρτα. Χτύπησα με το ένα χέρι μου το τιμόνι και αν και ένιωσα να πονάω, ρουθουνίζοντας όλο θυμό, μετά από λίγο έβαλα μπρος και πάτησα νευρικά το γκάζι. Στα μισά όμως της διαδρομής συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει το χαρτοφύλακα μου πίσω.

«Γαμώτο!» Αναφώνησα γιατί δεν ήθελα με τίποτα να επιστρέψω ξανά στον τόπο του εγκλήματος γιατί η αλήθεια είναι ότι εκεί μέσα – λίγο πιο πριν – είχε γίνει ένα τεράστιο έγκλημα και ήταν η δολοφονία του ψυχικού μου κόσμου. Πως μπορούσε να με στήσει στον τοίχο αυτή η άσχετη που με γνωρίζει μόνο τρεις μήνες; Ακούς εκεί; Εγώ συναισθηματικά ευνουχισμένη!

Έκανα γρήγορη αναστροφή αφού πρώτα κοίταξα τον κεντρικό καθρέφτη του αυτοκινήτου μου και ξανά πήρα το δρόμο της επιστροφής για το γραφείο της. Μέσα στο μυαλό μου έκανα χιλιάδες σενάρια για να μπω βιαστικά, να αρπάξω τον χαρτοφύλακα μου και να εξαφανιστώ. Αν ήταν δυνατό, δεν ήθελα να ανταλλάξουμε ούτε μία κουβέντα. Την ώρα που πάρκαρα έξω από το γραφείο της, με τα σενάρια να χοροπηδάνε στο μυαλό μου, νόμιζα ότι ο κόσμος μου κατέρρεε μπροστά μου στη σκέψη ότι πλησίαζε η στιγμή που θα την ξανά αντίκριζα. Μπαίνοντας στο γραφείο της για πρώτη φορά παρατήρησα ότι η γραμματέας της έλειπε. Φώναξα το όνομα της ψυχολόγου στον αέρα αλλά τίποτα. Έπειτα, χτύπησα ελαφρά την πόρτα, αλλά και πάλι τίποτα. Κοίταξα το ρολόι μου περισσότερο από συνήθεια και μετά για κάποιο λόγο έστρεψα το κεφάλι μου προς το ταβάνι με ένα πλατύ χαμόγελο ενώ τα χέρια μου είχαν ενωθεί σαν να προσευχόμουν:

«Σ ευχαριστώ Μεγαλοδύναμε!» Μουρμούρισα και με πλημμύρισαν συναισθήματα ευτυχίας μιας και συνειδητοποιούσα ότι πρέπει να ήμουν πολύ τυχερή που έλειπε.

Με φανερό θράσος, άνοιξα την πόρτα και έμεινα να κρατάω το χερούλι, τη στιγμή που η γυριστή, δερμάτινη καρέκλα του γραφείου της στράφηκε προς το μέρος μου από την μεριά που έβλεπε προς τον τοίχο. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και ένα φωτεινό χαμόγελο ξεπρόβαλε στο πρόσωπο του γοητευτικού άντρα που καθόταν εκεί, κρατώντας στα χέρια του ένα χαρτί, το οποίο πρέπει να μελετούσε λίγο πιο πριν με πολύ προσοχή. Το βλέμμα μου κατηφόρισε μπροστά στο φάκελο που ήταν ορθάνοιχτος επάνω στο γραφείο και εκείνος άφησε το χαρτί να πέσει απαλά μέσα από τις παλάμες του.

«Ποιος είσαι εσύ;» Τον ρώτησα αγενέστατα λες και είχε κάνει εισβολή στο χώρο μου. Εκείνος σηκώθηκε τρέχοντας και αφού έπιασε το χέρι μου από το χερούλι της πόρτας, έκλεισε την πόρτα αργά κοιτάζοντας προς τα έξω και με κατεύθυνε μέχρι την καρέκλα μπροστά από το γραφείο δείχνοντας μου την για να κάτσω.

«Ηρεμήστε… Νομίζω ότι αυτό θα έπρεπε να το ρωτήσω εγώ…»

Χαμογέλασε και η φωνή του ήταν βραχνή και άκρως ερεθιστική. Σταύρωσα τα χέρια μου σε στάση άμυνας κοιτάζοντας τον λοξά.

«Εσείς κάνατε εισβολή στο χώρο μου… Όχι εγώ στον δικό σας…» Συνέχισε ευγενικά και εγώ στριφογύρισα αργά τα μάτια μου συνειδητοποιώντας το πόσο δίκιο είχε. Αναστέναξα.

«Ας είναι… Η Ανδριάνα που είναι; Ξέχασα τον χαρτοφύλακα μου!»

Εκείνος άφησε το σώμα του να βυθιστεί μέσα στην τροχήλατη καρέκλα και έδειχνε άνετος σαν να απολάμβανε την επιθετική μου στάση. Αυτό το χαμόγελο του με εκνεύριζε όμως τόσο πολύ!

«Αν εννοείται αυτό το δερμάτινο πράγμα που μοιάζει με τσάντα, είναι εκεί…» Αποκρίθηκε με ένα παγωμένο χαμόγελο και με το δάχτυλο του, έδειξε πίσω μου στο σημείο όπου ήταν τοποθετημένος ένας καλόγερος δίπλα από την πόρτα.

«Ναι, αυτό το δερμάτινο πράγμα εννοώ! Ευχαριστώ πολύ!» Ανταπάντησα όλο ειρωνεία και αφού έλυσα τα χέρια μου, σηκώθηκα αργά και έπιασα το χαρτοφύλακα. Λίγο πριν γυρίσω το χερούλι της πόρτας, έστριψα τον κορμό μου προς το μέρος του και τον είδα να παίρνει στα χέρια του ένα από τα χαρτιά του φακέλου που είχε μπροστά του.

«Και αν θέλετε να ξέρετε… Αυτό το δερμάτινο πράγμα… Κοστίζει μία περιουσία… Απλά για την πληροφορία!» Πετάρισα τα βλέφαρα μου όλο τσαχπινιά, με ένα υποτιμητικό ύφος να με συντροφεύει την ώρα που σοβάρεψα απότομα και εκείνος μου έδωσε τη χαριστική βολή.

«Μα και φυσικά δεν περίμενα κάποια καλύτερη αντίδραση από εσάς! Είστε η κα Φερμίδου! Και ας παραδεχτούμε και οι δύο ότι η τσάντα αυτή μπορεί να είναι ένα επαγγελματικό εργαλείο, αλλά δεν παύει να είναι κακόγουστη!»

Είπε και εκείνος χλευαστικά και εγώ εστιάζοντας στο χαρτί που κρατούσε κουνώντας το επιδεικτικά, γύρισα το βλέμμα μου ξανά μέσα στο δικό του ενώ λίγο πιο κάτω το εκνευριστικό του χαμόγελο με έκανε χωρίς λόγο να τα χάσω. Κοπάνησα την πόρτα πυροδοτώντας τα πάντα μπροστά μου με σπίθες που έβγαιναν από τα μάτια μου και έφυγα από εκεί σχεδόν αγανακτισμένη. Πήρα το δρόμο για το σπίτι μου, με τις σκέψεις μου να χοροπηδάνε μέσα μου όλο οργή κάθε φορά που συνειδητοποιούσα ότι ο ανοιγμένος φάκελος μπροστά του ήταν η ψυχολογική διάγνωση της τελευταίας ασθενούς που είχε περάσει εκείνη τη μέρα από το γραφείο της Ανδριάνας. Εμένα δηλαδή! Και αυτή η ανεύθυνη; Πως ήταν δυνατόν να αφήνει εκτεθειμένα τα πολύτιμα ιατρικά συμπεράσματα της και μάλιστα να μπορεί να έχει ο κάθε άσχετος πρόσβαση σε αυτά; Έλεος!

Και τώρα που το καλοσκέφτομαι, ποιος ήταν τελικά αυτός ο άγνωστος; Ούτε το όνομα του δεν είχα καταφέρει να μάθω. Πατώντας απότομα το φρένο έκανα μία απότομη κίνηση μπροστά με τη ζώνη του αυτοκινήτου μου να πιέζει το σώμα και κυρίως το πλούσιο στήθος μου. Γούρλωσα τα μάτια μου από τρομάρα όταν άκουγα τις φωνές ενός περαστικού που τσίριζε. Αν και το βλέμμα μου κοίταξε επίμονα προς το φανάρι εκείνη την ώρα που έδειχνε πράσινο, εκείνος επέμενε να φωνάζει ότι όφειλα να σταματήσω και η αλήθεια είναι ότι δεν είχε και άδικο. Ούτε που τον είχα δει τον Χριστιανό. Ξανά έβαλα μπρος τη στιγμή που μία ουρά αυτοκινήτων από πίσω μου πατούσε επίμονα τις κόρνες και με χέρια που έτρεμαν γύρισα το τιμόνι, μαλώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό μου που με έπιασα να σκέφτομαι επίμονα εκείνον τον παράξενο τύπο που η υπεραισιοδοξία και η ετοιμολογία του, τέντωνε τα νεύρα μου και τα έφτανε μέχρι τον ουρανό.

 

*

Λίγες ώρες αργότερα, τα είχα ξεχάσει όλα.

Απολάμβανα ένα καυτό αφρόλουτρο με έντονη την μυρωδιά από τα άγρια φρούτα του δάσους να αχνίζουν μέχρι το ταβάνι. Τα κεράκια και η lounge μουσική ήταν ότι καλύτερο για να χαλαρώσω και να ξαναβρώ τον παλιό, καλό, ερωτικό μου εαυτό. Εκείνον που όλοι οι άντρες λάτρευαν και έπεφταν στα πόδια μου ο ένας μετά τον άλλον. Παρά το γεγονός όμως ότι οι επιλογές μου ήταν πολλές, ήμουν και επιλεκτική μέσα σε όλα εκείνα τα αρσενικά που έτρεχαν από πίσω μου. Έπρεπε να μου κάνουν αυτό το «κλικ». Διαφορετικά, δεν μπορούσα να δοθώ στον καθένα. Και στην τελική, αν ήταν ο άλλος ικανός ας έμπαινε στη διαδικασία να ενεργοποιήσει την ερωτική μου επιθυμία για εκείνον. Έτσι δεν είναι;

Το επίμονο κουδούνισμα μου επισήμανε ότι είχε έρθει η τρελή φίλη μου. Η Αλέκα, ήταν σε όλα της εκνευριστικά επίμονη κάνοντας παντού αισθητή την παρουσία της. Βγήκα όπως ήμουν από την μπανιέρα με τους αφρούς και αφού τράβηξα το μπουρνούζι μου, διέσχισα το διάδρομο γυμνή τυλίγοντας το γύρω μου.

«Ακόμα δεν είσαι έτοιμη;» Με ρώτησε με ένα υπεροπτικό ύφος και με κοίταξε με μισή ματιά από πάνω μέχρι κάτω. Έκλεισα την πόρτα και βημάτισα μέχρι το δωμάτιο μου.

«Ανυπόμονη σε όλα σου…» Σχολίασα και εκείνη στεκόταν μπροστά από κάτι ξεχασμένα cd που είχε ξετρυπώσει από ένα ντουλάπι. Αλλάζοντας μουσική σε βαρύ λαϊκό πρόγραμμα του ’90 με κοίταξε πελαγωμένη την ώρα που πλησίασε στο δωμάτιο μου, μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη.

«Αυτά πάλι που τα βρήκες;» Την ρώτησα και της γύρισα την πλάτη μου κρατώντας τα μαλλιά μου στον αέρα. Εκείνη σηκώνοντας το φερμουάρ του στενού φορέματος μου, μουρμούρισε με σφιγμένα δόντια. «Όχι, θα άφηνα την προηγούμενη μουσική να μας πάρει ο ύπνος!»

Μόλις σκαρφάλωσα στις κατακόκκινες γόβες μου και έβαλα και το φλογερό κόκκινο κραγιόν – το κραγιόν του πάθους – εκείνη έμεινε σε απόσταση χαζεύοντας με μέσα από τον καθρέφτη.

«Αχ! Πάλι από τα πατώματα θα μαζεύω τα θύματα σου… Να δω ποιος θα είναι ο τυχερός σήμερα!»

Της χαμογέλασα πονηρά και την τράβηξα κοντά μου.

«Σήμερα, κανείς! Γιορτάζουμε τα γενέθλια μου και υπόσχομαι να μην φέρω κανέναν εδώ! Για μία φορά στη ζωή μου είναι καιρός να αφιερώσω αυτή τη μέρα μόνο στην κολλητή μου και στον εαυτό μου! Δεν θα κοιτάξω κανέναν! Θα χορεύουμε μέχρι το πρωί και μετά… Σαν καλό κορίτσι που είμαι, θα έρθω μόνη μου στο σπίτι και θα κάνω δώρο στον εαυτό μου έναν υπέροχο ύπνο! Εξάλλου, μου χρειάζεται λίγος ύπνος παραπάνω…»

Η Αλέκα σίγουρα δεν το πίστευε αυτό, αλλά εγώ μέσα μου είχα ορκιστεί ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ενδώσω σε καμία ερωτική πρόκληση. Θα διασκέδαζα και θα γυρνούσα σπίτι για να κάνω το πολυτιμότερο δώρο στον εαυτό μου. Την ξεκούραση που χρειαζόμουν. Άλλωστε τίποτα δεν μπορούσε να ξεπεράσει την εργασιομανία μου και αυτό ήταν γνωστό πια σε όλους.

 

 

*

Στο αγαπημένο μας κλαμπ δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα.

Ευτυχώς η Αλέκα είχε κλείσει ένα γωνιακό τραπέζι και έτσι ο Στράτος – ο υπεύθυνος – μόλις μας είδε, μας πλησίασε και μας οδήγησε αμέσως στη θέση μας. Αφού με φίλησε πάνω από τρεις φορές για να μου ευχηθεί, μόλις απομακρύνθηκε, η Αλέκα άρχισε να φωνάζει στο αυτί μου μιας και η ξέφρενη μουσική σκέπαζε τα πάντα.

«Του τρέχουν πάλι τα σάλια του κακομοίρη… Είναι δυνατόν να μη σου αρέσει αυτός ο παίδαρος; Πόσα χρόνια σου την πέφτει;» Την κοίταξα με ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο σαν να την παρακαλούσα να σταματήσει την κουβέντα. Εκείνη μου χαμογέλασε και αφού έβγαλε το παλτό της με παρότρυνε να κάνω και εγώ το ίδιο, χορεύοντας. Την ώρα που άρχισα να το βγάζω κοίταξα ολόγυρα μου και εκείνη με τράβηξε από το μανίκι. Μόλις τα μάτια μας διασταυρώθηκαν μέσα στο μισοσκόταδο, διαπίστωσα το παραπονεμένο βλέμμα της. Πλησίασα το αυτί της ενοχικά.

«Έχεις δίκιο. Δεν θα ξανά κοιτάξω γύρω μου. Στο υπόσχομαι! Σήμερα θα χορεύουμε μέχρι να ξημερώσει. Τέρμα τα ερωτικά καλέσματα!»

Άρχισε να τσιρίζει χοροπηδώντας στον αέρα κάνοντας μία παρέα αντρών λίγο πιο δίπλα μας να την κοιτάζουν επίμονα, ενώ εγώ έσκασα στα γέλια. Το μπουκάλι ήρθε σχεδόν αμέσως στο τραπέζι μας και εγώ σέρβιρα, θέλοντας να περιποιηθώ τη φίλη μου σαν να ήμασταν οι δυο μας μέσα στο μαγαζί. Άρχισα να χορεύω και τότε νιώθαμε και οι δύο ότι όλα τα βλέμματα έπεσαν επάνω μας. Χαμογελούσα από ευτυχία που ήμουν νέα, όμορφη και επιτυχημένη με μία καριέρα που ήταν επιλογή μου και όλο και εκτοξευόταν. Δεν είχα κανένα λόγο να μην γιορτάσω τα γενέθλια μου και μάλιστα όπως τα ήθελα εγώ.

Λίγο αργότερα, εκεί που ο χορός μας είχε συνεπάρει με μικρές διακοπές για να βρέχουμε τα χείλη μας με βότκα, ένιωσα ένα χέρι να με χουφτώνει έντονα από πίσω. Σε δευτερόλεπτα γύρισα και χωρίς να δω μπροστά μου άστραψα ένα δυνατό χαστούκι σε όποιον βρισκόταν πίσω μου. Όλοι πάγωσαν τριγύρω σταματώντας να χορεύουν. Ενώ από την άλλη μισή μεριά του κλαμπ δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Συνέχιζαν να χορεύουν και να ουρλιάζουν ρυθμικά.

Άρχισα να βρίζω σαν νταλικέρης, ενώ η Αλέκα σταμάτησε αυτόματα και έτρεξε πίσω μου κρατώντας με από το μπράτσο. Το στόμα μου είχε παραλύσει από τις απανωτές βρισιές και ο άντρας μπροστά μου κρατούσε το μάγουλο του. Μέσα στον παραλογισμό μου, την ώρα που χτυπιόμουν και τα πολύχρωμα φωτορυθμικά εστίαζαν στο πρόσωπο του μέσα από τις εναλλαγές τους, έμεινα εμβρόντητη να τον κοιτάζω. Λες και κατάπια τη γλώσσα μου ξαφνικά, ένιωσα ένα δυνατό κόμπο μέσα στο στομάχι μου.

«Πως τόλμησες;» Τσίριξα ακόμα πιο νευριασμένα όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν εκείνος ο άγνωστος που είχα συναντήσει στο γραφείο της Ανδριάνας λίγες ώρες πριν. Εκείνος δεν μιλούσε. Με κοίταζε παγωμένος ενώ ήταν ολοφάνερο ότι προσπαθούσε να βρει λέξεις για να δικαιολογηθεί. Η Αλέκα από πίσω με σκουντούσε προσπαθώντας να με ηρεμήσει. Έκανε ένα βήμα μπροστά στην προσπάθεια του να μου μιλήσει και εγώ αμέσως τον αποπήρα:

«Μην πεις λέξη! Θα τα κάνεις χειρότερα! Παλιοκαθίκι!»

Ούρλιαξα κλαψουρίζοντας και κατευθύνθηκα προς το τραπέζι μας νευριασμένη κουνώντας εκνευρισμένη τα χέρια μου, φωνάζοντας στην Αλέκα να με αφήσει ήσυχη ενώ πάλευε να με καθησυχάσει. Ήπια μονορούφι το ποτό μου και την ώρα που γέμιζα το ποτήρι μου από το μπουκάλι ξανά, η Αλέκα μου φώναξε δυνατά.

«Άσε με να σου μιλήσω επιτέλους!»

Την κοίταξα σχεδόν βουρκωμένη ενώ ήπια και το δεύτερο ποτό αμέσως.

«Τι να μου πεις; Μου χάλασε τη βραδιά το παλιοκάθαρμα!»

«Κάνεις λάθος Σόνια! Άσε με να σου εξηγήσω…» Τα μάτια μου τον έψαχναν μέσα στο πλήθος αλλά αυτός έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί. Δεν ήταν και λίγο το ρεζιλίκι του. Η Αλέκα αφού ακολούθησε το βλέμμα μου αναζητώντας τον και εκείνη, κόλλησε το στόμα της στο αυτί μου.

«Δεν σε χούφτωσε εκείνος… Από τη διπλανή παρέα ήταν… Την στιγμή που εσύ τον χαστούκισες,  ο φαλακρός τύπος που ήταν πίσω σου ξέσπασε στα γέλια. Αυτός ήταν! Αλλά έτσι όπως χτυπιόσουν εσύ, που να το καταλάβεις! Έτυχε και περνούσε εκείνη την ώρα ο άλλος από πίσω σου! Τσάμπα το χαστούκι που έφαγε!»

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα μόλις σταδιακά άκουγα τις λέξεις της Αλέκας να με οδηγούν σε ένα θολό συμπέρασμα μέσα από την ζάλη μου. Πως ήταν δυνατόν; Εκείνη συνέχιζε να μουρμουράει δίπλα μου ενώ τον αναζητούσε μέσα στο πλήθος με ένα πελαγωμένο ύφος.

«Πρέπει να του ζητήσουμε συγνώμη… Δεν φταίει εκείνος…»

Η παρέα δίπλα μας εννοείται και λίγο αργότερα έφυγε και εγώ έμεινα να αρχίζω να σκιαγραφώ μέσα μου ενοχές για την άδικη συμπεριφορά μου προς εκείνον τον γοητευτικό άγνωστο. Ένιωσα τόσο ντροπή  ξαφνικά που ταπεινώθηκα όσο ποτέ στη ζωή μου και ας μην τον είχα μπροστά μου για να ζητήσω συγνώμη. Πράγμα που όλοι γνώριζαν πόσο δύσκολο μου ήταν.

«Το χειρότερο από όλα δεν είναι αυτό…» Συνέχισε η Αλέκα κοιτάζοντας με απογοητευμένη και εκείνη από την εξέλιξη της βραδιάς.

«Ξέρω, τι θα πεις… Ότι μας χάλασε τη βραδιά! Και είχαμε τόσο όρεξη…»

«Ναι, είναι και αυτό… Αλλά όχι. Δεν ήθελα να πω ακριβώς αυτό! Το χειρότερο από όλα είναι ότι και να τον βρούμε εσύ δεν πρόκειται να του ζητήσεις συγνώμη… Γιατί είσαι ξεροκέφαλη! Δεν τον άφηνες εκείνη τη στιγμή να σου εξηγήσει!»

Την κοίταξα απολογητικά ενώ εκείνη έδειχνε να νιώθει πραγματικά άσχημα. Και να φανταστεί κανείς ότι δεν είχα προλάβει να της πω ότι αυτός ο άγνωστος, δεν μου ήταν και τόσο άγνωστος τελικά.

Ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχαμε καμία όρεξη πια να συνεχίσουμε να διασκεδάζουμε. Ο Στράτος έφτασε κοντά μας με σφηνάκια θέλοντας να μας φτιάξει τη διάθεση αλλά ήταν μάταιο.

«Μου είπαν τα παιδιά μέσα από το μπαρ για το όλο σκηνικό. Ήμουν από την  άλλη μεριά της εισόδου και δεν είχα ορατότητα μέχρι εδώ… Διαφορετικά δεν θα τον άφηνα να φύγει… Εσείς, ξέρετε ποιος είναι; Να τον περιποιηθώ την επόμενη φορά;»

Η Αλέκα του είπε ότι δεν είχαμε ιδέα και του εξήγησε την όλη κατάσταση. Και την ώρα που τελείωνε τη φράση της ο Στράτος την κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Ποιος τύπος; Αυτός ο φαλακρός που ήταν εδώ με έναν άλλον δίπλα σας;»

«Ναι, αυτός ήταν! Και άδικα την πλήρωσε ο άλλος… Έτυχε και περνούσε εκείνη τη στιγμή… Εγώ που χόρευα μπροστά από την Σόνια τον είδα ότι εκείνη τη στιγμή απομακρύνθηκε από το φίλο του και πήγε για δευτερόλεπτα πίσω της και επανήλθε μετά στη θέση του και χασκογελούσαν! Αλλά εσύ γιατί μας κοιτάζεις τώρα έτσι καλέ;»

«Α, τον αλήτη! Γιατί πριν φύγουν, σας πλήρωσαν το μπουκάλι και είπαν στον μπάρμαν να σας πούνε ότι σας ευχαριστούνε πολύ!»

Στα λόγια του Στράτου έβγαλα καπνούς μέχρι και από τα αυτιά. Τα νεύρα μου ήταν ανεξέλεγκτα. Τόσο που έπιασα ένα ποτήρι και το έσπασα μπροστά τους. Η Αλέκα έμεινε άναυδη να με κοιτάζει και ο Στράτος χάζεψε στο θέαμα του ξεσπάσματος μου.

«Ακόμα και έτσι πάντως μία κούκλα είσαι…» Φώναξε και εγώ κοιτάζοντας απειλητικά την Αλέκα, την πρόσταξα με το βλέμμα μου να φύγουμε. Έπιασε τα παλτό και τις τσάντες μας και με τράβηξε διακριτικά προς την έξοδο, χαιρετώντας τον Στράτο όσο βγαίναμε προς τα έξω.

«Μα καλά! Είναι όλοι τους ηλίθιοι;;;» Άρχισα να ουρλιάζω όταν η πόρτα του κλαμπ έκλεισε πίσω μας και μείναμε μπροστά από την είσοδο. Η Αλέκα προσπαθούσε να μου κάνει νοήματα με τα μάτια της ενώ χαμογελούσε σαν χαζή. Εγώ ούτε που την κοίταγα από τον εκνευρισμό μου.

«Το μόνο που τους νοιάζει είναι πως θα σου την πέσουν! Μέρα που είναι σήμερα και μου βγήκε ξινή!» Κλαψούριζα τσιρίζοντας και εκείνη προσπαθούσε να μου κάνει διακριτικά νόημα με το δάχτυλο της για να κοιτάξω προς τα πίσω.

«Τι θες και εσύ και κάνεις όλες αυτές τις σπαστικές κινήσεις…» Ούρλιαξα και γυρίζοντας το σώμα μου προς τα πίσω, κόντεψα να πάθω ανακοπή βλέποντας εκείνον τον άγνωστο να δείχνει ότι απολαμβάνει τις αντιδράσεις μου μέσα από πνιχτά γέλια. Η καρδιά μου άρχισε να καλπάζει και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα έντονα το συναίσθημα της ντροπής. Εγώ. Που δε σήκωνα μύγα στο σπαθί μου! Ένιωσα τόσο μικρή και άβουλη εκείνη τη στιγμή στο να διαχειριστώ αυτή τη «συγνώμη» που έφτανε μέχρι την άκρη της γλώσσας μου και μετά την τραβούσα ξανά πίσω αναμασώντας την. Εκείνος προσπαθούσε να συγκρατήσει ευγενικά τα γέλια του, παρατηρώντας την Αλέκα πίσω μου να με σκουντάει ελαφρά και να στραβώνει το στόμα της, ψιθυρίζοντας μου: «Πες το… Τι περιμένεις;»

Κοίταξα αμήχανα γύρω μου και έσκυψα το κεφάλι μου θέλοντας να αποδεσμευτώ από αυτό το ανοιχτόχρωμο βλέμμα του που ένιωθα να με μαγνητίζει εκείνη τη στιγμή.

«Ήταν λάθος μου…» Κατάφερα τελικά να ψελλίσω στο τέλος και η Αλέκα αναστέναξε όλο απογοήτευση, σαν να ήμουν κανένα παιδάκι που δεν διορθωνόταν με τίποτα. «Δεν είχα καταλάβει ότι…» Μουρμούρισα κομπιάζοντας ενώ μέσα μου δεν μπορούσα να παραδεχτώ ότι έμοιαζα σαν να είχα χάσει για πρώτη φορά τα λόγια μου. Επιτόπου σφράγισα το στόμα μου γιατί είχα αρχίσει να θυμώνω με τον εαυτό μου, που τον έπιανα αδιάβαστο στο να το διαχειριστεί όλο αυτό που μου συνέβαινε.

«Εντάξει, όλα καλά…» Αποκρίθηκε εκείνος μετά από αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής θέλοντας να δώσει τέλος σε αυτή την αμηχανία.

«Ωραία τότε! Ας πηγαίνουμε…» Είπα κάπως λυτρωτικά και η Αλέκα με ένα ψεύτικο χαμόγελο με πήρε αγκαζέ.

«Μάκης…» Έσπευσε να τονίσει εκείνος και μας άπλωσε το χέρι του, ενώ εγώ λίγο πριν λυγίσω το σώμα μου για να φύγω γύρισα ξανά προς το μέρος του και κλείδωσα την παλάμη μου μέσα στη δική του. Κοιταχτήκαμε για λίγο μέσα στα μάτια και ήταν βέβαιο ότι μέχρι και η Αλέκα που με κρατούσε από το μπράτσο ένιωσε τον ηλεκτρισμό μου. Το βλέμμα μου είχε καρφωθεί μέσα στο δικό του και για πρώτη φορά διαπίστωνα ότι αυτά τα μάτια ήταν όλο υποσχέσεις. Η έκφραση μου γαλήνεψε απότομα και στο θέαμα αυτό, η Αλέκα μία κοίταζε εμένα και μία εκείνον μένοντας άφωνη. Κάπου στο τέλος πρέπει να κοίταξε τις ενωμένες παλάμες μας που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Χωρίς να το καταλάβω μου έδωσε μία σπρωξιά και εγώ με μία άτσαλη κίνηση έπεσα μέσα στην αγκαλιά του ενώ εκείνη χαμογελούσε.

«Λοιπόν, εγώ παιδιά σας αφήνω γιατί έχω και το αγόρι μου που με περιμένει στο σπίτι! Άντε φεύγω και… καλά ξεμπερδέματα!»

 

(Όποια και αν ήταν τα συναισθήματα που σου προκάλεσε αυτό το κεφάλαιο Μην Ξεχάσεις να αφήσεις τις αντιδράσεις & το σχόλιο σου! Σ ευχαριστώ που είσαι εδώ!)

#Εργένισσα

 


~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ~

Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου η Αλέκα μας παράτησε εκεί και γύρω μας όλα έμοιαζαν να έχουν απομονωθεί. Κάποιες σκόρπιες φωνές μεθυσμένων έφταναν μέχρι τα αυτιά μας την ώρα που ανοιγόκλεινε η πόρτα του κλαμπ και η μουσική ανεβοκατέβαζε ρυθμικά την ένταση της στα αυτιά μας.

Παραμείναμε σιωπηλοί, με τα χέρια μας ενωμένα για παραπάνω από ένα λεπτό. Έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι ναζιάρικα και ένιωθα να μην μπορώ να αποτραβήξω το βλέμμα μου μέσα από το δικό του. Τα μάτια του είχαν κάποιες σταχτή αποχρώσεις που έμοιαζαν με καλοσχηματισμένα κύματα μέσα στην ανοιχτόχρωμη γαλάζια θάλασσα τους και με έκαναν να βυθίζομαι σταδιακά όλο και περισσότερο. Τράβηξα το χέρι μου απότομα και αμήχανα και το έχωσα μέσα στην τσέπη από το παλτό μου. Αποτράβηξα το βλέμμα μου για λίγο και έπειτα τον ξανά κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια σαν να με πρόσταζε να το κάνω. Εκείνος με πλησίασε και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να φυλακίζομαι μέσα σε ένα έντονο καρδιοχτύπι. Με μάτια υγρά από πόθο, η ερωτική του επιθυμία αγκάλιασε ολόκληρο το κορμί μου, τη στιγμή που κλείδωσε το πρόσωπο μου μέσα στις δυο παλάμες του και με τράβηξε κοντά στο δικό του σφραγίζοντας τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα σε αυτή την παρορμητική στιγμή σαν κοριτσόπουλο που της δίνουν το πρώτο της φιλί. Σίγουρα η αίσθηση αυτού του φιλιού με είχε απογειώσει σε ένα άλλο σύμπαν. Δεν ένιωθα, δεν άκουγα και δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο πέρα από το ότι το κορμί μου αναζητούσε να ενωθεί με το δικό του.

«Πάμε σπίτι μου…» Ψιθύρισα κάποια λεπτά αργότερα την ώρα που στο πρόσωπο μου ήμουν σίγουρη ότι είχε ζωγραφιστεί ένα πάθος που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Εκείνος έκανε ότι δεν με άκουσε και αμέσως με τράβηξε από το χέρι μέσα σε ένα μικρό στενό που υπήρχε ανάμεσα από το κλαμπ και ένα κλειστό, παρακμιακό μπαρ. Μέσα στο μισοσκόταδο ένιωθα τη γλώσσα του να παιχνιδίζει τόσο έντονα με τη δική μου που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ αυτό το φιλί. Με κόλλησε απαλά πάνω στον τοίχο και με τις παλάμες του κλείδωσε τις δικές μου σφίγγοντας τες, την ώρα που το σώμα του είχε ενωθεί με το δικό μου στριμώχνοντας με όλο και περισσότερο στον τοίχο.

«Σε θέλω…» Κατάφερα να του πω με βραχνή φωνή την ώρα που εκείνος είχε αρχίσει να κατηφορίζει με τα υγρά χείλη του προς τον λαιμό μου ενώ το στήθος μου έκαιγε. Σε ένα ανεπαίσθητο άνοιγμα των βλεφάρων μου λύγισα το κεφάλι μου προς το σκοτεινό ουρανό που μας σκέπαζε, ενώ ένιωθα ένα ρίγος να διαπερνάει ολόκληρο το κορμί μου σαν φωτιά που έκαιγε τα πάντα.

«Πάμε σπίτι μου;» Τον ξανά ρώτησα λίγο αργότερα ψιθυριστά και σταματώντας τη διαδικασία άφησε το υγρό και εκστασιασμένο βλέμμα του μέσα στο δικό μου. Μου χαμογέλασε και τα μάτια μου κοίταξαν τα χείλη του που μου χάρισαν εκείνη τη στιγμή το ωραιότερο χαμόγελο του κόσμου. Έσφιξα το χέρι του μέσα στο δικό μου και με συνοπτικές διαδικασίες βγήκαμε από το στενό κατευθυνόμενοι προς το αμάξι μου. Μέχρι να φτάσουμε ως εκεί, ο ένας έριχνε κλεφτές ματιές στον άλλον όλο ερωτικές υποσχέσεις. Τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα του οδηγού, τον είδα να κάνει ένα διστακτικό βήμα προς τα πίσω.

«Καλύτερα να σε ακολουθήσω με το δικό μου αμάξι…» Αποκρίθηκε με ένα λάγνο ύφος που δεν μου άφηνε περιθώρια να αρθρώσω το παραμικρό.

Ένευσα με ένα χαμόγελο και γυρίζοντας μου έδειξε το αυτοκίνητο του που ήταν παρκαρισμένο λίγο πιο πέρα από το δικό μου. Μου έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και ένιωσα ξαφνικά ότι θα μπορούσα να υποκλιθώ σε αυτή του την κίνηση. Όπως και να το κάνουμε, οι άντρες που σε περιποιούνται σε όλα ανεβαίνουν στα μάτια σου λίγο παραπάνω. Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο, με χέρια που έτρεμαν και από τον εσωτερικό καθρέφτη κάθε τρεις και λίγο σε όλη τη διαδρομή τσέκαρα ότι με ακολουθούσε αφήνοντας τις περισσότερες φορές το αμάξι του να είναι πολύ κοντά στο δικό μου σαν να με προκαλούσε. Μέσα στο μυαλό μου το μόνο που επικρατούσε ήταν το ότι στο σπίτι μου ένιωθα πάντα ασφαλής. Ήταν ο χώρος μου άλλωστε.

Φτάνοντας προς το φανάρι με την ένδειξη του κόκκινου, φρέναρα κάπως απότομα ενώ εκείνος πήρε θέση με το δικό του αυτοκίνητο ακριβώς δίπλα μου αλλάζοντας λωρίδα. Τον είδα να κατεβάζει το τζάμι του συνοδηγού και αφού μου ένευσε, κατέβασα και εγώ το δικό μου με ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη μου. Το βλέμμα του με διαπέρασε σαν μαχαιριά και το αχνό χαμόγελο του με έκανε να τα χάσω. Ανταπέδωσα το πονηρό του βλέμμα και τον κοίταζα με μάτια που έσταζαν από ερωτικές διαθέσεις. Τον είδα να ρίχνει μία πεταχτή ματιά στο φανάρι και την ώρα που άλλαξε σε πράσινο, έγειρε το σώμα του προς τη θέση του συνοδηγού και χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά.

«Τα λέμε!» Μου φώναξε και έκλεισε το μάτι του πατώντας τέρμα το γκάζι, αφήνοντας πίσω του έναν στριγκό ήχο από την εξάτμιση του αυτοκινήτου του. Έμεινα με μία παγωμένη έκφραση να κοιτάζω το δρόμο μπροστά μου ενώ από πίσω μου ένα αυτοκίνητο κόρναρε σαν τρελό για να ξεκινήσω. Κοίταξα σαστισμένη μέσα από τον καθρέφτη μου, αδιαφορώντας για την επιμονή του, ώσπου τον είδα να αλλάζει λωρίδα και να με προσπερνάει σαν σίφουνας.

«Τα λέμε…;» Ψιθύρισα απογοητευμένη και πάτησα ελαφρά το γκάζι για να συνεχίσω επιτέλους το δρόμο για το σπίτι μου. Σε όλη τη διαδρομή το κεφάλι μου ένιωθα να κάνει σβούρες ενώ μονολογούσα συνέχεια αυτές τις δύο λέξεις… «Τα λέμε…» Τι εννοούσε ακριβώς; Πως θα τα ξανά λέγαμε; Αφού δεν είχα κανένα στοιχείο δικό του. Στα χείλη μου επικρατούσε η γεύση του φιλιού του και μέσα στις σκέψεις μου χοροπηδούσαν όλα τα συναισθήματα που μου είχε ξυπνήσει την ώρα που με είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού! Και εγώ που νόμιζα ότι η ζωή μου χαμογέλασε μετά από αυτό το φριχτό βράδυ που μου χάλασε τόσο απότομα τη διάθεση. Ήταν το καλύτερο δώρο των γενεθλίων μου τελικά αυτό το κλείσιμο της βραδιάς ή τουλάχιστον αυτό πίστευα μιας και η κατάληξη δεν ήταν τελικά η αναμενόμενη.

Την ώρα που πάρκαρα, προσπαθούσα να βάλω στην άκρη όλο τον συναισθηματισμό μου που είχα νιώσει λίγα λεπτά πριν μαζί του. Το μυαλό μου κλείδωσε πάνω σε έναν εγωισμό που έκανε την επανεμφάνιση του μέσα μου και ο εκνευρισμός μου άρχισε να ξεσπαθώνει απειλητικά και πάλι. ¨ Πως μπόρεσε και το έκανε σε εμένα αυτό;¨ Συλλογιζόμουν όση ώρα προσπαθούσε με τρεμάμενα χέρια από οργή να ανοίξω την εξώπορτα μου. Κοπάνησα την πόρτα πίσω μου και αφού έκανα μία κίνηση και πέταξα τις γόβες μου όπου βρήκα, τσίριξα στον αέρα προσπαθώντας να καλμάρω τα νεύρα μου. Η τσάντα μου εκτοξεύτηκε κάπου στον αέρα μαζί με τις τσιρίδες μου.

«Θα μου το πληρώσει!» Ούρλιαξα στον εαυτό μου και έριξα μία ματιά όλο μίσος στον καθρέφτη της εισόδου μου, την ώρα που άνοιξα το μικρό φωτιστικό. Βημάτισα μέχρι το δωμάτιο μου τόσο βαριά με τα ξυπόλυτα πόδια μου, που ένιωσα να τραντάζει το πάτωμα. Έβγαλα αργά το φόρεμα μου και βυθίστηκα μέσα στα σκεπάσματα μου, ενώ από το μυαλό μου δεν είχε φύγει λεπτό η σκηνή που είχα ζήσει λίγο πιο πριν στο φανάρι και έπειτα ερχόντουσαν όλες οι σκηνές που είχα ζήσει μαζί του μπροστά μου, με την τελευταία να τερματίζει στο χαστούκι που έφαγε από το χέρι μου μέσα στο κλαμπ. Ένιωσα ικανοποίηση με αυτό το χαστούκι γιατί τώρα μέσα μου είχα πειστεί ότι του άξιζε τελικά. Ήταν δυνατόν να μου φερθεί έτσι; Σε εμένα; Που οι άντρες σέρνονται στα πόδια μου για να τους επιλέξω και να τους φέρω μέχρι το κρεβάτι μου; Ακούς εκεί ¨Τα λέμε…¨ Ποιος νομίζεις ότι είσαι κύριε;

Έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου να κοιμηθεί αλλά τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι διέσχισα όλη αυτή τη διαδρομή από την είσοδο μέχρι το υπνοδωμάτιο μου, ξυπόλυτη, πετάχτηκα πάνω σαν ελατήριο και άρχισα να τρέχω προς το μπάνιο προκειμένου να πλύνω τα πόδια μου. Κάτω από το χλιαρό νερό ένιωσα το άγγιγμα του στις παλάμες μου την ώρα που μέσα στο στενό μου τις έσφιγγε όλο και περισσότερο. Σκεπτόμενη όλες εκείνες τις μεμονωμένες στιγμές που διαρκούσαν δευτερόλεπτα, επιβεβαίωνα μέσα μου ότι και εκείνος με ήθελε όσο εγώ. Το ένιωθα άλλωστε όσο το σώμα του είχε κολλήσει επάνω μου και δεν σταματούσε λεπτό να με φιλάει. Τι άλλαξε δηλαδή λίγα λεπτά αργότερα;

«Είναι απλά κάφρος Σόνια! Σίγουρα δεν άξιζε το να τον φέρεις μέχρι το κρεβάτι σου! Μεγάλη χάρη θα του έκανες!» Μουρμούρισα στον εαυτό μου θέλοντας να τον πείσω ότι έπρεπε να μην τον ξανά σκεφτώ. Μπήκα ξανά κάτω από τα σκεπάσματα μου με τα εσώρουχα όπως ήμουν. Έκλεισα το φως και αν και ήμουν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ένιωθα το υποσυνείδητο μου να με καλεί και να μην μπορεί να ηρεμήσει. Μία υπερένταση από το πουθενά. Σηκώθηκα αρκετές φορές μέσα στον ύπνο μου, τεντώνοντας μέσα στο σκοτάδι τα σκεπάσματα μου για να τα ισιώσω. Δεν ήθελα για κανέναν λόγο να κοιμάμαι με τσαλακωμένα σκεπάσματα. Ήμουν τελικά ένα ψυχάκι, όπως έλεγε και η Αλέκα που γνώριζε όσο κανείς τα ψυχαναγκαστικά κολλήματα μου. Που να της έλεγα και για την εξέλιξη αυτής της βραδιάς. Περισσότερο με ερωτική ήττα έμοιαζε όλο αυτό που δεν ήθελα να εξομολογηθώ σε κανέναν.

«Κλείσε το διακόπτη σου και κοιμήσου!» Βροντοφώναξα την ώρα που σφράγισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ με το ζόρι και χωρίς να το καταλάβω ο ύπνος τελικά ήρθε πιο γλυκός από ποτέ.

*

Η πόρτα χτύπησε και εγώ με γοργά βήματα, σαν να τον περίμενα, έτρεξα κοντά της αφήνοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Με τα κόκκινα δαντελένια μου εσώρουχα ήμουν σκέτος πειρασμός ακόμα και αν είχε περάσει αρκετή ώρα από τη στιγμή που είχα μπει μέσα στο σπίτι. Άνοιξα την πόρτα και τον είδα να με κοιτάζει μετανιωμένος. Έγειρα στο πλάι θέλοντας να κρυφτώ μέσα στο μισοσκόταδο που επικρατούσε, αφού πρώτα τον άφησα να διακρίνει το γυμνασμένο σώμα μου. Ήμουν σκέτη πρόκληση και ήμουν έτοιμη να του δοθώ. Τον λαχταρούσα τόσο πολύ ερωτικά που το μόνο που με ένοιαζε ήταν να τον ρίξω επιτέλους στο κρεβάτι μου. Είχα ξεχάσει τα πάντα εκείνη τη στιγμή που ο εγωισμός μου τροφοδοτήθηκε μέσα από τον ερχομό του. Σε κανονικές συνθήκες δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου, μιας και θα του είχα κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Απλά τώρα όλα έμοιαζαν διαφορετικά και εγώ επιθυμούσα όσο τίποτα να το ζήσω όλο αυτό μαζί του. Το βλέμμα του, τα χείλη του και ο τρόπος που με άγγιζε ένιωθα ότι μου ανήκαν όλα. Το φιλί μας ήταν η απόδειξη ότι και εκείνος δεν άντεχε και είχε μετανιώσει πικρά για τη στάση που είχε κρατήσει. Τον τράβηξα στο πάτωμα, όπου ξάπλωσα και άρχισα να τρίβομαι επάνω του σαν να του ζητούσα διακαώς να μου κάνει έρωτα. Ξάπλωσα στο πάτωμα… Ξάπλωσα στο πάτωμα… Τι;;; Ξάπλωσα στο πάτωμα;;;

Τσίριξε το υποσυνείδητο μου και πετάχτηκα από το κρεβάτι την ώρα που κρύος ιδρώτας με έλουζε. Κοίταξα ολόγυρα μου και έπειτα έπιασα το ξυπνητήρι που ήταν δίπλα μου στο κομοδίνο. Ήταν πέντε παρά τέταρτο το πρωί. Πήρα μία βαθιά αναπνοή και αφού ξεφύσησα, τράβηξα τις κουρτίνες από το παράθυρο μου απολαμβάνοντας για λίγο το ξημέρωμα. Έτριψα τα μάτια μου θέλοντας να επαναφέρω τον εαυτό μου από αυτό το όνειρο. Ένιωθα να τρέμω από μία ακόλαστη ερωτική επιθυμία. Αυτό το όνειρο είχε ξυπνήσει τον ερωτισμό μου για τα καλά και η αλήθεια είναι ότι είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που το είχα νιώσει αυτό στον ύπνο μου.

Έφτασα μέχρι την κουζίνα φτιάχνοντας με νωχελικές κινήσεις τον καφέ μου και έπειτα αποτραβήχτηκα στο να πλυθώ και να απολαύσω την πρωινή μου ρουτίνα. Λίγο αργότερα, ανοίγοντας το ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη, τράβηξα ένα κουτί και κατευθύνθηκα προς την αυλή. Την ώρα που έσκυψα και εστίασα το κουτί μέσα στο μπολάκι, τρεις γάτες σε διαφορετικές αποχρώσεις ήρθαν κοντά μου νιαουρίζοντας, ενώ οι δύο από αυτές άρχισαν να τρίβονται στα πόδια μου. Η pixie, η catten και ο logy, ήταν τα μόνιμα γατιά της αυλής μου και η μόνη μου συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια. Τα είχα από μωρά κοντά μου και τα φρόντιζα και εκείνα υστερικά. Τόσο που κάθε τρεις και λίγο τα καθάριζα με αντιβακτηριδιακά μαντιλάκια. Αν με έβλεπε κανείς θα καλούσε τη φιλοζωική. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που έκανα εικόνα τα γατιά μου από την πολύ αποστείρωση να τους πέφτει το τρίχωμα. Αναστέναξα όταν άπλωσα το χέρι μου να τα χαϊδέψω και έπειτα ατένισα το αγουροξυπνημένο βλέμμα μου προς το απέραντο γαλάζιο του ουρανού. Για μια στιγμή σαν αστραπή έπεσαν μέσα μου οι σκηνές από τη χθεσινή νύχτα. Σηκώθηκα αργά και αφού παράτησα τη συσκευασία με τη γατοτροφή πάνω στον πάγκο της κουζίνας φανερά εκνευρισμένη, κατευθύνθηκα προς το υπνοδωμάτιο μου.

Πάντα με γοήτευε η διαδικασία να σηκώνομαι πολύ πιο νωρίς και να περιποιούμαι. Τα μαλλιά μου έμοιαζαν σαν να βγήκα μόλις από κομμωτήριο και το μακιγιάζ μου σε μία αρμονία χρωμάτων ανάμεσα στο φυσικό και στο έντονο με έκανε να δείχνω εκθαμβωτική στον καθρέφτη μου. Κούμπωσα την αυστηρή φούστα πάνω μου και έβαλα το σακάκι μου κουμπώνοντας το. Οι γόβες μου ήταν πάντα το δυνατό χαρτί της εμφάνισης μου. Κανένας άντρας δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ένα καλό ζευγάρι γόβες και μπορεί να περνούσαν και αιώνες μέχρι να κάνω την τελική μου επιλογή σε αυτές όταν έβγαινα για ψώνια. Αφού ήπια δύο γουλιές από τον καφέ μου, κοίταξα πεταχτά το ρολόι του χεριού μου και έβαλα παραμάσχαλα τον χαρτοφύλακα μου τρέχοντας προς την έξοδο.

Η πολύβουη πόλη είχε μπει για τα καλά στους τρελούς πρωινούς ρυθμούς της και εγώ είχα κολλήσει στην εθνική σε μποτιλιάρισμα. Καθόλου πρωτότυπο – αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό ήταν μία καθημερινότητα. Άνοιξα το ραδιόφωνο στον αγαπημένο μου σταθμό και τον άφησα να κατακλύσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου με την πρωινή γοητευτική φωνή ενός άντρα που καλωσόριζε το κοινό στην έναρξη της συνεργασίας του με την πιο γνωστή ραδιοφωνική εκπομπή της πόλης. Η βραχνή φωνή του μου κέντρισε αρχικά το ενδιαφέρον αλλά το βλέμμα μου έτρεχε μπροστά στα αμέτρητα αυτοκίνητα που περίμενα να μετακινηθούν μπροστά μου.

¨ Και κάπως έτσι όλα θα παίρνουν το δρόμο τους μέσα από το πρωινό μας ξύπνημα. Στην αγαπημένη σας εκπομπή από σήμερα θα βρίσκεται ο Μάκης Αλλέζος και για να μην φανώ τρομερή ψωνάρα μέσα από την αυτοπαρουσίαση μου θα ήθελα να σας εξομολογηθώ ότι ανήκω σε εκείνες τις ρομαντικές ψυχές που λυγίζουν πάνω από μία ερωτική μπαλάντα…¨

Στο άκουσμα του ονόματος του γούρλωσα τα μάτια μου και ενστικτωδώς ψήλωσα το ραδιόφωνο και να φανταστεί κανείς ότι τόση ώρα έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ τι μου θύμιζε αυτή η χαρακτηριστική βραχνάδα στη χροιά της φωνής του. Τι και αν πέρασε αρχικά από το μυαλό μου το πρόσωπο του, μέσα μου προσπαθούσα να θάψω αυτή την φριχτή σκέψη. Δεν ήταν δυνατόν να με καταδιώκει παντού! Στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου και στο ενδιάμεσο ύπνου και ξύπνιου. Κι όμως! Αυτός ήταν! Ήμουν απολύτως σίγουρη. Ακούς εκεί, ανήκει στις ρομαντικές ψυχές! Μη ξεράσω ιπποπόταμους πρωί – πρωί!

Μόλις έφτασα στο γραφείο μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου, πέταξα τον χαρτοφύλακα μου πάνω στον μικρό, δερμάτινο καναπέ μου εξοργισμένη. Δεν μπορούσα με τίποτα να συγκεντρωθώ. Την ώρα που συνειδητοποιούσα μέσα στο αυτοκίνητο μου ότι όντως ήταν εκείνος στο ραδιόφωνο έκλεισα το ράδιο με περίσσια οργή ξεφυσώντας. Παρήγγειλα τον καφέ μου με εκνευρισμό και δύο ώρες μετά προσπαθούσα να εστιάσω πάνω σε κάτι οικονομικούς ετήσιους δείκτες ενός ομίλου. Ήταν μάταιο να δουλέψω σαν επαγγελματίας σήμερα! Άφησα τα κοκάλινα γυαλιά μου πάνω στο γραφείο αναστενάζοντας, ενώ έπιασα τον εαυτό μου να αναζητάω με τα μάτια μου το κινητό μου. Με τα ακροδάχτυλα μου διατύπωνα πάνω στην οθόνη του κινητού μου στην αναζήτηση της google το όνομα του ραδιοφωνικού σταθμού, ενώ αμέσως το έκλεισα και το έσπρωξα απαλά μακριά μου. Δύο χτυπήματα στην πόρτα με έκαναν να γυρίσω το κεφάλι μου ενοχικά προς τα εκεί.

«Καλημέρα….» Ακούστηκε η συρτή φωνή της Αλέκας την ώρα που έμπαινε μέσα κρατώντας μία αχνιστή τυρόπιτα. Την κοίταξα να αναμασάει με δυσκολία το κομμάτι που μόλις είχε δαγκώσει και έπειτα εστίασα στις πλεξούδες που είχε κάνει τα μαλλιά της. Αυτό το στυλ – μπέμπας που υιοθετούσε πάντα, την έκανε να φαίνεται σαν να έχει ξεφύγει από το group των spice girls στη δεκαετία του ’90. Μονίμως με αυτό το ντύσιμο και πάντα φορώντας πολύχρωμα ρούχα που στα δικά μου μάτια έμοιαζαν παιδικά και αταίριαστα.

«Δε σε ρώτησα αν ήθελες κάτι από το φούρνο…» Είπε στην προσπάθεια της να μην καεί από το μάσημα της και τότε άνοιξα το αριστερό συρτάρι του γραφείου μου αφήνοντας πάνω του ένα πακέτο.

«Έχω τα κράκερ μου…»

Η Αλέκα τα πήρε αμέσως στα χέρια της και αφού περιεργάστηκε για λίγο τη συσκευασία κούνησε ειρωνικά το κεφάλι της.

«Και κράκερ και ολικής άλεσης… Διπλή απογοήτευση!» Αναστέναξα. Εκείνη με κοίταξε διερευνητικά.

«Ξέρεις τι περιμένω τόση ώρα ε; Να μου πεις για χτες!»

Η αμηχανία μου κατέκλυσε τα πάντα. Έμεινα για αρκετά δευτερόλεπτα σιωπηλή προσπαθώντας να ανακτήσω από μέσα μου μία πολύ καλή δικαιολογία ή ένα προσωρινό ψέμα για να ξεφύγω από το αδιάκριτο και επίμονο βλέμμα της.

«Δεν έγινε τίποτα». Κατάφερα να της πω κοφτά και σφράγισα το στόμα μου. Εκείνη ανασηκώθηκε. «Μα αφού τον είδα πως σε κοίταγε καλέ; Κόντεψε να σε βιάσει με τα μάτια του! Αλλά και εσύ…» Χτύπησα εξοργισμένη το χέρι μου πάνω στην ξύλινη επιφάνεια. Εκείνη τρόμαξε.

«Δεν θέλω να ξανά συζητήσουμε για αυτό και κυρίως γι αυτόν! Περίμενα ότι θα περνούσα όμορφα στα γενέθλια μου και τελικά… Κατέληξα να μετανιώνω για κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε από τη χθεσινή νύχτα! Σε παρακαλώ Αλέκα!» Ρουθούνισα αγανακτισμένη και εκείνη ένευσε θετικά το κεφάλι της. «Εντάξει! Ότι πεις!» Είπε έντρομη και με κοίταζε για αρκετά λεπτά μαρμαρωμένη.

«Να παραδεχτούμε όμως ότι ο άτιμος είναι τέρμα γοητευτικός!» Χαμογέλασε πνιχτά μέσα στον αυθορμητισμό της και την ώρα που συνάντησε το βλέμμα μου που ήταν ικανό να τη σκοτώσει, ξεροκατάπιε και έβγαλε τον σκασμό. «Ωραίος καιρός σήμερα, δε συμφωνείς;» Ρώτησε αργά και από το παράθυρο άκουγα τις σταγόνες της δυνατής βροχής που είχε ξεσπάσει. Η Αλέκα προσπαθούσε να αλλάξει θέμα, μήπως και καταφέρει να ξανά αντικρίσει την παλιά φυσιολογική έκφραση μου.

«Τελικά θα ξανά πας σε εκείνη την ψυχολόγο που σε εκνευρίζει ή θα την αλλάξεις;» Στο άκουσμα της ερώτησης της, έγινα ακόμα πιο έξαλλη!

«Σου είπα! Δεν θέλω να μου ξανά πεις για αυτόν!» Ούρλιαξα και τα καλοχτενισμένα μαλλιά μου αναμοχλεύτηκαν μέσα από τις έντονες κινήσεις του ξεσπάσματος μου. Εκείνη με κοίταζε σαστισμένη.

«Μα… Δεν σου είπα γι αυτόν…» Τραύλισε πασχίζοντας να απολογηθεί και μόλις συνειδητοποίησα ότι δεν της είχα αναφέρει τίποτα για τη πρώτη συνάντηση μου με εκείνον τον τύπο στο γραφείο της ψυχολόγου μου, τραβήχτηκα στην καρέκλα μου ήρεμα.

«Έχεις τα νεύρα σου σήμερα… Καλύτερα να έρθω κάποια άλλη στιγμή!» Είδα την Αλέκα να σηκώνεται αργά και να με κοιτάζει μέσα από ένα αμυδρό χαμόγελο ενώ τα δόντια της ήταν σφιγμένα.

«Περίμενε! Αυτό είναι!» Αναφώνησα με έναν ήρεμο τόνο στη φωνή μου και έπιασα το κινητό μου αναζητώντας στις επαφές μου την Ανδριάνα.

«Επειδή δεν καταλαβαίνω τίποτα… Εγώ καλύτερα να πηγαίνω γιατί την θέλω και τη ζωούλα μου…» Χαμογέλασε και πάλι αμήχανα και εγώ έτρεξα προς την πόρτα κρύβοντας την με το σώμα μου σαν να μην την άφηνα να περάσει, ενώ από το αυτί μου κρεμόταν το κινητό μέσα από το χέρι μου.

«Ανδριάνα! Καλημέρα!» Μία μικρή παύση με έκανε να κοιτάζω την Αλέκα σοβαρή μέσα στα μάτια όσο μιλούσα στην ψυχολόγο μου.

«Ήταν να έρθω Παρασκευή… Μήπως γίνεται να έρθω την Δευτέρα; Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τέλος της βδομάδας!»

Μόλις έκλεισα το κινητό αγκάλιασα την Αλέκα.

«Είσαι όντως τρελή!» Αποκρίθηκε εκείνη μέσα από μια βαθιά ανάσα.

«Εγώ είμαι τρελή και κάποιος άλλος πάει να με αποτρελάνει! Και για να βρω άκρη πρέπει να ξεκινήσω από τη ρίζα του κακού…»

Μουρμούρισα την ώρα που η Αλέκα μου έκανε παντομίμα ότι με έδενε ένας ζουρλομανδύας.

«Δεν είχες τελειώσει καλέ με αυτή την ψυχολόγο;» Με ρώτησε με ύφος αποκαρδιωμένο. Την κοίταξα ανέκφραστη, την ώρα που το μυαλό μου έκοβε χιλιόμετρα και έτρεχε κοντά του.

«Μόλις τώρα άρχισα…»

#Εργένισσα

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ~

Την Δευτέρα το πρωί βρισκόμουν έξω από το γραφείο της Ανδριάνας. Η γραμματέας της μου έριχνε λοξές ματιές, όσο εγώ κοίταζα το ρολόι μου εκνευρισμένη κουνώντας ρυθμικά και ανυπόμονα το πόδι μου.

«Θα αργήσει να έρθει;»

Την ρώτησα όσο πλησίαζα το γραφείο της και εκείνη μου χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο.

«Δεσποινίς Φερμίδου… Το ραντεβού σας είναι δύο ώρες αργότερα από την ώρα που έχετε έρθει…» Σαν να μου φάνηκε ότι με ειρωνεύτηκε μέσα από την απάντηση της. Ξανακοίταξα το ρολόι μου νευρικά και επέστρεψα στην θέση μου, σταυρώνοντας τα χέρια μου. Άρχισα και πάλι να κουνάω το πόδι μου εκνευρισμένα.

Μία ώρα μετά η Ανδριάνα έκανε επιτέλους την επανεμφάνιση της.

Την ώρα που μπήκε μέσα με κοίταξε σχεδόν έκπληκτη. Εγώ της χαμογέλασα πλατιά. Σαστισμένα γύρισε προς το μέρος της γραμματέως της και εκείνη κούνησε αδιάφορα τους ώμους της σαν να μην είχε τίποτα να της πει. Η Ανδριάνα ξαναγύρισε προς το μέρος μου κλειδώνοντας το χέρι της μέσα στο δικό μου. Αφού πρώτα κοίταξα για λίγο την παλάμη της και έκανα ανασκόπηση μέσα μου στα πιθανά μικρόβια που θα μπορούσαν να μεταφερθούν από αυτή μας τη χειραψία, με δυσκολία κατάφερα να της δώσω το χέρι μου.

«Καλημέρα Σόνια … Είναι κάτι επείγον;» Κοίταξα τριγύρω αμήχανα και έπειτα έβγαλα ένα αντισηπτικό μαντιλάκι από τον χαρτοφύλακα μου σκουπίζοντας σχολαστικά τα χέρια μου. «Καλημέρα… Δεν το λες και επείγον…» Κατάφερα να ψελλίσω και η έκφραση μου έδειχνε αβέβαιη.

«Όπως και να έχει, μιας και ήρθα νωρίτερα… Πέρασε να τα πούμε…»

Πίσω από την πλάτη της ένιωσα να πανηγυρίζουν τα συναισθήματα μέσα μου. Αφού πήρα τη θέση μου στην δερμάτινη καρέκλα – τύπου καναπέ – άρχισα να της εξιστορώ για το τι είχε συμβεί στο κλαμπ, παραλείποντας όμως να της διευκρινίσω ότι αυτός ο άγνωστος δεν μου ήταν και τόσο άγνωστος. Όση ώρα της μιλούσα, μέσα μου προσπαθούσα να σκεφτώ τρόπους να γυρίσω τη συζήτηση προς αυτόν τον τύπο που τον είχα βρει να κάθεται εδώ μέσα στο γραφείο της. Θα μπορούσε άλλωστε να ήταν ο σύντροφος της ή ακόμα και ο άντρας της στην πιο τρελή εκδοχή του σεναρίου που έπλαθε το μυαλό μου! Στη σκέψη αυτή αναταράχτηκα και άφησα την παλάμη μου να ακουμπήσει στο στήθος μου σαν να πάθαινα καρδιακό.

«Είσαι καλά;» Με ρώτησε και εγώ την κοίταξα επίμονα στα μάτια ενώ τα άνοιγα σταδιακά λες και έβλεπα φάντασμα. Εκείνη ξαφνιάστηκε από την αντίδραση μου.

«Ανδριάνα είσαι παντρεμένη;» Η ερώτηση μου την αιφνιδίασε, αν και βγήκε ξεψυχισμένα από τα χείλη μου. Ανασκουμπώθηκε στη θέση της και μου χαμογέλασε αχνά.

«Τι έγινε; Αλλάξαμε ρόλους; Αν είναι έτσι σήκω να σου δώσω τη θέση μου και να πάρω εγώ την δική σου…»

«Πες μου!» Σχεδόν τσίριξα και εκείνη με κοίταζε έκπληκτη, παρατηρώντας με όμως πολύ προσεκτικά.

«Αν και δεν μπορώ να καταλάβω που μας οδηγεί αυτή η συζήτηση στα προσωπικά μου… Ναι, είμαι παντρεμένη και έχω και δύο πανέμορφες κόρες…»

Ήθελα να βάλω τα κλάματα και για κάποιο λόγο ένιωσα κάποιος να μου καρφώνει την καρδιά. Η Ανδριάνα σηκώθηκε αργά και αφού πλησίασε το γραφείο της, έπιασε στα χέρια της δύο μικρές κορνίζες που είχε τοποθετημένες επάνω και κοιτάζοντας τες για ένα δευτερόλεπτο, κατευθύνθηκε προς το μέρος μου.

«Όχι! Μη μου τις δείξεις!» Ούρλιαξα, κρύβοντας το βλέμμα μου με τις παλάμες μου αγανακτισμένη. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήθελα να δεχτώ την πραγματικότητα και αυτός ο κάφρος πως ήταν δυνατόν να είναι παντρεμένος, με δύο παιδιά και να μου την πέφτει με τέτοιο τρόπο; Ο άξεστος. Ο άνανδρος. Ο ελεεινός. Η Ανδριάνα είχε μείνει στήλη άλατος να με κοιτάζει σχεδόν άφωνη. Με δυσκολία κατάφερε να αρθρώσει την πρόταση της.

«… Μα ήθελα απλά να σου δείξω τις κόρες μου…» Έγειρε αργά τις κορνίζες προς το μέρος μου και εγώ μόλις συνειδητοποίησα την αντίδραση μου κατέβασα αργά τα χέρια μου αποδεσμεύοντας τα από τα μάτια μου. Την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και έπειτα κατηφόρισα το βλέμμα μου προς τα δυο της χέρια. Ήταν ολοφάνερο ότι αυτά τα παιδιά πρέπει να ήταν δικά του. Άλλωστε το ένα από τα δύο μάλιστα είχε και το χρώμα των ματιών του. Το βαθυγάλαζο χρώμα της θάλασσας.

«Η Άννα και η Ιωάννα… Έχουν δύο χρόνια διαφορά! Κανείς όμως δεν το καταλαβαίνει γιατί είναι πολύ κοντά στο ύψος!» Η Ανδριάνα τα καμάρωνε όσο τα κοίταζε και εγώ είχα πιάσει τη μία από τις δύο κορνίζες στα χέρια μου εστιάζοντας στο πρόσωπο του παιδιού. Από ότι φαίνεται είχα χτυπήσει φλέβα μέσα από αυτό το ραντεβού αλλά ήταν μία καλή αφορμή για να διαγράψω από μέσα μου οριστικά οποιαδήποτε επιθυμία στο να τον αναζητάει το μυαλό και η καρδιά μου.

«Και ο άντρας σου;» Την ρώτησα ανυπόμονα και ενώ περίμενα να φέρει τη φωτογραφία του, φαίνεται ότι είχα γλιτώσει εκείνη τη στιγμή την αυτοκαταστροφική επιμονή μου.

«Δεν έχω φωτογραφία εδώ… Αλλιώς θα στον έδειχνα… Από τότε που έγινα μανούλα, καταλαβαίνεις ότι εκείνος πήγε σε δεύτερη μοίρα σε όλα!» Μου χαμογέλασε με μία νοσταλγικότητα πάνω στην αίσθηση της μητρότητας και εγώ έμοιαζα σαν να της έπαιρνα συνέντευξη για την προσωπική ζωή της. Μέσα μου όμως ήδη αποτυπωνόταν μία τεράστια απογοήτευση και έπιανα τον εαυτό μου να αιφνιδιάζεται από αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα.

«Είναι και εκείνος ψυχολόγος;» Προσπάθησα να την ψαρέψω, την ώρα που τα μάτια μου καρφώθηκαν μέσα στα δικά της και οι κόρες των ματιών μου τρεμόπαιξαν πάνω στην ελπίδα ότι θα μου έλεγε ένα βροντερό «ναι», διαλύοντας κάθε επιβεβαίωση ότι ήταν ο άντρας της εκείνος ο ακαταμάχητα γοητευτικός τύπος. Ώσπου η απάντηση της έμοιαζε με μία ακόμα μαχαιριά μέσα στην καρδιά μου.

«Όχι…» Αποκρίθηκε και πάλι χαμογελώντας. Φαινόταν ότι κρεμόμουν από τα χείλη της. «Είναι… Ραδιοφωνικός παραγωγός. Καμία σχέση δηλαδή με τον κλάδο μας». Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Ένιωσα μία τεράστια δυσφορία μέσα μου. Ένα συναίσθημα με μία έντονη αποστροφή στο να συνεχιστεί αυτή η συζήτηση που με έφερε σε τρομερή σύγχυση.

Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να σηκωθώ και να το παίξω ψύχραιμη, αν και ήμουν σίγουρη ότι η Ανδριάνα καταλάβαινε απόλυτα την ψυχολογία μου αλλά δεν ήταν σε θέση να την ερμηνεύσει μιας και δεν γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες. Με τον τρόπο που σηκώθηκα, κράτησα σαστισμένη το κούτελο μου σαν να ζαλίστηκα και έπειτα εκείνη έτρεξε κοντά μου.

«Είσαι καλά; Να σου φέρω ένα ποτήρι νερό;» Την κοίταξα σαν να τα είχα χαμένα, την ώρα που με έπιασε από τη μέση και τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν. Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη και έπειτα κάπου στο τέλος, κατάφερα να της πω ότι δεν ένιωθα πολύ καλά και ότι έπρεπε να ακυρώσουμε το ραντεβού. Βγαίνοντας προς τα έξω με ρώτησε αν ήθελα να καλέσουμε ταξί και της είπα ότι ήμουν εντάξει. Αφού με κράτησε λίγα λεπτά κοντά της στον χώρο της αναμονής, η γραμματέας της μου έφερε να πιω με το ζόρι ένα ποτήρι νερό και έπειτα όταν ένιωθα να επανέρχομαι στους φυσιολογικούς ρυθμούς μου σηκώθηκα αργά αποχαιρετώντας τες. Εκείνες έμειναν πίσω από την πλάτη μου να με κοιτάζουν την ώρα που απομακρυνόμουν.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο μου άρχισα να παίρνω βαθιές αναπνοές και άνοιξα όλα τα παράθυρα του  για να μπει άπλετο οξυγόνο. Στο μυαλό μου στριφογύρισε το πρόσωπο του και το γοητευτικό χαμόγελο του. Το λάγνο βλέμμα του και η απίστευτη ερωτική του θέληση την ώρα που μέσα στο στενό κολλούσε και τριβόταν επάνω μου σαν ακόλαστος εραστής. Δεν μπορεί να τα είχα φανταστεί όλα αυτά! Με ήθελε όσο και εγώ!

Άνοιξα το ραδιόφωνο αναζητώντας τον σταθμό όπου είχα σκοντάψει τις προάλλες επάνω του, μήπως και κατάφερνα να τον εντοπίσω. Δεν ξέρω για ποιο λόγο έμπαινα σε αυτή τη διαδικασία αλλά μέσα μου προσπαθούσα να κλειδώσω κάθε τι που αφορούσε την κοινή μας συνάντηση. Δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο να τον ξεχάσω. Άλλωστε για εμένα μιλάμε που το φλερτ το είχα στο τσεπάκι μου. Που όλους τους άντρες τους χρησιμοποιούσα και τους πετούσα στα τάρταρα των σκοτεινών υπογείων μου. Εκεί δηλαδή όπου πραγματικά άνηκαν οι άντρες μετά την ερωτική μου εκμετάλλευση. Κανένας συναισθηματισμός. Κανένα ερωτικό δέσιμο. Μία χρήση όπως όλες οι άλλες και έξω από την πόρτα. Αυτό ήταν άλλωστε και τα παθιασμένα  φιλιά που είχαμε ανταλλάξει ο ένας στον άλλον. Αυτό όφειλε να ήταν και όλα τα χάδια μας και ο κάθε ψίθυρος μεταξύ μας όταν δείχναμε ξεκάθαρα μέσα από τα σώματα μας αλλά και το βλέμμα μας πόσο το θέλαμε και ας μη φτάσαμε ποτέ στο να γίνει το μοιραίο.

Ανάβοντας τα αλάρμ σταμάτησα απότομα στην άκρη του δρόμου.

Μερικοί οδηγοί με προσπέρασαν κορνάροντας επίμονα. Έκλεισα το πρόσωπο μου μέσα στις παλάμες μου σαν απελπισμένη. Προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου  και τα γεγονότα σε μια σειρά. Τώρα μπορούσα πιο εύκολα να εξηγήσω γιατί είχε ειπωθεί αυτό το «Τα λέμε…» στο φανάρι όσο ήμασταν στην αναμονή για τον δρόμο προς την ερωτική μας έκρηξη. Ίσως τελικά να μην ήταν τόσο κάφρος και άνανδρος όσο περίμενα. Κοίτα να δεις που τελικά υπάρχουν και άντρες με λίγη ηθική επάνω τους και μπορεί να έπεσε στον πειρασμό μου αλλά από την άλλη, τελευταία στιγμή αποτραβήχτηκε. Ανέβηκε στα μάτια μου ξαφνικά την ώρα που συνειδητοποιούσα αυτή του την αντίδραση και ορκίστηκα εκείνη την ώρα που κοίταξα το είδωλο μου μέσα από τον εσωτερικό καθρέφτη του αμαξιού μου, να ξεχάσω κάθε τι που είχε συμβεί μεταξύ μας.

Η σκέψη αυτή κάπου έσβησε μέσα μου τερματίζοντας και οποιοδήποτε συναίσθημα και αυτόματα ένιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται και να κυλάει αργά ένα καυτό δάκρυ μουσκεύοντας τα μάγουλα μου. Στένεψα τα μάτια μου και θύμωσα με τον εαυτό μου. Ξύπνησε μέσα μου ο περίτρανος εγωισμός μου και αφού έβαλα με αποφασιστικότητα μπροστά, τσέκαρα την άκρη του δρόμου και πάτησα τέρμα το γκάζι μου σπινάροντας προς την επιστροφή του σπιτιού μου.

*

Πέταξα τα ρούχα από πάνω μου και άφησα το νερό να τρέξει μέσα στο τζακούζι μου. Έριξα αιθέρια έλαια σε άρωμα άγριου τριαντάφυλλου και σφράγισα τα παραθυρόφυλλα μου για να επικρατεί σκοτάδι. Άναψα μερικά κεριά και λίγη ώρα αργότερα, βούλιαξα μέσα στην καυτή αίσθηση της επιφάνειας του νερού. Σφάλισα τα βλέφαρα μου θέλοντας να ξεφύγω από την ένταση που μου προκαλούσε οποιαδήποτε σκέψη και στο μυαλό μου άρχισα να φαντασιώνομαι το επόμενο ερωτικό μου κάλεσμα μέσα από έντονες δόσεις φλερτ.

¨Τόσοι άντρες εκεί έξω και εγώ κάθομαι και αναλώνομαι σε απαγορευμένους έρωτες. Σιγά που ήταν και έρωτας. Περαστικός όπως όλοι οι υπόλοιποι¨.

Ενεργοποιώντας τις αόρατες παρωπίδες μου, ώρες αργότερα, βγαίνοντας με τα νερά όπως ήμουν ακουμπώντας στο απορροφητικό πατάκι που ήταν ακριβώς μπροστά από το τζακούζι μου, σκούπιζα όλο θηλυκότητα τα μακριά και καλλίγραμμα πόδια μου. Ένιωθα περήφανη που μπορούσα να αγαπήσω τόσο τον εαυτό μου και ακόμα πιο περήφανη για αυτό το θελκτικό κορμί που μπορούσε να κολάσει ακόμα και άγιο. Με αυτά τα όπλα μου πάντα είχα όποιον πραγματικά ήθελα και κανένας δεν μπορούσε να μου αντισταθεί. ¨Ούτε καν εκείνος!¨ Σκέφτηκα αστραπιαία και αμέσως ξεφύσησα γιατί τα έβαλα με την ανούσια σκέψη μου. Μάλωσα τον εαυτό μου και βγαίνοντας από τον μπάνιο υποσχέθηκα να αφήσω την τελευταία σκέψη μου για εκείνον εκεί, μια για πάντα.

Και φυσικά το έκανα.

Γιατί πάνω από όλα ήταν να μην βάλω κάτι στο ξεροκέφαλο μου εγώ! Οι μέρες λοιπόν μπήκαν και πάλι στους γνώριμους ρυθμούς μου, με εμένα να ξυπνάω πάντα νωρίς το πρωί και να περιποιούμαι σαν να είμαι έτοιμη για πασαρέλα. Στο γραφείο μου οι δουλειές πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, παρά το γεγονός ότι είχα απορροφηθεί ανάμεσα σε μία ανδροκρατούμενη βάση επιχειρηματικών απόψεων. Πράγμα που πολλές φορές δυσκόλευε την επαγγελματική μου ζωή αλλά και που με έκανε να εκτονώνομαι γλυκά πάνω τους με το να τους τοποθετώ όλους στη θέση τους. Άλλωστε, ο μεγαλύτερος και κυριότερος κανόνας μου είναι ότι δεν μπλέκουμε ποτέ τα προσωπικά με τα επαγγελματικά μας. Ρητός κανόνας επαγγελματικής επιβίωσης. Ρητός και απαράβατος.

Η τελειομανία μου και ενίοτε υστερία μου, με έκανε να συνεχίζω να τακτοποιώ τα πάντα γύρω μου με μαθηματική ακρίβεια. Πράγμα που συνέχιζε να εκνευρίζει την μοναδική και πιστή μου φίλη, Αλέκα και κάθε φορά που έμπαινε στο γραφείο μου, άπλωνε σαν ένδειξη διαμαρτυρίας τα πόδια της πάνω στο τραπεζάκι μασώντας επιδεικτικά την τσίχλα της κάνοντας τσιχόφουσκες αφού γνώριζε ότι αυτό με τσίτωνε όσο τίποτα.

Η ερωτική μου ζωή δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι θλιβερή. Δεν θα το επέτρεπα άλλωστε. Το διάστημα που είχε μεσολαβήσει με έκανε να έχω ένα καινούριο φλερτ που το ίδιο βράδυ κατέληξε στο κρεβάτι μου. Κυλιστήκαμε σαν ακόλαστοι εραστές στα σατέν σεντόνια μου και έπειτα από κανένα δίωρο, είχε έρθει η ώρα πια να φύγει. Κάτι που είχα προγραμματίσει εγώ για εκείνον. Όσο εκείνος ήταν στην τουαλέτα και έκανε ένα γρήγορο ντουζάκι, εγώ στο κρεβάτι μου, τυλιγμένη με τα σεντόνια μου κοίταζα ανυπόμονα το ρολόι μου. Το νερό της ντουζιέρας σταμάτησε να τρέχει και επιτέλους οι ελπίδες ότι θα ξεκουμπιζόταν επανήλθαν και πάλι στο φως του μυαλού μου χαρίζοντας μου έντονα απανωτούς οργασμούς ότι είχε έρθει η ώρα που θα έμενα και πάλι μόνη στο σπίτι μου. Όχι ότι είχα περάσει και άσχημα, απλά στην δική μου ζωή ο έρωτας είχε τον δικό του χώρο και χρόνο φυσικά.

Ο μελαχρινός θεός όμως με το γυμνασμένο σώμα του έκανε την εμφάνιση του στην πόρτα με ένα χαμόγελο όλο υπονοούμενο, την ώρα που τίναζε τα μαλλιά του με την πετσέτα. Οι σταγόνες εκτοξεύτηκαν στον αέρα και προσγειώνονταν ανεξέλεγκτα σε διαφορετικά σημεία γύρω του. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα στο θέαμα αυτό. Εκείνος έπαιρνε ένα ύφος που πρόδιδε ότι κολακευόταν από την αντίδραση μου, ενώ εγώ είχα βγάλει στην κυριολεξία καπνούς εκνευρισμού από την αναισθησία του στο να μου λερώνει το χώρο του σπιτιού μου με τόση μεγάλη οικειότητα. Εδώ που τα λέμε, με δυσκολία τόση ώρα προσπαθούσα να θυμηθώ το όνομα του και ας φλερτάραμε όλο το βράδυ από απόσταση μέσα στο μπαρ.

«Πρέπει να σηκωθώ νωρίς…» Του είπα επιβλητικά και κοφτά την ώρα που κοίταξα άκεφα το ρολόι στον καρπό μου. Εκείνος σάστισε παγώνοντας το χαμόγελο του. Προφανώς και συνειδητοποιούσε ότι μόλις τον έδιωχνα. Δάγκωσε τα χείλη του αμήχανα και λίγο αργότερα ενώ με κοίταζε επίμονα άρχισε να ντύνεται. Μέσα μου το συναίσθημα της ανακούφισης με έκανε να ηρεμήσω.

«Πότε θα τα ξαναπούμε;» Με ρώτησε όσο στεκόμουν στην πόρτα με τα εσώρουχα και την μακριά ρόμπα μου ανοιχτή για να τον ξεπροβοδίσω. Άφησα το βλέμμα μου να τον κοιτάξει λοξά με ένα στιγμιαίο νάζι που είχα ξετρυπώσει από την κρυφή μου θηλυκότητα. Μόνο που στο μυαλό μου προσπαθούσα με κάθε τρόπο να επαναφέρω το όνομα του στη μνήμη μου. Το βλέμμα μου τον έκανε να αναστενάξει.

«Είσαι σκέτος πειρασμός…» Μου είπε χαμηλόφωνα κατεβάζοντας το βλέμμα του προς το στήθος μου και μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν έτοιμος να ξαναμπεί μέσα και να με τραβήξει για ακόμα μία φορά στα ήδη κολασμένα σεντόνια μου, τον έσπρωξα ελαφρά με το πόδι μου αφήνοντας το να ξεπροβάλλει μέσα από την ανοιχτή, μεταξωτή μου ρόμπα.

«Έει! Μη βιάζεσαι… Είπαμε ότι πρέπει να σηκωθώ πρωί! Θα σου τηλεφωνήσω εγώ…» Άφησε ένα φιλί στο στόμα μου όλο πάθος την ώρα που παιχνίδισα με το ναζιάρικο ύφος μου και όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου, έσυρα βαριά και κουρασμένα τις γυμνές πατούσες μου προς το δωμάτιο μου. Δίπλα στο κομοδίνο μου υπήρχε ένα χαρτάκι με το τηλέφωνο του. Αφού το έπιασα αργά στα χέρια μου, κάτω από τον αριθμό του τηλεφώνου του είχε το όνομα του.

«Μιχάλης…» Ψιθύρισα και τσαλακώνοντας το, το πέταξα κατάχαμα.

Σε άλλη περίπτωση κάποιος που με γνώριζε θα έβαζε στοίχημα ότι δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ μου να το κάνω αυτό. Ούτε τρίχα δεν μπορούσε να βρει κανείς στο τόσο καθαρό σπίτι μου. Μανιακή με την καθαριότητα όσο δεν πήγαινε. Σχεδόν κάθε μέρα φασίνα και κάθε Σαββατοκύριακο έφερνα και κοπέλα για γενική. Άρρωστη μέχρι όσο δεν πήγαινε. Αλλά εκείνη η μέρα με πρόσταζε γλυκά – για πρώτη φορά στη ζωή μου – να παραιτηθώ από όλα. Χωρίς κανένα λόγο και αιτία δεν μπορούσα να διακρίνω αυτή την μικρή αλλαγή επάνω μου. Το μόνο που αναζητούσα, ήταν να πέσω σε έναν βαθύ και χορταστικό ύπνο, αδιαφορώντας για τα πάντα γύρω μου. Ακόμα και για την ύπαρξη εκείνου του Θεού που μόλις είχε εγκαταλείψει το σπίτι μου.

Άνοιξα αργά το συρτάρι του κομοδίνου μου και έβγαλα από μέσα μία σατέν κατακόκκινη μάσκα ύπνου ανάμεσα από αμέτρητα χαρτάκια με αριθμούς τηλεφώνων. Την πέρασα στο κεφάλι μου και αφού με τα ακροδάχτυλα μου την εφάρμοσα σωστά, έτσι ώστε να μην περνάει ούτε ακτίνα φωτός από γύρω της, τέντωσα το κορμί μου για λίγο και έπειτα βυθίστηκα μέσα στο πουπουλένιο μου μαξιλάρι.

Εδώ και μέρες κλείνοντας τα μάτια μου πάντα ανυπομονούσα για να δω ένα όνειρο που θα με έβγαζε από την καθημερινότητα μου. Ένα όνειρο που να ήταν πιο χορταστικό και απολαυστικό από την ρουτίνα μου. Εκείνο το όνειρο όμως δεν ερχόταν ποτέ. Παρά μόνο τυραννούσε τη σκέψη μου και ως εκεί. Αναστέναξα και άλλαξα πλευρό. Σύντομα το επόμενο πρωί θα ήταν και πάλι ίδιο με το προηγούμενο και όλα θα κυλούσαν σύμφωνα με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα που είχα ήδη προγραμματισμένο. Ένα πρόγραμμα που με κρατούσε μέσα στην ασφάλεια μου, χωρίς να νιώθω ποτέ ότι κολυμπάω έξω από τα νερά μου.

*

«Καλός ο τύπος από το μπαρ;» Η Αλέκα έμοιαζε να αποδοκιμάζει τη χθεσινή ερωτική μου εμπειρία. Εγώ τσέκαρα μία λίστα με ένα τεράστιο πελατολόγιο από την παλιά μου ατζέντα.

«Καλός…» Αποκρίθηκα αδιάφορα και εκείνη ανασήκωσε το βλέμμα της από το περιοδικό που χάζευε τόση ώρα.

«Κατάλαβα! Μάπα το καρπούζι! Δεν πετάς και τη σκούφια σου…» Έστριψα το βλέμμα μου προς την οθόνη του υπολογιστή που είχα μπροστά μου ανασηκώνοντας για λίγο τα γυαλιά μου. Έπειτα γύρισα και την κοίταξα. «Όχι. Αλήθεια ήταν καλός…»

«Δεν δείχνεις όμως ενθουσιασμένη… Δεν ήταν τρυφερός;» Σάστισα για λίγο επάνω της γιατί όντως ενώ ήταν καλός δεν έδειχνα κανέναν ενθουσιασμό. Αναπόλησα τη χθεσινή μας βραδιά.

«Ήταν αρκετά τρυφερός… Στην αρχή… Μετά ξέρεις… Πιο μπρουτάλ… Όπως οι περισσότεροι άλλωστε…» Έμοιαζα να έχω καρφώσει το βλέμμα μου στο κενό.

«Και καλός και όμορφος… Γιατί είναι και κούκλος!» Η Αλέκα είχε δίκιο. Ήταν ένας άντρας σαν εκείνους που ονειρεύεται κάθε κοριτσόπουλο μέσα από τα εξώφυλλα των αντρικών περιοδικών. Άνετα θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο εξώφυλλο. Πανέμορφος και με σώμα που ξεσήκωνε κάθε θηλυκό.

«Ναι, είναι όντως πολύ όμορφος…» Παραδέχτηκα και εκείνη προσπαθούσε να διακρίνει το αδιάφορο βλέμμα μου.

«Οπότε να υποθέσω ότι θα τον ξανασυναντήσεις;» Καιγόταν κάθε φορά να μάθει για τη συνέχεια των ιστοριών μου. Κούνησα αδιάφορα τους ώμους μου σηκώνοντας παράλληλα τα φρύδια μου.

«Ποιος ξέρει… Πολύ πιθανόν… Αφού με ξέρεις! Δεν είμαι εγώ για πολλά πολλά! Το μόνο που σκέφτομαι είναι η δουλειά και η δουλειά και η δουλειά μου!» Της χαμογέλασα και εκείνη ξεκίνησε για χιλιοστή φορά να μου εξιστορεί τις ερωτικές επιδόσεις της από το λύκειο μέχρι σήμερα. Διέκοψε τη στιγμή που κουδούνισε επίμονα το κινητό μου, υπενθυμίζοντας μου ότι είχα ένα πολύ σοβαρό ραντεβού με έναν καινούριο πελάτη. Σηκώθηκα και την ώρα που τακτοποιούσα μέσα στο χαρτοφύλακα μου όλα τα σχετικά έγγραφα που έπρεπε να κρατάω μαζί μου, ξεχυθήκαμε στους δρόμους.

«Μα γιατί τρέχεις σαν την τρελή; Αφού σε δύο ώρες έχεις το ραντεβού;»

«Αλέκα μου γνωρίζεις πόσο Εγγλέζα είμαι στα ραντεβού μου. Όπως γνωρίζεις ότι δεν μου αρέσει να με στήνουν. Πράγμα που έχεις κάνει άπειρες φορές αλλά δεν είναι της παρούσης. Θα πάω νωρίτερα. Δεν θα κάνω αυτά που κοροϊδεύω…»

«Και τι επιχείρηση είναι αυτή που χρειάζεται και σύμβουλο;»

«Μία αλυσίδα fast food που θα ανοίξει τους επόμενους μήνες στην Ελλάδα… Καταλαβαίνεις…» Η Αλέκα χαμογέλασε πονηρά.

«Πως δεν καταλαβαίνω; Ο πειρασμός προσωποποιημένος. Αγκαλιά με την κυτταρίτιδα θα σε φλερτάρουν από απόσταση αυτά τα μαγαζάκια! Αλήθεια πόσο καιρό έχεις να φας fast food; Πάνε χρόνια ε;;;»

«Για την ακρίβεια 8. Από τότε που εθίστηκα στα υγιεινά γεύματα…»

Την ώρα που αποχωριζόμασταν, ένα «πως ζεις;» βγήκε από τα χείλη της. Φόρεσε τα τεράστια γυαλιά ηλίου της και χάθηκε μέσα στο πλήθος της πλατείας ενώ εγώ βημάτιζα προς ένα κινέζικο εστιατόριο που ήταν πολύ κοντά μας. Η Αλέκα με αποχαιρέτησε από απόσταση και εγώ κοντοστάθηκα για λίγο κοιτάζοντας την να χάνεται. Όση ώρα προχωρούσα αναρωτιόμουν πόσο δίκιο είχε. Ήταν πολλά αυτά που είχα υποβάλλει τελικά στον εαυτό μου να στερηθεί, αλλά από την άλλη, το απολάμβανα να ζω μέσα στα κουτάκια μου. Άλλωστε είχα χρονοδιάγραμμα για το πότε θα ανοίξω το καθένα από αυτά και κυρίως το πιο σημαντικό ήταν ότι είχα τον απόλυτο έλεγχο σε όλα! Μέχρι που το ραντεβού που με περίμενε ήδη τελικά, με έκανε να αναθεωρήσω πάνω σε αυτή τη σκέψη μου…

#Εργένισσα

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ~

Μόλις μπήκα στην είσοδο του κινέζικου ρεστοράν όλα μου φάνηκαν ότι ήταν προγραμματισμένα να με κάνουν αυτόματα στο να χαλαρώσω. Η κινέζικη μελωδία με κάτι κουδουνάκια να έρχονται από τα βάθη της Άπω Ανατολής με έκανε να πάρω μία βαθιά αναπνοή. Ήταν ολοφάνερο ότι ήμουν για ακόμα μία φορά αγχωμένη και χωρίς να γνωρίζω το λόγο έπιασα τον εαυτό μου να αναζητάει ξανά έναν λυτρωτικό αναστεναγμό, τη στιγμή ακριβώς που το βλέμμα μου έκανε ανασκόπηση τριγύρω. Ήταν μεσημέρι και οι θαμώνες του μαγαζιού ήταν ελάχιστοι. Ο σερβιτόρος με την χαρακτηριστική εμφάνιση και τα σκιστά μάτια, αφού με ρώτησε το όνομα μου σε σπαστά ελληνικά, με καθοδήγησε σε ένα μικρό τραπεζάκι όπου καθόταν πλάτη σε εμένα, ένας καλοντυμένος κύριος. Όταν τον κοίταξα όμως απλώνοντας το χέρι μου, έτοιμη να του συστηθώ, έμεινα μετέωρη από συναισθήματα. Το βλέμμα μου πάγωσε και ένιωσα το μειδίαμα των χειλιών μου να είναι η αφορμή που δεν μπορούσα να αρθρώσω το παραμικρό. Εκείνος έσφιξε το χέρι του μέσα στο δικό μου.

«Φυσικά δεν περιμένατε εμένα…» Έκανε την αρχή και με μία έκφραση απολογισμού που κράτησε μερικές στιγμές, τον είδα να ευχαριστεί στα κινέζικα τον σερβιτόρο και να του επισημαίνει να φέρει το μενού που είχε διαλέξει. Ούτε την καρέκλα δεν τράβηξα για να καθίσω. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Εκείνος έτρεξε κοντά μου και έσυρε την καρέκλα μου, υποδεικνύοντας μου να καθίσω. Ο εκνευρισμός μου όμως με έκανε να στενέψω τα μάτια μου προς το πρόσωπο του και ενώ ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε στριγκλιές κάπως γρήγορα εκτέλεσα κάθε σιωπηλή του εντολή. Ασχέτως αν μέσα μου έβραζα ή όχι, προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και η υπομονή μου αναμετρήθηκε πάνω στην τσάκιση της φούστας μου τη στιγμή που την έστρωνα με το ένα μου χέρι γεμάτη αμηχανία.

«Λοιπόν;» Τον ρώτησα ανασηκώνοντας ειρωνικά το ένα μου φρύδι και εκείνος έμοιαζε έτοιμος να ξεσπάσει σε βροντερά γέλια. Πάνω από όλα ήμουν επαγγελματίας εγώ! Οπότε έπρεπε να διατηρήσω την ακεραιότητα μου και άλλωστε, είχα προχωρήσει τη ζωή μου πάνω στις γνώριμες ερωτικές βάσεις μου. Δεν τον είχα καμία ανάγκη!

«Είστε πολύ καλή στον κλάδο σας… Έκανα την έρευνα μου για εσάς και εξάλλου δεν μπορούσα να μην παραδεχτώ ότι έχω την ανάγκη σας!»

Αυτό το παιχνιδάκι με τον πληθυντικό είχε αρχίσει να με εκνευρίζει ξαφνικά όσο τίποτα. Κουνούσα ρυθμικά το πόδι μου κάτω από το τραπεζομάντιλο, ενώ έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Προσπαθούσα όμως στην έκφραση μου να μην δώσω κανένα δικαίωμα. Έβηξα για λίγο και αφού πήρα το χρόνο μου, διασφάλιζα μέσα μου ότι έπρεπε να φερθώ σαν επαγγελματίας.

«Ας ξεχάσουμε το ανούσιο κοινό παρελθόν μας. Άλλωστε αν κάνατε σωστά την έρευνα σας τότε μέσα στις πληροφορίες σας, θα βρήκατε ότι τα επαγγελματικά μου τα διαχωρίζω απόλυτα από τα ερωτικά μου…»

Του απάντησα και τον είδα να αποτραβιέται για λίγο με ένα χαμόγελο ικανοποίησης ενώ το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο στο δικό μου.

«Μα φυσικά δεσποινίς Φερμίδου… Παρακαλώ…» Έτεινε την παλάμη του χεριού του όλο ευγένεια προς το μέρος μου, θέλοντας να μου δώσει χώρο για να εξελίξω την επαγγελματική μας συζήτηση. Σάστισα για ένα δευτερόλεπτο κοιτάζοντας την και έπειτα ξεροκατάπια κοιτάζοντας γύρω μου αμήχανα.

«Πολύ ωραία… Οπότε; Εκτός από ραδιοφωνικός παραγωγός επεκτείνεστε και στις επιχειρήσεις…» Διαπίστωσα όλο υπεροψία και ένιωσα ότι ήμουν έτοιμη να τσιγκλήσω και τα δικά του όρια βγαίνοντας στην επίθεση. Εκείνος προτίμησε να μου χαρίσει ένα πλατύ χαμόγελο. Ο σερβιτόρος διέκοψε τη συζήτηση μας και ένιωσα να μας κόβει πάνω στο καλύτερο. Μας σέρβιρε μία ιαπωνική σούπα με καλαμπόκι και μανιτάρια για πρώτο πιάτο και γλυκόξινο κρασί.

«Ελπίζω να σας αρέσει το μενού που διάλεξα…» Συνέχισε ενώ ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε και τον είδα να πιάνει το κουτάλι του αγγίζοντας το στα χείλη του, την ώρα που με κοίταζε. Εγώ δεν συνεργάστηκα με την όλη διαδικασία. Ξαφνικά ένιωθα ένα τεράστιο κενό μέσα μου που με έκανε να θέλω να τρέξω μακριά του και αυτός ο πληθυντικός με εκνεύριζε όλο και περισσότερο. Αφού τον κοίταξα ανέκφραστη να απολαμβάνει τη σούπα, σταύρωσα αργά τα χέρια μου .

«Τι είναι όλο αυτό;» Αναρωτήθηκα φωναχτά, περιμένοντας μία απάντηση.

«Επαγγελματικό ραντεβού… Τι άλλο;»

«Με γεύμα; Και μάλιστα τόσο προσεγμένο;» Ανταπάντησα κάπως εκνευρισμένα.

«Η ώρα είναι περίεργη… Σκέφτηκα να το συνδυάσουμε γιατί ίσως καθυστερούσαμε… Αν σας πειράζει…»

Ξεφύσησα αγανακτισμένα. Εκείνος σταμάτησε να τρώει.

«Τι; Μήπως δεν σας αρέσει η σούπα;» Συνέχισε ήρεμα και εγώ χτύπησα όλο θυμό το χέρι μου δίπλα από το πιάτο μου. Εκείνος κρατιόταν για να μη γελάσει ενώ αναζήτησε με το βλέμμα του τον σερβιτόρο, ο οποίος μόλις τον αντιλήφθηκε μας πλησίασε αμέσως. Σηκώθηκε αργά και του έπιασε τον ώμο.

«Καταλαβαίνεις φίλε μου… Γυναίκες! Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένες με τίποτα… Θα μπορούσες να μας φέρεις τα επόμενα πιάτα;» Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα ενώ ρουθούνιζα.

«Γυναίκες;;;»

Ξεφώνισα κάνοντας αέρα με την παλάμη του χεριού μου στο πρόσωπο μου εκνευρισμένη. Απολάμβανε το θέαμα μου την ώρα που εγώ σηκωνόμουν αργά αλλά οργισμένα βάζοντας το σακάκι μου και αναζητώντας με την άκρη του χεριού μου τον χαρτοφύλακα μου. Εκείνος αφού κοίταξε προς τα κάτω, σηκώθηκε από τη θέση του και με πλησίασε. Λυγίζοντας και εκείνος τον κορμό του, άφησε το χέρι του να μπερδευτεί με το δικό μου πάνω από τον χαρτοφύλακα. Αποτραβήχτηκα κοιτάζοντας τον στα μάτια.

«Δεν τελείωσε η συνάντηση μας… Δεν μπορώ να σας κυνηγάω. Ξέρετε έχω πάρα πολλές δουλειές για να ασχολούμαι μαζί σας…» Τα έχασα από την εξαλλοσύνη μου ενώ με μία απότομη κίνηση κλείδωσα την παλάμη μου στο χερούλι του χαρτοφύλακα μου αναστενάζοντας από οργή ανασηκώνοντας τον. Έκλεισα τα βλέφαρα μου παίρνοντας μία βαθιά ανάσα και όταν τα άνοιξα αργά άφησα το βλέμμα μου να χαθεί μέσα στο γαλάζιο των ματιών του. Για μερικά δευτερόλεπτα μου κόπηκε η αναπνοή.

«Τα λέμε…» Του ψέλλισα απογοητευμένα αλλά επιβλητικά και με γοργά βήματα εξαφανίστηκα από μπροστά του αναζητώντας την έξοδο σαν τρελή. Μόλις βγήκα από το ρεστοράν κόλλησα το σώμα μου πάνω στον τοίχο δίπλα από την πόρτα της εισόδου, προσπαθώντας να πάρω βαθιές ανάσες, ενώ άρχισα να ξετυλίγω από το λαιμό μου το γκρι φουλάρι μου αφήνοντας το να γλιστρήσει αργά και απογοητευμένα μέσα στην παλάμη μου.

 

*

Γυρίζοντας στο σπίτι, πλησίασα την μπαλκονόπορτα μου και ανοίγοντας την αναζήτησα στην βεράντα μου τη μόνη συντροφιά που με γαλήνευε. Οι τρεις γάτες μου με πλησίασαν νιαουρίζοντας και ευθείς άρχισαν να τρίβονται στα πόδια μου. Αφού ψευτομάλωσα την pixie που με ακολούθησε μέχρι την κουζίνα γουργουρίζοντας την στιγμή που έψαχνα την γατοτροφή τους, το κινητό μου άρχισε να χτυπάει. Έτρεξα μέχρι τον χαρτοφύλακα μου, αρχίζοντας να το ψάχνω σαν τρελή. Ούτε η ίδια δεν ξέρω τι ακριβώς προσδοκούσα και όταν είδα απόκρυψη, το σήκωσα αμέσως ενώ ήμουν σίγουρη ότι ήταν εκείνος. Ένα λεπτό δεν άντεξε μακριά μου! Σιγά που δεν θα έπαιρνε! Αντί αυτού όμως, η φωνή μιας τηλεφωνήτριας για να μου προωθήσει τα πακέτα προσφοράς μιας καρτοκινητής εταιρίας με έκανε να της το κλείσω χωρίς να της δώσω καμία απάντηση. Έσφιξα απογοητευμένη το κινητό μέσα στην παλάμη μου και το βλέμμα μου γύρισε προς την παραπονεμένη pixie που είχε τεντώσει το σώμα της στέκοντας στα δυο της πόδια ενώ στήριζε τα άλλα δύο στα συρτάρια της κουζίνας, αναζητώντας την τροφή της μέσα από τα έντονα νιαουρίσματα της.

«Μια γεροντοκόρη με τις γάτες της…» Μουρμούρισα και έσυρα τα βήματα μου προδιαθέτοντας να πάω κοντά της ενώ εκείνη με ακολουθούσε μέχρι που βγήκα στο μπαλκόνι και άφησα την ξηρή τροφή να πέσει μέσα στο βαθύ μπολάκι τους. Την ώρα που τέντωσα όμως το κορμί μου κοιτάζοντας προς το άπειρο, το βλέμμα μου ξαναγύρισε σε έναν τύπο που στεκόταν ακριβώς πίσω από τα κάγκελα της αυλής μου και μου χαμογελούσε. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του αργά και με χαιρέτησε. Έκανα ένα γρήγορο βήμα προς τα πίσω θέλοντας να κρυφτώ και ένα λεπτό μετά άκουσα το κουδούνι.

«Αυτός μου έλειπε τώρα…» Γκρίνιαξα και για να τον αποφύγω έβαλα γρήγορα τις γόβες μου και αρπάζοντας τον χαρτοφύλακα μου έτρεξα προς την είσοδο του σπιτιού μου ανοίγοντας δήθεν αλαφιασμένη την πόρτα.

«Γεια χαρά! Ήμουν πολύ κοντά στο σπίτι σου και είπα να περάσω μία βολτίτσα…» Ένα φαρδύ χαμόγελο αισιοδοξίας ζωγραφίστηκε στα χείλη του και εγώ σε δευτερόλεπτα ανέτρεξα στη μνήμη μου να εντοπίσω εκείνο το χαρτάκι που έγραφε το όνομα του.

«Μιχάλη… Μωρέ έχω πολύ δουλειά και μόλις έφευγα! Ατυχία! Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή…» Τον έσπρωχνα σταδιακά προς τα έξω και εκείνος με κοίταξε με ένα απογοητευμένο βλέμμα.

«Έχεις δίκιο… Ήρθα και εγώ απροειδοποίητα! Μόνο… Που δεν μου έχεις δώσει το τηλέφωνο σου, οπότε δεν ξέρω πώς να επικοινωνήσω μαζί σου γι αυτή την άλλη στιγμή που λες να ξαναβρεθούμε!» Στριφογύρισα αμήχανα τις κόρες των ματιών μου όσο εκείνος με ακολουθούσε από πίσω μέχρι το αυτοκίνητο μου. Ανοίγοντας την πόρτα, κοντοστάθηκα για λίγο και τον κοίταξα χαρίζοντας του ένα ψεύτικο χαμόγελο. Εκείνος αναστέναξε σαν να έλιωνε από έρωτα.

«Λοιπόν;» Ρώτησε και ένιωσα ότι δεν μπορούσα να του ξεφύγω.

«Ναι, έχεις δίκιο…» Σιγοψιθύρισα και έκανα μία κίνηση ψαχουλεύοντας το χαρτοφύλακα μου δήθεν αδιάφορα για να αποφύγω την επιμονή του. Έβγαλε το κινητό του επιδεικνύοντας μου το σαν να μου έλεγε ότι περίμενε να του δώσω τον αριθμό μου και τότε… Τινάζοντας τα μαλλιά μου όλο σιγουριά προς τα πίσω άρχιζα να του εκφωνώ τον αριθμό μου.

«Θα σε πάρ…» Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του είχα πατήσει το γκάζι και είχα εξαφανιστεί από μπροστά του.

Αρχικά, δεν γνώριζα ούτε η ίδια που πήγαινα και έτσι έκανα έναν σύντομο κύκλο κοντά στην περιοχή μου. Έπειτα όμως πήρα το δρόμο για το γραφείο μου. Ήταν κλειστό άλλωστε και ίσως το να με απορροφήσει για λίγο η δουλειά να μου έκανε καλό το να ξεχάσω όλα όσα είχα ζήσει σήμερα.

Λίγη ώρα αργότερα, βρισκόμουν στον πεντακάθαρο επαγγελματικό μου χώρο και ενώ τράβηξα έναν τεράστιο φάκελο με έγγραφα μπροστά μου, έτοιμη να βουτήξω στους οικονομικούς δείκτες των στατιστικών πωλήσεων, άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει μέσα στην παλάμη μου κρατώντας το κούτελο μου. Λεπτό δεν μπορούσα να μην σκέφτομαι εκείνη την συνάντηση μαζί του στο κινέζικο ρεστοράν. Αναστέναξα βαθιά και αμέσως έριξα μία ματιά στο κινητό μου. Ένιωσα τα δάχτυλα μου να με προστάζουν γλυκά και αναζήτησα τον σταθμό, ελπίζοντας μέσα μου ότι θα έπεφτα τυχαία στην δική του εκπομπή. Η γλυκιά φωνή της εκφωνήτριας όμως με παρέσυρε μέσα από τις μουσικές επιλογές της και με έκανε να ονειρευτώ για πρώτη φορά μία ζωή που μέχρι χτες στη σκέψη της και μόνο έβγαζα φλύκταινες!

Είχα αφεθεί εντελώς στη ροή του προγράμματος μέχρι τη στιγμή που μπήκαν διαφημίσεις και τότε τίναξα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά θέλοντας να ξυπνήσω. Έπιασα τον εαυτό μου να μετανιώνει για κάθε δευτερόλεπτο της σκέψης μου και έτσι φόρεσα τα γυαλιά μου και πάλι. Έκλεισα τη ραδιοφωνική εκπομπή και εστίασα πάνω από τα πολύ σημαντικά αρχεία μου αναζητώντας τον πραγματικό μου εαυτό.

«Έρωτες και βλακείες» Μουρμούρισα με εκνευρισμό προς τον εαυτό μου σαν να τον μάλωνα και έπειτα το στυλό με τις σημειώσεις μου πήρε φωτιά μέσα από το χέρι μου!

 

*

Όταν πια είχε αρχίσει να νυχτώνει για τα καλά, σήκωσα το κεφάλι μου τη στιγμή που η κλήση της Αλέκας έκανε το κινητό μου να κουδουνίσει μέσα στην τόση ησυχία που επικρατούσε στον χώρο. Κάποιες φωνές εκτοξεύτηκαν από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου.

«Εντάξει βρε Αλέκα… Γιατί φωνάζεις τώρα;» Έκανα μία μικρή παύση για να την ακούσω και έπειτα την καθησύχασα με ήρεμη φωνή. «Έδωσα τον αριθμό σου για να τον αποφύγω… Άλλωστε μπορώ να του πω ότι εκείνος δεν άκουσε καλά και έκανε κάποιο λάθος στην αποθήκευση του αριθμού! Ώρες ώρες με θαυμάζω!» Η Αλέκα μετά από λίγο είχε ηρεμήσει και εγώ της ανέλυσα τον τρόπο που εκείνος ο Μιχάλης έμοιαζε να μου γίνεται στενός κορσές. Νομίζω ότι καταλάβαινε τη λογική μου μιας και δεν ήταν ελάχιστες οι φορές που κάποιοι άντρες μετά την ερωτική μας συνεύρεση ήθελαν σαν τρελοί να ξαναβρεθούμε. Έδειχνε μεγάλη κατανόηση και ήταν και κάτι πολύ φυσιολογικό πλέον με τον τρόπο που είχα επιλέξει να ζω. Αλλά η αλήθεια είναι, ότι μέχρι τότε ποτέ δεν είχα σκεφτεί να δώσω το τηλέφωνο της Αλέκας φέρνοντας την σε δύσκολη θέση. Όταν ολοκληρώσαμε το τηλεφώνημα, χαμογέλασα στην ιδέα ότι η Αλέκα κατά κάποιο τρόπο την πλήρωσε με εκείνον τον Μιχάλη και ένιωσα ανακούφιση για λίγο που είχα καταφέρει και είχα μία τόσο σημαντική φίλη. Άλλη στη θέση της θα με θεωρούσε εξώλης και προώλης και δεν θα τολμούσε να κάνει παρέα με κάποια που άλλαζε τους άντρες σαν το εσώρουχο της.

 

*

«Είσαι ένα σεξουαλικό όργιο!» Φώναξε, την άλλη μέρα το πρωί όταν την συνάντησα έξω από την τράπεζα. Της χάρισα ένα απολογητικό βλέμμα.

«Άστα αυτά σε εμένα! Γιατί σε γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα! Μα πως σου ήρθε να δώσεις το τηλέφωνο μου σε αυτόν τον …»

«Μιχάλη…» Συμπλήρωσα και εκείνη με κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.

«Καλά! Δεν φοβήθηκες μην σταθεί αφορμή αυτό και τσακωθώ με τον … Πάνο;» Η Αλέκα με κοίταξε κάνοντας μία έντονη γκριμάτσα με τα χείλη της. Ούτε εκείνη δεν το πίστευε αυτό που έλεγε. Και οι δύο γνωρίζαμε ότι ο Πάνος αδιαφορούσε εντελώς μέσα σε αυτή τη σχέση. Την αγαπούσε αλλά με έναν δικό του τρόπο που εμένα προσωπικά μου ήταν αδύνατον να καταλάβω. Πολλές φορές ήταν το τεράστιο παράδειγμα προς αποφυγήν μου το να γινόμουν κάπου στο μέλλον ένα ζευγάρι σαν εκείνους. Μέσα στη μιζέρια και το χειρότερο ήταν ότι δεν έκαναν τίποτα γι αυτό. Αν εξαιρέσεις τις ελάχιστες φορές που η Αλέκα προσπάθησε να του κεντρίσει και πάλι το ενδιαφέρον, εκείνος έμοιαζε να έχει βαρεθεί τα πάντα γύρω του. Ακόμα και τον λόγο ύπαρξης του. Προτίμησα λοιπόν να μην της δώσω καμία λεκτική απάντηση, παρά να αφήσω τα μάτια μου να τις δώσουν τις απαντήσεις που έψαχνε.

«Θα ξαναπάς σε αυτή την ψυχολόγο;» Με ρώτησε ώρα μετά όταν πια είχαμε φτάσει στο γραφείο μου. Έβγαλα τις γόβες μου τεντώνοντας τα πόδια μου την ώρα που έκατσα στον καναπέ.

«Είναι καινούριες και με χτύπησαν…» Παραπονέθηκα θέλοντας να αλλάξω συζήτηση. Το μυαλό μου ταξίδευε προς την Ανδριάνα και τον γοητευτικό… σύζυγο της. Μέσα μου ένιωθα τόσο άσχημα. Είπαμε! Είμαι κινούμενος εκτελεστής αλλά όχι να τρέχω να οργιάζω και με παντρεμένους! Η Αλέκα έπιασε τις γόβες στα δυο της χέρια και τις περιεργάστηκε για λίγο.

«Αλέκα…» Έκανα την αρχή θέλοντας να της εξομολογηθώ όλα όσα είχαν συμβεί με τον Μάκη, που αν και δεν ήθελα να το παραδεχτώ μέσα μου έβραζα στη σκέψη του κάθε φορά. Γύρισε το βλέμμα της ανέκφραστη προς το μέρος μου.

«Ωραίες δεν είναι οι γόβες;» Τη ρώτησα τελικά θέλοντας να μην παραδεχτώ τα συναισθήματα μου. Άλλωστε τι με ένοιαζε εμένα ένας παντρεμένος που έπαιζε κατά αυτόν τον τρόπο μαζί μου; Ξαφνικά στο μυαλό μου ήρθαν τα χαμογελαστά πρόσωπα των παιδιών του μέσα από τις φωτογραφίες. Η Αλέκα κατένευσε αρχίζοντας την ανάλυση για τις γόβες που είχε μπροστά της.

«… Αν και δεν είναι το στυλ μου είναι πολύ κομψές και νομίζω ότι σου πηγαίνουν τέλεια!»

Εγώ έμοιαζα χαμένη όση ώρα μου μιλούσε. Αναταράξεις εκνευρισμού βίωνα μέσα μου κάθε τρεις και λίγο όταν σκεφτόμουν τη στάση και το βλέμμα του την ώρα που δοκίμαζε τη σούπα απέναντι μου.

«Ναι, όντως είναι πολύ κομψές… Αλλά με χτύπησαν οι άτιμες! Ούτε που με λυπήθηκαν!»

«Εντάξει… Αν τις πας σε έναν τσαγκάρη ίσως να μπορεί λίγο να στις ανοίξει… ή μπορεί να ανοίξουν με το περπάτημα…»

«Όχι! Τις μισώ! Καθόλου δεν με φρόντισαν! Έτσι μου έρχεται… Μου έρχεται… Να ανοίξω το παράθυρο και να τις πετάξω!» Ούρλιαξα ξεφυσώντας και χωρίς δεύτερη σκέψη τις έπιασα και με μία απότομη κίνηση τις πέταξα από το παράθυρο. Έπειτα, γύρισα και κοίταξα την Αλέκα αφήνοντας το μισάνοιχτο. Οι κινήσεις μου ήταν όλες αυθόρμητες και αφιλτράριστες. Ούτε η ίδια δεν πίστευα το τι είχα κάνει.

«Τι σε έπιασε και θέλεις να απαλλαχτείς από τις καινούριες σου τις γόβες;»

Η Αλέκα άνοιξε το παράθυρο κοιτάζοντας προς τα κάτω και εγώ απέναντι της έμεινα να την παρατηρώ. Εκείνη γύρισε έντρομη προς το μέρος μου. Άρχισα να περπατάω πάνω κάτω εκνευρισμένη.

«Τις μισώ μάλλον! Καινούριες και πράσινα άλογα! Τι θα πει καινούριες; Με χτυπάνε αλύπητα!»

«Σόνια πρέπει να σου πω κάτι!»

«Δεν δέχομαι κουβέντα! Θα φύγω ξυπόλυτη! Ούτε και με νοιάζουν αυτές οι πανάκριβες και τόσο κομψές γόβες! Να πάνε στα κομμάτια!» Κατευθύνθηκα προς το γραφείο μου και αφού έκατσα στην καρέκλα μου με θυμό, ανέβασα τα πόδια μου για πρώτη φορά πάνω του αφήνοντας τις γυμνές πατούσες μου σε κοινή θέα προς την Αλέκα που με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια σαν να μην καταλάβαινε καμία από τις αντιδράσεις μου.

«Άσε με να σου πω ότι…»

Την διέκοψα για ακόμα μία φορά χωρίς να δέχομαι το παραμικρό.

«Δεν χρειάζομαι παρηγοριά! Και ούτε χρειάζεται να το αναλύσουμε αυτό που μόλις έγινε! Θα απαλλαχτώ από οτιδήποτε με πονάει σωματικά και ψυχικά! Κατάλαβες;»

Η Αλέκα με κοίταξε έκπληκτη από την αντίδραση μου μέσα στα μάτια.

«Για τις γόβες μιλάμε πάντα ε;» Ρώτησε κάπως σαστισμένη και η πόρτα του γραφείου μου χτύπησε ελαφρά. Κατέβασα αμέσως τα πόδια μου και τότε είδα την Αλέκα να κατευθύνεται ήρεμη προς την πόρτα για να ανοίξει. Δείχνοντας την με τα χέρια της ανασήκωσε τους ώμους της σαν να είχε σοκαριστεί.

«Αυτό προσπαθούσα να σου πω! Τον αποτελείωσες τον Χριστιανό με τα καμώματα σου…»

Χωρίς να καταλάβω τι συνέβη, έμεινα με μία έκφραση απορίας και όταν άνοιξε η πόρτα εμφανίστηκε μπροστά μου … Εκείνος. Το βλέμμα μου κατηφόρισε προς το χέρι του, όπου κρατούσε τις δύο μου γόβες ενώ με το άλλο του χέρι έτριβε απαλά το κεφάλι του.

Ξεπρόβαλλε σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού τώρα! Μόνο που ξέχασε κάπου να μας επισημάνει το ότι ήταν λίγο … παντρεμένος!

#Εργένισσα

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ~

Παντρεμένος και αυτόματα μη διαθέσιμος για εσένα Σόνια! Φώναξε μία εσωτερική φωνή μέσα από την καρδιά μου όσο είχα παραμείνει ανέκφραστη μπροστά στο παραπονεμένο αλλά άνετο βλέμμα το δικό του και στο ανυπόμονο βλέμμα της Αλέκας για τη συνέχεια.

«Πέρασε μέσα…» Αποκρίθηκε εκείνη και τον τράβηξε σχεδόν από το μανίκι οδηγώντας τον κάπως κατευθυνόμενα προς την καρέκλα μπροστά από το γραφείο μου. «Μικρός που είναι ο κόσμος…» Χλεύασε η Αλέκα κοιτάζοντας παγωμένη μία εκείνον και μία εμένα που για μερικές στιγμές είχαμε ξεχάσει και οι δύο ότι βρισκόταν και εκείνη κάπου στο χώρο. Τα βλέμματα μας έμοιαζαν να είχαν δεθεί κόμπος όσο το ένα είχε βυθιστεί μέσα στο άλλο.

«Μήπως ενοχλώ;» Ρώτησε κάπως ξέπνοα και αμήχανα εκείνη θέλοντας να μας επαναφέρει στην πραγματικότητα όσο δεν έπαιρνε καμία απάντηση από εμάς. Άπλωσε το χέρι του γυρίζοντας το βλέμμα του προς εκείνην αφήνοντας τις γόβες πάνω στο γραφείο μπροστά μου. Έστριψα το βλέμμα μου δεξιά κοιτάζοντας στο κενό θέλοντας να δείξω την ενόχληση μου. Η αλήθεια όμως ήταν ότι μέσα μου έμοιαζα με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.

«Πως και από εδώ;» Συνέχισε η Αλέκα ρωτώντας τον καχύποπτα ενώ παράλληλα έριχνε ματιές επάνω μου προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις αντιδράσεις μου.

«Εντελώς τυχαία θα έλεγα…» Παραδέχτηκε εκείνος και μέσα μου ένιωσα βαθιά ικανοποίηση που επιτέλους είχα ακούσει για ακόμα μία φορά την τραβηχτική φωνή του. Περίεργο συναίσθημα που δεν το είχα νιώσει ποτέ μου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όλα μέσα μου ήταν βέβαιο ότι αναζητούσαν κάπου την ύπαρξη του στο χώρο. Σαν να μου έλειπε έντονα τις στιγμές που είχαμε αποχωριστεί από την ώρα που είχαμε συναντηθεί σε εκείνο το κινέζικο ρεστοράν. Αποφάσισα να κάνω την παρουσία μου αισθητή και αυτό επειδή στιγμιαία συνειδητοποίησα ότι είχε την πρόθεση να μας αποχαιρετήσει.

«Δηλαδή δεν ερχόσασταν σε εμένα κύριε Μάκη;» Ο ειρωνικός τόνος στο τέλος της ερώτησης μου τον έκανε να με κοιτάξει σοβαρός αποσπώντας όλη μου την προσοχή. Να και μία έκφραση καινούρια που δεν την είχα δει από εκείνον! Έπιασα τον εαυτό μου να θέλει απεγνωσμένα να συναντήσει όλες τις εκφράσεις του και να έχω την πολυτέλεια του χρόνου να τις απολαύσω.

«Φυσικά και όχι… Δεν γνώριζα καν ότι εδώ ήταν το γραφείο σας δεσποινίς Φερμίδου…» Εξοργίστηκα μέσα μου και ίσως αυτός ο πληθυντικός που διατηρούσε ο ίδιος τελικά να ήταν μία πολύ καλή αφορμή να σταματήσω να κάνω όνειρα απατηλά. Ο άνθρωπος ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν το απαγορευμένο για εμένα αλλά πέρα από την οικογενειακή του κατάσταση, η ετοιμολογία του με ενοχλούσε αφάνταστα.

«Ξέρετε… Η Σόνια… Δε συνηθίζει να πετάει τις γόβες της από το παράθυρο… Όλο αυτό ήταν ένα… Ένα… Ατύχημα!» Η Αλέκα έσπευσε να με δικαιολογήσει όταν συνειδητοποίησε ότι χωρίς λόγο είχα αρχίσει να νευριάζω με την απάντηση του. Με πλησίασε αργά και άρχισε να του χαμογελάει απολογητικά ενώ εκείνος παρέμενε να με κοιτάζει εστιασμένος στην αντίδραση μου, όταν εγώ ήταν ολοφάνερο ότι ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε φωνές. Ήμουν σίγουρη άλλωστε ότι διάβαζε όλες τις κρυφές μου σκέψεις για το κοινό παρελθόν μας. Εκείνο, που γνωρίζαμε μόνο οι δύο μας τόσο καλά. Κρυφά από όλους!

Ανάμεσα σε μερικά βλέμματα μυστικής συνωμοσίας που ανταλλάξαμε ενστικτωδώς, προσπάθησα να βρω τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση και τον επαγγελματισμό μου και να αφήσω πίσω μου τα συναισθηματικά μου παραληρήματα και ας με έκανε το χαρακτηριστικό του άρωμα να τα χάνω ακόμα περισσότερο. Απέτρεψα το βλέμμα μου από το δικό του, πιάνοντας τα γυαλιά μου και τοποθετώντας τα ευλαβικά στο πρόσωπο μου. Έκατσα με περίσσια ψυχραιμία στην καρέκλα μου και εστίασα για λίγο στην οθόνη του υπολογιστή μπροστά μου θέλοντας φυσικά να κερδίσω χρόνο. Έπειτα, γύρισα το βλέμμα μου και πάλι μέσα στο δικό του. Διάβαζα τα μάτια του που έμοιαζαν σαν να μου φώναζαν το πόσο με ήθελε. Ένα αμυδρό χαμόγελο που ήταν έτοιμο να ξεπροβάλλει από τα χείλη του. Εστίασα για δευτερόλεπτα σε αυτά και αυτόματα τα ένιωσα μέσα από τη σκέψη μου επάνω στα δικά μου σαν να τα λαχταρούσα μέρες.

«Όσο αναφορά την προηγούμενη συνάντηση μας, ας την ξεχάσουμε…» Αρκέστηκα να του πω αφήνοντας ένα έντονο υπονοούμενο που ήμουν σίγουρη ότι τον έστελνε στις ερωτικές αναμνήσεις μας ή τουλάχιστον όσες είχαμε προλάβει να δημιουργήσουμε εκείνο το βράδυ. «Ίσως θα ήταν προτιμότερο να σας αναλάβει κάποιος άλλος επιχειρηματικός σύμβουλος…» Συνέχισα, θέλοντας να του δείξω ότι αναφερόμουν ξεκάθαρα στο επαγγελματικό μας κομμάτι. Είδα τα μάτια του να στενεύουν για λίγο και έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, χαμογέλασε πλατιά.

«Έχετε δίκιο… Κανένα πρόβλημα λοιπόν… Άλλωστε στην τελευταία μας συνάντηση μου επισημάνατε έναν όρο που δεν περιπλέκει τα επαγγελματικά με τα προσωπικά σας. Οπότε, μπορώ να υποθέσω ότι θέλω μετά από αυτό…» Έμεινα άναυδη να τον κοιτάζω. Η Αλέκα έμοιαζε να χάνεται μέσα στη συζήτηση μας αλλά και στον ηλεκτρισμό που επικρατούσε ανάμεσα μας.

«Καλή συνέχεια λοιπόν… Τα λέμε!» Ήταν η τελευταία του φράση λίγο πριν απομακρυνθεί και κλείσει επιδεικτικά την πόρτα πίσω του αφήνοντας με άφωνη να με έχει αγκαλιάσει το έντονο άρωμα του.

«Τον άτιμο! Είναι κούκλος!» Ψέλλισε η Αλέκα μέσα από μία έκφραση ερωτισμού που έμοιαζε να λιώνει πάνω στο πάτωμα. Γύρισε και με κοίταξε σαστισμένα. «Τι εννοούσε όταν έλεγε ότι του επισήμανες έναν όρο;»

«Τίποτα!» Ξεφύσησα και χτύπησα μέσα από μία γροθιά το χέρι μου πάνω στο γραφείο. Ένιωσα ότι είχα παγιδευτεί η ίδια μέσα σε όλο αυτό που είχα δημιουργήσει. Και ετοιμόλογος και έξυπνος! Άφρισα από οργή μέσα μου. Δύο χαρακτηριστικά που με έκαναν έξαλλη κάθε φορά που ερχόμουν αντιμέτωπη με τις καυτές απαντήσεις του. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι μέσα στο κεφάλι μου εκείνη τη στιγμή που τον είχα απέναντι μου επικρατούσε το απόλυτο κενό. Χωρίς να είμαι σε θέση να του δώσω την παραμικρή απάντηση.

«Τα λέμε…» Μουρμούρισα παραπονεμένα κοιτάζοντας την ξύλινη επιφάνεια της πόρτας μπροστά μου και η Αλέκα έκατσε στην καρέκλα μπροστά μου παίρνοντας στα χέρια της, τις δύο γόβες μου.

«Κύριος όμως… Παρά το ότι τον έχεις ρημάξει στο ξύλο… Εκείνος παραμένει ευγενικός…»

Το βλέμμα μου πυροδότησε επάνω της. Την είδα να ξεροκαταπίνει.

«Εντάξει… Μπορεί να μην τον έχεις δείρει ακριβώς αλλά και στις δύο περιπτώσεις, αν το καλοσκεφτείς… Δεν φταις εσύ… Τη μία, εκείνο το χαστούκι και τώρα οι γόβες σου του ήρθαν ουρανοκατέβατες… Έτυχε!»

*

Το μόνο που ήθελα ήταν να συναντήσω τις γάτες μου. Να παραμείνω για λίγο στην αυλή παίζοντας μαζί τους. Να με κάνουν να αποτραβηχτώ από όλες τις σκέψεις που μου τρέλαιναν το μυαλό. Ένιωσα το μέτωπο μου να καίει τη στιγμή που η ερωτική μου επιθυμία για εκείνον έμοιαζε με ότι πιο δυνατό είχε ξεκινήσει να δημιουργείται μέσα μου. Μάλωνα τον εαυτό μου ξανά και ξανά.

Άπλωνα τα χέρια μου χαϊδεύοντας τα τετράποδα μου και η αίσθηση αυτή με γαλήνευε όσο τίποτα μέσα από μία βαθιά λύτρωση. Σαν παρηγοριά μέσα στη μοναξιά μου έμοιαζαν όλα αυτά τα χρόνια. ¨Ποτέ μου δε θα σας αποχωριστώ!¨ Συλλογιζόμουν νιώθοντας ότι επικοινωνούσαμε απόλυτα. H catten άρχισε να μου γλύφει τα ακροδάχτυλα. Αυτή πρέπει να ήταν η δική της απάντηση γύρω από τις δικές μου σιωπηλές σκέψεις προς εκείνες.

«Ώρα για χαλαρό μπανάκι!» Φώναξα στον αέρα και σηκώθηκα τρίβοντας τις παλάμες μου για να αποτρέψω κάθε τρίχα που είχε κολλήσει επάνω μου. Αποτραβήχτηκα στο μπάνιο. Το σημείο όπου χαλάρωνα απόλυτα μέσα στο σπίτι μου. Γέμισα το τζακούζι με άλατα και άναψα αρωματικά κεριά τριγύρω. Μόνο εγώ γνώριζα πώς να φροντίζω απόλυτα τον εαυτό μου. Έτσι, δεν χρειαζόμουν ποτέ καμία σχέση που στην αρχή της όλα θα έμοιαζαν ιδανικά και κάπου στην πορεία ήταν δεδομένο ότι θα μεταμορφωνόταν σε μία ρουτίνα που θα με έκανε να μισήσω. Δεν ήμουν εγώ για έρωτες με ημερομηνία λήξης. Πολύ καλύτερα έτσι. Μακριά από ιδανικά αλλά απατηλά όνειρα! Όσο πιο μακριά γίνεται!

Ξεφύσησα παραμένοντας μέσα στην αρμονία των αισθήσεων που μου προκαλούσαν τα αρώματα των κεριών στο χώρο. Σφράγισα τα βλέφαρα μου και από τη σκέψη μου περνούσαν ένα σορό γνώριμα, αντρικά πρόσωπα. Τα περισσότερα πολύ κοντά στο κοντινό παρελθόν μου. Αναρωτήθηκα τι να έκαναν όλοι αυτοί; Πώς να ήταν οι ζωές τους άραγε; Ποτέ δεν με ένοιαξε να μάθω το παραμικρό για εκείνους. Ξαφνικά ένιωσα ότι η ερωτική μου ζωή ήταν ένας κατασκότεινος ουρανός με ένα σορό αστέρια τα οποία τρεμόπαιζαν μέσα από την λάμψη τους αλλά στο τέλος ένα ένα έσβηνε, αφήνοντας τον ουρανό μου να μοιάζει με ένα σκοτεινό καμβά από μία κενή ζωή χωρίς χρώμα. Στα αυτιά μου ήρθε σαν ψίθυρος η φωνή της Ανδριάνας, όταν σε μία από τις παλαιότερες συναντήσεις μας, μου επισήμανε:

«Δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ερωτευθεί… Φοβάσαι…»

Ανασηκώθηκα στη θέση μου ανοίγοντας τα μάτια μου, δημιουργώντας ένα μικρό κύμα μέσα από το νερό που με αγκάλιαζε τόση ώρα.  Όχι. Δεν ήταν δυνατόν να φοβόμουν; Για εμένα μιλούσαμε άλλωστε! Ένας άνθρωπος τόσο δυναμικός ποτέ δεν θα φοβόταν τίποτα!

Σηκώθηκα απότομα και κάπως εκνευρισμένη έπιασα την μεταξωτή πετσέτα μου ταμπονάροντας την προσεκτικά στο σώμα μου. Το βλέμμα μου έμοιαζε χαμένο στο πουθενά. Αφηρημένη όπως ήμουν πλησίασα το δωμάτιο μου και χωρίς να φιλτράρω απόλυτα τις αντιδράσεις μου άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου μου όπου μέσα υπήρχαν ένα σορό χαρτάκια με αντρικά ονόματα και τηλέφωνα. Αυτό το συρτάρι ήταν και το μοναδικό ακατάστατο σημείο μου μέσα στο σπίτι. Ίσως τελικά αυτό να ήταν και το μοναδικό ακατάστατο σημείο στην ίδια μου τη ζωή. Η ερωτική μου ζωή δεν ήταν παρά ένας σορός από τσαλακωμένα χαρτάκια.

Αφήνοντας το συρτάρι ανοιχτό δίπλα μου, λύγισα τα πόδια μου αγκαλιάζοντας τα επάνω στο κρεβάτι. Έμεινα αρκετή ώρα να σκέφτομαι πολλές από τις συζητήσεις που είχα κάνει με την Ανδριάνα κατά καιρούς μέχρι που στο τέλος δύο λέξεις έκαναν το μυαλό μου να στριφογυρνάει γύρω τους: Συναισθηματικός ευνουχισμός!

Αφού έριξα μία φευγαλέα ματιά στο συρτάρι και περιεργάστηκα με τα μάτια μου τα σκόρπια χαρτάκια μέσα του, τράβηξα κοντά μου το κινητό μου αναζητώντας στα social το προφίλ της Ανδριάνας. Με σφιγμένη καρδιά έκανα ανασκόπηση στις φωτογραφίες της αλλά εκείνη εκτός από το ότι φαινόταν τελείως ανενεργή εδώ και αιώνες, το μόνο που είχε στα άλμπουμ φωτογραφιών της ήταν περισσότερο εικόνες με αποφθέγματα για το αληθινό νόημα της ζωής. Η αλήθεια είναι ότι ένα από αυτά μου κέντρισε το ενδιαφέρον :

Ότι αγαπάμε οφείλουμε να το διεκδικούμε! Η ζωή μας είναι μία και ανήκει μόνο σε εμάς!

Ασυναίσθητα το μυαλό μου πήγε στον Μάκη. Αναστέναξα στη σκέψη του και όταν με τη ροδέλα του ποντικιού μετακινήθηκα προς τα κάτω, την είδα αγκαλιά με εκείνον να δείχνουν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι πάνω στη γη. Ένα δυνατό τσίμπημα στην καρδιά με έκανε να τα χάσω και κάπου μέσα μου να απογοητευτώ τόσο που να θέλω να τη διαγράψω από το προφίλ μου. Μία ακόμα τέτοια φωτογραφία να έπεφτε τυχαία στην αρχική μου και θα με έκανε χίλια κομμάτια. Ήμουν σίγουρη γι αυτό και ας μην το παραδεχόμουν πουθενά. Ένας κόμπος ανέβηκε σταδιακά μέχρι το λαιμό μου και όταν πάτησα με βαριά καρδιά μέσα στη φωτογραφία διαβάζοντας τα πρώτα σχόλια ένιωσα ακόμα πιο χάλια με κοντινούς φίλους τους να επιβεβαιώνουν την οικογενειακή τους ευτυχία.

«Δεσμός αίματος!» – «Πάντα ενωμένοι!» – «Τα καλύτερα παιδιά!» – «Να είστε πάντα αγαπημένοι!»

Αρνήθηκα να διαβάσω παρακάτω και αυτό γιατί τίποτα από όλη αυτή τη διαδικασία δεν με ευχαριστούσε τελικά. Έκλεισα το κινητό μου και αποδεσμεύτηκα από εκείνη τη χαοτική στιγμή που είχα επιβάλλει η ίδια στον εαυτό μου. Γιατί άλλωστε να το περνούσα αυτό; Με μία απότομη κίνηση έκλεισα μέσα στη χούφτα μου μέρος από τα χαρτάκια δίπλα μου και άρχισα να τα τοποθετώ ευλαβικά μπροστά μου. Αμέτρητα αντρικά ονόματα με αριθμούς από κάτω δέσποζαν σε λίγο πάνω στο στρώμα μου κάνοντας με να αναρωτηθώ πότε είχα προλάβει να τους γνωρίσω όλους αυτούς. Μήπως τελικά έπρεπε να βάλω λίγο φρένο; Τόσοι άντρες και κανείς δεν μου είχε ξεκλειδώσει το να τον επιθυμώ τόσο βαθιά; Γιατί έπρεπε να πέσω σε έναν απαγορευμένο καρπό; Για να σπάσω τα ερωτικά μου όρια και να αμαρτήσω; Τι μάθημα ζωής ήταν αυτό που ερχόταν τόσο ξαφνικά στην πόρτα μου; Γιατί με αυτόν τον άντρα υπήρχε έντονη ερωτική έλξη; Τόση που μου ήταν αδύνατον όταν τον ένιωθα δίπλα μου να του αντισταθώ!

Όταν πια είχα βάλει στη σειρά όλα τα χαρτάκια πάνω στο στρώμα με μαθηματική ακρίβεια την απόσταση μεταξύ τους, ένιωσα να με πιάνει απελπισία και με μία απότομη κίνηση τα έσπρωξα όλα αφήνοντας τα να διασκορπιστούν ακανόνιστα στο πάτωμα. Έκρυψα το μελαγχολικό μου πρόσωπο μέσα στις παλάμες μου και ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάματα σαν μωρό παιδί αλλά μέσα μου κρατιόμουν όσο τίποτα για να μην ξεσπάσω. Και ναι. Τα είχα καταφέρει να μην αφήσω ποτέ αυτό το δάκρυ να κυλήσει. Ο εγωισμός μου τελικά ήταν η καλύτερη άμυνα μου τώρα που τον χρειαζόμουν όσο κανέναν άλλον.

«Βλακείες!» Επισήμανα φωναχτά στον εαυτό μου πασχίζοντας να τον βγάλω από όλο αυτό το νοητό παιχνίδι που είχε ξεκινήσει ανάμεσα σε εμένα και εκείνον.

*

Όλα κύλησαν γρήγορα μέχρι τη στιγμή που έκλεισα τα μάτια μου πιο αποφασισμένη από ποτέ. Είχα τον απόλυτο έλεγχο των συναισθημάτων μου και κανείς δεν μπορούσε να μου ασκήσει καμία αλλαγή πάνω σε αυτό. Ούτε καν η δύναμη των σκέψεων μου γιατί μόλις τρύπωνε στο μυαλό μου το πρόσωπο του, έτρεχα και το απασχολούσα με οτιδήποτε έβρισκα τριγύρω. Από τις δουλειές του σπιτιού μέχρι αμέτρητα παιχνίδια με τις τριχωτές φίλες μου. Εκείνες νιαούριζαν από ευχαρίστηση και εγώ απολάμβανα κάθε τους αντίδραση μέσα από την παιχνιδιάρικη διάθεση τους. Άρα, το επόμενο πρωί ήρθε σχετικά γρήγορα, με εμένα να ακροβατώ και πάλι στην πρωινή ρουτίνα μου που τόσο απολάμβανα.

Ο αχνιστός καφές περίμενε να τον απολαύσω στον πάγκο της πανάκριβης κουζίνας μου. Τριγύρω μύριζε φρεσκάδα και καθαριότητα κάτι που ενεργοποιούσε την όρεξη μου για την ίδια τη ζωή. Σήμερα είχα πείσει από πολύ νωρίς τον εαυτό μου ότι θα ήταν μία μέρα γεμάτο αισιοδοξία και τόλμη για να ρουφήξω κάθε επαγγελματική μου δραστηριότητα. Με εμένα να χαμογελάω στον εαυτό μου μέσα από τον καθρέφτη αφήνοντας πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού μου κάθε χθεσινό προβληματισμό μου, ξεχύθηκα πιο ανέμελη από ποτέ στο δρόμο αναζητώντας το αυτοκίνητο μου. Πλησιάζοντας προς εκείνο, έτεινα το χέρι μου στους υαλοκαθαριστήρες όπου με περίμενε μία μικρή κατακόκκινη έκπληξη. Ένα τριαντάφυλλο που αρχικά με αιφνιδίασε και έπειτα με έκανε να χαμογελάσω πιο πλατιά. Το έπιασα στο χέρι μου φέρνοντας το κάτω από τα ρουθούνια μου αφήνοντας την αίσθηση της μυρωδιά του να μου χαρίσει μία πρωινή αγκαλιά. Έπειτα, τσέκαρα με το βλέμμα μου το δρόμο τριγύρω μήπως εντοπίσω κάποιο στοιχείο για αυτόν τον κρυφό θαυμαστή μου. Όπως και να έχει, μου έφτιαξε ακόμα περισσότερο τη μέρα!

Την ώρα που έκλεινα την πόρτα του αυτοκινήτου βάζοντας μπρος γύρισα και έριξα μία ματιά στο τριαντάφυλλο που είχα αφήσει πάνω στο χαρτοφύλακα μου, δίπλα, στη θέση του συνοδηγού. Μία φευγαλέα σκέψη ότι μπορεί να μου το είχε αφήσει ο Μιχάλης γινόταν όλο και πιο έντονη μέσα μου όσο διέσχιζα με ταχύτητα το δρόμο. Πράγμα που με έκανε να αλλάξω τα συναισθήματα ενθουσιασμού που είχαν δημιουργηθεί λίγο νωρίτερα και να πατάω όλο και πιο νευρικά το γκάζι.

Κατευθυνόμενη προς το γραφείο μου συνάντησα την Αλέκα να με περιμένει απέξω με έναν καφέ στο χέρι. Μου χαμογέλασε.

«Κατέβηκα να κλείσω ραντεβού εδώ πιο δίπλα σε μία μανικιουρίστα και σκέφτηκα να περάσω!» Την κοίταξα απογοητευμένη χωρίς να καταλάβω ότι εκείνη χρέωσε τη συμπεριφορά μου στην πρωινή μας απρογραμμάτιστη συνάντηση. «Αν έχεις δουλειά να φύγω…» Συνέχισε απολογητικά, συνειδητοποιώντας ότι το έλεγε για το ύφος μου. Άφησα την τσάντα πάνω στο γραφείο μου ενώ σχεδόν αμέσως έβγαλα το σακάκι μου, αφήνοντας το πλούσιο στήθος μου να εμφανιστεί μέσα από το εφαρμοστό, κατάλευκο πουκάμισο μου.

«Όχι βέβαια! Έχω λίγο χρόνο…» Αποκρίθηκα κοιτάζοντας το ρολόι στον καρπό μου επιβεβαιώνοντας ότι όντως είχα χρόνο.

«Συνέβη κάτι; Γιατί είσαι λίγο περίεργη…» Η Αλέκα με κοίταζε εξεταστικά.

«Ο Μιχάλης! Με διεκδικεί ασύστολα! Τι θα κάνω;» Η Αλέκα έμοιαζε να αλλάζει χρώμα. Αφού ξεροκατάπιε με κοίταξε σοβαρή.

«Είσαι σίγουρη;»

«Ποιος άλλος θα μου άφηνε τριαντάφυλλο στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου; Εκείνος μου έχει γίνει τσιμπούρι τον τελευταίο καιρό…» Η Αλέκα ένευσε χωρίς να μου δώσει απάντηση. Κάπως μηχανικά αναζήτησα τον σταθμό στον υπολογιστή μου όπου η πιθανότητα να ακούσω την φωνή του ήταν μεγάλη. Μία ροκ μελωδία μας έκανε να κοιταχτούμε για λίγο με την Αλέκα.

«Ξέρω τι σκέφτηκες!» Είπε και χαμογελάσαμε η μία στην άλλη.

«Ακριβώς!» Ανταπάντησα και γέλασα φωναχτά στην κοινή μας σκέψη.

«Η μπαλάντα που έπαιζε σε εκείνο το μπαρ όταν γνωριστήκαμε!» Αποκρίθηκα με φανερή νοσταλγία. Σαν δώρο μου φαινόταν που την είχα στη ζωή μου την Αλέκα. Ποιος άλλος θα με ανεχόταν μέσα στις τόσες παραξενιές μου; Το τραγούδι προς το τέλος του χαμήλωσε απότομα και αυτή η γνώριμη και ταυτόχρονα ανατριχιαστική φωνή έκανε την καρδιά μου να καλπάσει. Μόνο που αυτό που άκουγα σταδιακά, ανέβαζε τους ρυθμούς της όλο και πιο επικίνδυνα κάνοντας και τις δυο μας να κοιταχτούμε και κάπου στο τέλος βγάλαμε μία κοινή κραυγή στριγκλίζοντας.

«Ένα τριαντάφυλλο πολλές φορές είναι αρκετό για να πει όσα δεν έχουμε το θάρρος να ξεστομίσουμε… Εύχομαι το πρωινό σας ξύπνημα να μοιάζει με την χαμένη σας τόλμη που βρήκε το δρόμο της διεκδίκησης… Καλημέρα από τον Μάκη…»

 

(Αν σου αρέσει αυτή η ιστορία μη διστάσεις να αφήσεις το σχόλιο ή την αντίδραση σου! Θα χαρώ! Η συγκεκριμένη ιστορία θα ανεβαίνει πιο συχνά μέχρι την ολοκλήρωση της! Μείνετε συντονισμένοι!)

#Εργενισσα

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ~

 

Και έπειτα από εκείνη την τόσο συγκεκριμένη αφιέρωση του, σιωπή. Η απόλυτη σιωπή που κράτησε τέσσερις ολόκληρες μέρες. Κάνοντας τη λογική και το συναίσθημα μου χίλια κομμάτια. Κάθε μέρα από τότε, σκεφτόμουν έντονα τα λόγια του μέσα από την – κατά τα άλλα – ρομαντική αφιέρωση του. Εκείνο το τριαντάφυλλο διακοσμούσε πλέον τον πάγκο της κουζίνας μου μέσα σε ένα λευκό βάζο με σκαλιστές λεπτομέρειες που θύμιζαν τουλίπες. Τα πρωινά, μου υπενθύμιζαν το λόγο που φρόντιζα μανιωδώς αυτό το λουλούδι, τοποθετώντας το από τη μία μεριά στην άλλη αναζητώντας για εκείνο τις ζεστές ακτίνες του ήλιου που θα του χάριζαν λίγες μέρες ζωής ακόμα.

Εκείνος όμως, πουθενά. Εξαφανισμένος από παντού. Ακόμα και από την ραδιοφωνική εκπομπή του στην οποία είχα γίνει φανατική ακροάτρια πλέον. Ο σταθμός έπαιζε παντού. Την ώρα που ξυπνούσα, όταν ετοιμαζόμουν για το γραφείο, στο γραφείο εν ώρα δουλειάς ακόμα και μέχρι αργά το βράδυ λίγο πριν κλείσω τα βλέφαρα μου. Και όσο και αν μέσα μου δεν ήθελα να παραδεχτώ το ερωτικό κόλλημα που είχα μαζί του, η Αλέκα έμοιαζε να με διαβάζει απόλυτα. Μπορεί να μην μου έλεγε το παραμικρό αλλά ο τρόπος που με κοίταζε ήταν εξεταστικός και κάποιες φορές προβληματισμένος, λες και αδημονούσε για να τις εξομολογηθώ τα εσώψυχα μου, τα οποία θα τις επιβεβαίωναν τις υποψίες που διατηρούσε. Σαν κλασσική εγωίστρια όμως που ήμουν, έβρισκα τρόπους να ξεγλιστράω από όποια συζήτηση ήταν έτοιμη να ξεσπάσει ανάμεσα μας για εκείνον.

Τη μέρα εκείνη ένιωσα όμως από τη μεριά της μία πίεση που με έκανε να έχω μόνιμη ταχυπαλμία.

«Εκείνος ο τύπος τι να απέγινε άραγε;» Την κοίταξα δήθεν αδιάφορα και έπειτα ανασήκωσα τους ώμους μου θέλοντας να της δείξω ότι δεν με ενδιέφερε διόλου. «Δεν σε ξανά ενόχλησε ε;» Επέμεινε και έπειτα ανακάτεψα αργά κάποια έγγραφα που είχα μπροστά μου αποτραβώντας το βλέμμα μου από το δικό της.

«Για αυτόν θα μιλάμε τώρα; Περασμένα ξεχασμένα…» Τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω σε ένα έγγραφο που υποτίθεται ότι μου κέντρισε μέσα σε δευτερόλεπτα το ενδιαφέρον.

«Έχεις δίκιο… Άλλωστε έχεις όποιον θέλεις εσύ…» Την είδα να μου χαμογελάει πλατιά χωρίς καμία ένδειξη ειρωνείας στα λόγια της. Συνειδητοποίησα ότι τελικά δεν είχε καθόλου βάση αυτή της η διαπίστωση. Ίσως ότι θέλουμε πραγματικά να μην μπορούμε καν να το έχουμε. Ούτε να έχουμε και το δικαίωμα να το πλησιάσουμε ή να το διεκδικήσουμε έστω φυσιολογικά. Σάστισα για λίγο στο κενό ανάμεσα μας.

«Σόνια! Ξύπνα!» Τσίριξε ταρακουνώντας με από το μπράτσο και έπειτα την κοίταξα κάπως αιφνιδιασμένη σαν να ξυπνούσα όντως εκείνη τη στιγμή. Με είχε ήδη ταρακουνήσει άλλωστε αρκετά. «Θα έρθεις μαζί μου για ψώνια στο εμπορικό;» Αφού την κοίταξα, αναρωτήθηκα πόσες φορές να μου είχε κάνει αυτή την ερώτηση. Σίγουρα αρκετές για να φτάσει σε σημείο να με ξανά ρωτήσει εκνευρισμένη.

«Καλύτερα όχι… Έχω να τελειώσω με κάτι εκκρεμότητες…» Μόλις με χαιρέτησε φιλώντας με γλυκά στο μάγουλο πέρασε πολύ επιδεικτικά την φούξια τσάντα της στον ώμο της και κλείνοντας την πόρτα συνέχιζε να με κοιτάζει επίμονα μέχρι και τη στιγμή που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Ξανά έκατσα αργά στην δερμάτινη καρέκλα μου κοιτάζοντας σαν χαμένη την οθόνη του υπολογιστή μπροστά μου. Περίεργο ότι ένιωθα τόση εξάντληση έτσι ξαφνικά. Αναζήτησα την ραδιοφωνική εκπομπή και πάλι αλλά για ακόμα μία φορά εκείνος δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Αναστέναξα τόσο βαριά που ένιωσα σαν να έβγαλα όλο το οξυγόνο από μέσα μου.

«Ποτέ μου δεν θα σε ξαναδώ…» Μονολόγησα και όπως χάιδεψα ασυναίσθητα την οθόνη του κινητού που ήταν δίπλα μου, άρχισε να χτυπάει κάνοντας με να αναπηδήσω. Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα μου γιατί δεν πίστευα στα μάτια μου για το ποιος με καλούσε. Άξαφνα, ένα ρίγος με διαπέρασε κάνοντας τα ακροδάχτυλα μου να τρέμουν. Μέχρι που επιτέλους μέσα μου κατάφερα να βρω τη δύναμη και να απαντήσω.

«Παρακαλώ…» Είπα κάπως βιαστικά και χαμηλόφωνα ενώ η καρδιά μου σφίχτηκε. Η φωνή της Αντριάνας από την άλλη μεριά του ακουστικού έμοιαζε ξαφνιασμένη και λίγο αργότερα απολογητική. «Συγνώμη αν σε ξύπνησα… Απλά η γραμματέας μου αρρώστησε και καλώ προσωπικά για επιβεβαίωση των ραντεβού της ερχόμενης εβδομάδας… Είχαμε κλείσει για Παρασκευή… Σωστά;»

Αμέσως η έκφραση μου σοβάρεψε και από το μυαλό μου πέρασαν χιλιάδες εικόνες της Αντριάνας και του Μάκη να φιλιούνται και να απολαμβάνουν την οικογενειακή τους ευτυχία.

«Σωστά…» Αποκρίθηκα αβέβαιη για το τι με είχε ρωτήσει μιας και δεν την πρόσεχα και σχεδόν αβίαστα βγήκε η επόμενη ερώτηση μου. «Οι κόρες σου τι κάνουν;» Η Αντριάνα κόμπιασε για λίγο. Ήταν ολοφάνερο ότι είχε αιφνιδιαστεί από την απρόσμενη ερώτηση μου. Ένα «μια χαρά» που ακούστηκε μακρόσυρτα από το στόμα της μου επισφράγισε τον αιφνιδιασμό της. Θέλοντας όμως να ολοκληρώσει την τηλεφωνική μας επαφή συνέχισε:

«Οπότε κρατάμε το εβδομαδιαίο μας ραντεβού ως έχει…» Αμέσως όφειλα να σκαρφιστώ κάτι που θα μου έδινε έστω και μία πληροφορία για την ύπαρξη του.

«Αντριάνα, πριν κλείσουμε, ήθελα να σε ρωτήσω… Όλοι καλά στο σπίτι; Τα παιδιά σου μου είπες ότι είναι μια χαρά… Ο άντρας σου;» Νομίζω ότι ο επιθετικός τόνος της φωνής μου ήταν αυτός που την αποπροσανατόλισε περισσότερο.

«… Μια χαρά είναι και εκείνος… Αλλά γιατί τόσο ενδιαφέρον;» Ανταπάντησε τρεκλίζοντας από τη σαστιμάρα της. Τι να της έλεγα τώρα εγώ που δεν είχα και πρόχειρη καμία καλή δικαιολογία;

«Σας είδα όνειρο… Που να στα λέω! Ήταν ένας φρικτός εφιάλτης! Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι μόλις είδα την κλήση σου, ταράχτηκα! Θα στο έλεγα φυσικά στο ραντεβού μας την Παρασκευή…»

Μία σταγόνα κυλούσε όλο και πιο αργά εκείνη τη στιγμή από το μέτωπο μου που με έκανε να τη νιώθω έντονα στο δέρμα μου την ώρα που κατηφόριζε προς το πιγούνι μου.

«Το υποσυνείδητο είναι αυτό που δημιουργεί τα όνειρα …» Η ορθολογική απάντηση μίας ψυχολόγου ήταν αναμενόμενη, παρόλα αυτά, κλείσαμε το τηλέφωνο γυρνώντας και πάλι στην επιβεβαίωση του ραντεβού μου. Λίγο ακόμα ήθελα και θα καταλάβαινε απόλυτα τις προθέσεις μου. Χύθηκα στην κυριολεξία επάνω στο γραφείο ενώ η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα σπάσει.

Πόσο τρελή είμαι πια για εκείνον που αρχίζω και να τον ψάχνω μανιωδώς; Ακόμα και στην γυναίκα του; Αναρωτήθηκα και έπειτα δάγκωσα τα χείλη μου όταν συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο ότι έμπλεκα σε ένα τεράστιο αδιέξοδο. Έριξα μία κλεφτή ματιά στην οθόνη του κινητού μου και έπειτα αναστέναξα. Το μόνο που ήθελα ήταν να είχα ένα μαγικό ραβδί και να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να μην τον συναντούσα ποτέ μου. Άφησα τους αγκώνες μου να ακουμπήσουν πάνω στο γραφείο και έφερα αργά τις παλάμες μου στο κεφάλι μου, έτσι ώστε τα δάχτυλα μου να πιάσουν το μέτωπο μου λες και έκανα αυτοσυγκέντρωση. Η αλήθεια είναι ότι αυτό έκανα γιατί στιγμιαία μέσα μου ο εγωισμός μου σκέπασε τις αμαρτωλές σκέψεις μου για εκείνον και ενεργοποιήθηκε ο ηθικός φραγμός μου και πάλι κάνοντας με να προσπαθώ αγανακτισμένα να κατεβάσω στην καρδιά μου όλους τους διακόπτες που είχαν γραμμένο το όνομα του. Όχι. Δεν ήταν οι διακόπτες τελικά αλλά οι παλμοί μου!

Λίγα λεπτά αργότερα, ένιωσα πολύ περήφανη για τον εαυτό μου γιατί σηκώνοντας από την καρέκλα ήμουν βέβαιη πια ότι τον είχα ξεχάσει οριστικά. Άλλωστε και το ότι δεν έδινε σημείο ζωής με βοηθούσε στο να αφήσω κάθε σκέψη που τον ακολουθούσε στο παρελθόν. Και κάθε λεπτό που περνούσε για εμένα άνηκε στο παρελθόν. Τόσο απλά.

Βγαίνοντας από το κτίριο, φούσκωσα το στήθος μου περισσότερο σαν ένδειξη δυναμισμού και βημάτισα όλο σιγουριά προς την τράπεζα που ήταν ένα τετράγωνο πιο κάτω. Τα τεράστια και πανάκριβα γυαλιά ηλίου μου, μου έδιναν όλο και περισσότερη αυτοπεποίθηση. ¨Ίσως τελικά να έπρεπε να πάω για ψώνια με την Αλέκα…¨ Συλλογιζόμουν μετανιώνοντας γιατί ενώ μου δόθηκε μία πολύ καλή αφορμή να εκτονωθώ σε shopping therapy εγώ προτίμησα να μείνω πίσω στο γραφείο μου, μόνη και έρημη μέσα στις απελπισμένες σκέψεις μου. ¨Πάει τέλειωσαν αυτά!¨ Αρκέστηκα να μαλώσω το υποσυνείδητο μου σιωπηλά ενώ βρέθηκα στην είσοδο της τράπεζας.

Την ώρα που άνοιξα την πόρτα μία παλάμη κλείδωσε το χέρι μου κάνοντας την πόρτα και πάλι να κλείσει. Γύρισα ξαφνιασμένη και με μία έντονη δόση εκνευρισμού προς το μέρος εκείνου που ένιωσα πολύ κοντά στην πίσω μεριά του σώματος μου, έμεινα άλαλη να τον κοιτάζω με τα μάτια γουρλωμένα πίσω από τους σκούρους φακούς των γυαλιών μου. Από την απότομη κίνηση μου σχεδόν άγγιξα το σώμα μου πάνω στο δικό του ενώ εκείνος ένιωσα να με αποτραβάει προς το μέρος του από την μέση απότομα. Τα πρόσωπα μας βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής, με εμένα να τα έχω χάσει εντελώς. Στο θέαμα του όμως η ταραχή έμοιαζε με ότι πιο φυσιολογικό μπορούσε να συμβεί μεταξύ μας.

«Συγνώμη αν σε τρόμαξα…» Το γλυκό του χαμόγελο με έκανε να τα χάσω ακόμα περισσότερο, την ώρα που αποτραβήχτηκα κάπως ζαλισμένη. Ένιωθα έντονα την αίσθηση του χεριού του γύρω από τη μέση μου και ας μη βρισκόταν πια εκεί. Ήμουν  σίγουρη ότι για εμένα, ο χρόνος πάγωσε σε εκείνα τα δευτερόλεπτα. Μήπως η ευτυχία τελικά είναι μονάχα μία μικρή στιγμή μέσα στο σύμπαν;

Όλα κράτησαν μερικά δευτερόλεπτα. Ακόμα και τα συναισθήματα μου που έμοιαζαν μετέωρα μέσα στην τρομάρα μου. Η μόνη αντίδραση μου χωρίς να την πολυσκεφτώ ήταν να τον πλησιάσω, απλώνοντας το χέρι μου προς το πρόσωπο του και να τον χαστουκίσω με όλη μου τη δύναμη. Τόσο που ένιωσα να πονάω και εγώ η ίδια. Εκείνος κράτησε το μάγουλο του και ενώ αρχικά μου έριξε ένα βλέμμα όλο μίσος, έπειτα έσκασε ένα χαμόγελο αφήνοντας τη βαθυγάλαζη ματιά του να βυθιστεί μέσα στη δική μου, η οποία ακόμα έτρεμε από λαχτάρα. Σύντομα όμως ανταπέδωσα με το χαμόγελο μου τις θερμές προθέσεις του.

«Πάλι ξύλο;» Ήταν το μόνο που ρώτησε με μία γλύκα στην έκφραση του που με έκανε να θέλω να πέσω στην αγκαλιά του.

«Με τρόμαξες!» Φώναξα δήθεν τρομαγμένα όταν δεν μπόρεσα να κρατηθώ σκεφτόμενη και τη δική μου αντίδραση και αμέσως ξέσπασα σε ένα πνιχτό γέλιο.

«Το ξύλο λένε βγήκε από τον … Παράδεισο…» Ξανά χαμογέλασε και άρχισε να τρίβει αργά και παιχνιδιάρικα το μάγουλο του.

«Εσύ όμως είσαι η Κόλαση μεταμορφωμένη…» Μουρμούρισα και αφού χαμήλωσα το βλέμμα μου ντροπαλά το ξανασήκωσα αργά προς το δικό του.

«Το χαστούκι ήταν επειδή σε τρόμαξα ή επειδή… χάθηκα τόσες μέρες;» Σούφρωσα εκνευρισμένη τα φρύδια μου. Μα καλά ποιος νομίζει ποια πως είναι; Φάνηκε τόσο ψώνιο στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή.

«Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό το ύφος… Οπότε καλύτερα να πηγαίνω…» Συνέχισε και αφού έκανε το πρώτο βήμα, το μέτωπο μου χαλάρωσε ευθείς ενώ τα βήματα μου τον ακολούθησαν διστακτικά.

«Μισό λεπτό μη φεύγεις πάλι… Όχι έτσι αυτή τη φορά!» Τον πρόσταξα και εκείνος γύρισε προς το μέρος μου. Έβγαλα αργά τα γυαλιά ηλίου μου. Ήθελα να κρατήσω ατόφια μέσα μου την εικόνα του.

«Μα κάθε φορά που συναντιόμαστε τυχαία, με κάποιο τρόπο με δέρνεις!» Αποκρίθηκε παιχνιδιάρικα και χαμήλωσα μετανιωμένα το κεφάλι μου. Δεν είχε και άδικο και η Αλέκα τελικά είχε απόλυτο δίκιο. Τον είχα ρημάξει στο ξύλο. Γρήγορα ξανά βγήκε στην επίθεση και αυτή τη φορά με μπλόκαρε συναισθηματικά εξολοκλήρου.

«Αν θέλεις ακολούθησε με! Μπαίνουμε στο αμάξι μου και όπου μας βγάλει! Τώρα. Όπως είμαστε!»

Τον είδα να μου γυρνάει την πλάτη και να βηματίζει αργά προς την αντίθετη μεριά του δρόμου. Κοντοστάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά αμήχανα ενώ άρχισα να τρίβω τα χέρια μου μανιωδώς. Φόρεσα ξανά τα γυαλιά μου λες και ήθελα να κρυφτώ από όλους και όλα. Έκανα ένα βήμα εμπρός και έπειτα ξανά πίσω. Τίναζα τον χαρτοφύλακα πάνω μου. Όσο όμως τον έβλεπα να απομακρύνεται από μπροστά μου, βλέποντας τον να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου του ένιωθα ότι ήθελα να τρέξω κοντά του. Μπήκε στο αμάξι του και έβαλε μπρος ενώ με κοίταζε διατηρώντας το χαμόγελο του. Προφανώς και το θέαμα να στέκω σαν κούτσουρο εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου ήταν μία εικόνα που κανείς δεν θα περίμενε ποτέ από την δυναμική και αποφασιστική Σόνια. Την ώρα που έστριψε το τιμόνι του βγάζοντας το φλας, έτοιμος να εξαφανιστεί για ακόμα μία φορά από μπροστά μου, χτύπησα με οργή την παλάμη του χεριού μου επάνω στο γοφό μου και άρχισα να τρέχω προς το μέρος του σαν πανικόβλητη. Εκείνος πάτησε απότομα φρένο και με μία κίνηση μου άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.

«Που πάμε;» Ήταν το πρώτο που τον ρώτησα όταν πέρασα βιαστικά τη ζώνη σφραγίζοντας την. Δεν γύρισε ούτε καν να με κοιτάξει. Λες και ήταν σίγουρος ότι θα τον ακολουθούσα. Πάτησε γκάζι και εγώ έμεινα να ακούω τον απότομο ήχο της μηχανής του αυτοκινήτου που έμοιαζε με έντονο μούγκρισμα. Δευτερόλεπτα αργότερα, με κοίταζε μέσα στα μάτια ενώ κατευθύνθηκε προς την εθνική οδό.

«Λοιπόν; Που πάμε; Δε θα μου πεις;» Επέμενα και ένιωθα την καρδιά μου να φτερουγίζει.

«Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα σου πω…» Απάντησε με το ίδιο χαμόγελο να ζωγραφίζεται όλο και πιο έντονα στο πρόσωπο του.

«Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν μου λες τίποτα συγκεκριμένο… Εκτός από αυτό ¨Τα λέμε!¨ Που ποτέ μετά δεν τα λέμε…» Γκρίνιαξα απογοητευμένα και ξαφνικά ένιωσα να χάνω εντελώς τον έλεγχο των συναισθημάτων μου. Κάτι που με έκανε να αναθεωρήσω για τον τόσο αυθορμητισμό μου. Έπιανα τον εαυτό μου πολλές φορές στο να μην μπορώ να τον αναγνωρίσω.

Η διαδρομή συνεχίστηκε χωρίς πολλές κουβέντες. Άνοιξα το παράθυρο και έβγαλα το χέρι μου, αφήνοντας την παλάμη μου να νιώσει έντονα την αίσθηση του αέρα όσο απομακρυνόμασταν από την Αθηνά. Ούτε εκείνος αλλά ούτε και εγώ είχαμε κανένα πρόγραμμα. Καμία σκέψη. Κανέναν προσανατολισμό για το που θα καταλήγαμε. Αν τελικά καταλήγαμε κάπου. Μπροστά μας μετά από αρκετή ώρα απλωνόταν ο καταγάλανος ουρανός και ένας λαμπερός ήλιος που σηματοδοτούσε την ώρα του μεσημεριού. Κάποια στιγμή ο Μάκης άνοιξε το ραδιόφωνο ενώ εγώ δεν έπαψα λεπτό να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια. Εκείνα τα μάτια που έκρυβαν όλες τις υποσχέσεις του κόσμου. Ήμουν σίγουρη ότι θα έβαζε τον αγαπημένο μας σταθμό.

«Αυτό τον σταθμό τον αγαπώ πολύ…» Ψέλλισα διστακτικά, ενώ πρόσταζα ταυτόχρονα από μέσα μου τον εαυτό μου να είναι πιο συγκρατημένος στις αντιδράσεις του. Η χαρά μου όμως που ταξιδεύαμε παρέα ήταν τόσο μεγάλη που δύσκολα μπορούσε να κρυφτεί κάτω από οποιαδήποτε σοβαροφάνεια.

«Και μπορώ να φανταστώ τον λόγο…» Ήταν η απάντηση η δική του λίγο πριν ανάψει τα αλάρμ και σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Γύρισε προς το μέρος μου.

«Τι θέλεις από εμένα πια;» Ρώτησα κάπως απότομα αλλά τα μάτια μου του έδειχναν ξεκάθαρα πόσο τον επιθυμούσα. Βυθίστηκα μέσα στις γαλάζιες θάλασσες των ματιών του. Έπιασε απαλά το χέρι μου από τον καρπό και αφού τον χάιδεψε αργά με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.

«Αυτή τη βόλτα μόνο…» Ο αισθησιασμός στη φωνή του έκανε την στιγμή ακόμα δυσκολότερη για εμένα που πάλευα μέσα μου με την μορφή της Αντριάνας να στριφογυρίζει σαν τεράστια απειλή απέναντι στα θέλω μου. Πλησίασε το πρόσωπο του πολύ κοντά στο δικό μου και ενώ ήμουν έτοιμη να αφεθώ σε αυτό το φιλί που επιθυμούσα τόσο καιρό, έγειρα προς τα πίσω. Τότε εκείνος έσκυψε και έφερε τον καρπό του χεριού μου κοντά στα χείλη του, φιλώντας τον απαλά. Άφησε το χέρι μου αργά πάνω στην ποδιά μου και εστιάζοντας επάνω μου, με σκότωσε μέσα από το ανεπαίσθητο χαμόγελο του την ώρα που έβαζε και πάλι εμπρός.

«Μία βόλτα στο άγνωστο και έπειτα τίποτα άλλο…» Είπε κάπως επιβλητικά αφήνοντας και πάλι την φαντασία μου να οργιάσει. Πρώτη φορά έβγαινα από το πρόγραμμα μου και όταν σταμάτησε σε μια απόμερη περιοχή πολύ πιο έξω από την Αθηνά, μπήκαμε σε έναν χωματόδρομο.

«Που πάμε;» Τον ρώτησα επίμονα, όσο εκείνος έδειχνε να γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη διαδρομή.

Λεπτά αργότερα, φτάσαμε σε ένα απομονωμένο μέρος με ένα ετοιμόρροπο κτήριο στην άκρη ενός βράχου.

«Τι είναι εδώ;» Τον ξαναρώτησα αλλά εκείνος ακινητοποίησε το αυτοκίνητο και βγήκε έξω κοιτάζοντας προς το κτήριο, περιμένοντας προφανώς να βγω. Μου άνοιξε την πόρτα σαν να με καθοδηγούσε να τον ακολουθήσω δείχνοντας μου με το ένα του χέρι τη διαδρομή.

«Θα φτάσουμε με τα πόδια μέχρι εκεί… Ελπίζω να μη χρειαστεί να πάρω στα χέρια μου πάλι τις γόβες σου;» Χαμογέλασε. Και να ήθελα να του αρνηθώ στο οτιδήποτε, μόλις άφηνε αυτό το χαμόγελο ήταν μάταιο να μπω και μόνο στη σκέψη να του πω όχι. Έβγαλα αργά τα πόδια μου με μία κίνηση που ξεχείλιζε από θηλυκότητα, ενώ τον κοίταζα χαμογελώντας. Εκείνος άπλωσε το χέρι του λες και εγώ κλείδωσα την παλάμη μου στη δική του μήπως και καταφέρω να σηκωθώ.

«Δεν έχω ιδέα που πάμε… Τόση ώρα προσπαθώ να σου πάρω μία λέξη και εσύ…» Αποκρίθηκα κάπως θιγμένη για τη στάση του στο να με αφήνει στους προβληματισμούς μου και την ώρα που σηκώθηκα από το κάθισμα μου κλείνοντας δυνατά την πόρτα, υποκρίθηκα ότι είχα νευριάσει μαζί του. Σταύρωσα τα χέρια μου και εκείνος τράβηξε προς το μέρος του το δικό του χέρι θέλοντας να δει τις προθέσεις μου.

«Δεν έρχομαι μαζί σου αν δεν μου πεις που είμαστε… Και τι είναι ακριβώς αυτό το κτήριο στη μέση του πουθενά;»

Αντί για απάντηση, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο μετά το μικρό μου ξέσπασμα τον είδα να μου γυρνάει την πλάτη και να κατευθύνεται προς εκείνο το κτήριο. Άφρισα από τα νεύρα μου στην κυριολεξία, όσο εκείνος βάδιζε ατάραχος χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Κοίταξα ολόγυρα μου τις λακκούβες που υπήρχαν στον χωματένιο δρόμο και τις τεράστιες πέτρες που δέσποζαν δεξιά και αριστερά μου. Ήταν δυνατόν να με αφήσει πάνω στις θεόρατες γόβες μου να βαδίσω μόνη μου σε έναν τέτοιο δρόμο; Με κοφτά βήματα ενώ πάλευα να ισορροπήσω προσπαθούσα να κατευθυνθώ προς το μέρος του ενώ την ώρα που του φώναζα εκείνος ήταν σε απόσταση πια και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες σφυρίζοντας αδιάφορα.

 

*

 

Όταν με δυσκολία μετά από μερικά λεπτά κατάφερα να φτάσω στο κτήριο, τράβηξα την ξύλινη ετοιμόρροπη και σκουριασμένη βαριά πόρτα, κοιτάζοντας διστακτικά προς το εσωτερικό της.

«Γεια σου κυρά μου!»

Μία γέρικη φωνή ακούστηκε από το πουθενά και μία φιγούρα ενός κοντόσωμου άντρα, κοκκαλιάρη με ένα παχύ, λευκό μουστάκι ξεπρόβαλλε μέσα από το μισοσκόταδο μιας εσωτερικής πόρτας. Κάτι σαν τσιτσίρισμα λαδιού ακουγόταν έντονα από το βάθος στο σκοτεινό φόντο.

«Σε περιμένει ο άντρας σου έξω στην αυλή μου… Καθίστε και εγώ θα σας φέρω ότι έχω πρόχειρο να τσιμπολογήσετε…»

Αρκέστηκα στο να σκάσω ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Άκου άντρας μου! Ούτε καν! Σε εμένα μιλούσε άλλωστε! Ορκισμένη εργένισσα μέχρι το κόκκαλο!

Ούτε και καταλάβαινα τι σήμαιναν όλα αυτά φυσικά. Βημάτισα αργά προς το εσωτερικό παρατηρώντας τα πάντα γύρω μου. Παραπάτησα κάποια στιγμή και γέρνοντας το κεφάλι μου προς το πάτωμα συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν και πατώματα που έμοιαζαν με ενωμένα βράχια. Ο γεράκος με κοίταξε από την άκρη της πόρτας.

«Βγάλε αυτούς τους διαόλους γιατί θα στραμπουλήξεις τα πόδια σου στο τέλος… Ήσουν αστεία από το παράθυρο που σε έβλεπα να έρχεσαι… Νόμιζα ότι θα κάνεις έναν αιώνα για να φτάσεις ως εδώ… Και σου ψήνω κολοκυθοκεφτέδες… Κρίμα να παγώσουν!»

«Τι εννοείται;» Τον ρώτησα ενώ ακούμπησα με δυσκολία το χέρι μου σε κάτι στοιβαγμένα τραπέζια που ήταν μέσα στη σκόνη. Αυτό το μέρος άλλωστε περισσότερο με αποθήκη έμοιαζε. Άσε που διατηρούσα από την αρχή τη σκέψη ότι βρισκόμουν σε έναν χώρο γεμάτο από ποντίκια.

«Τι εννοώ; Βγάλε τα παπούτσια σου να είσαι πιο άνετα…»

«Τα παπούτσια μου;» Γούρλωσα τα μάτια μου.

«Και βέβαια! Αφού σε δυσκολεύουν… Δεν το βλέπεις;»

Κοίταζα μία τα πόδια μου και μία τον γεράκο που έτριβε το ένα του χέρι μέσα στην ποδιά του.

«Και να μείνω ξυπόλυτη; Εγώ;»

«Και τι έγινε;»

Αναστέναξα όσο στριφογύριζα τις κόρες των ματιών μου. Που να του εξηγούσα του γεράκου ότι εγώ με δυσκολία έμενα κάποιες φορές ξυπόλυτη στο σπίτι μου που άστραφτε και από καθαριότητα. Κοιτούσες το πάτωμα και καθρεφτιζόταν το πρόσωπο σου. Όχι όπως εδώ που ήμουν σίγουρη ότι είχε να καθαριστεί αυτό το πάτωμα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

«Θα τα καταφέρω…» Είπα κάπως απότομα στο τέλος και του γύρισα την πλάτη ενώ βάδιζα αργά σαν χελώνα μέχρι τη μπαλκονόπορτα όπου ήταν και η μοναδική διέξοδος εκεί μέσα. Προς έκπληξη μου όμως, μόλις έφτασα εκεί, διαπίστωσα ότι αυτό που είχε φτιάξει εκείνος ο γεράκος ήταν ένας επίγειος Παράδεισος. Μία αυλή, που έμοιαζε με κοινόχρηστο χώρο. Περιποιημένη τόσο πολύ που θα μπορούσα να μείνω για πάντα εκεί πέρα. Μερικά τραπέζακια τριγύρω, βαμμένα σε διαφορετικά φανταχτερά χρώματα με αντίστοιχες ξύλινες, παλιές καρέκλες. Ολάνθιστες γλάστρες τριγύρω και η ατμόσφαιρα μοσχοβολούσε από τις μυρωδιές των λουλουδιών. Μπλέκονταν μαζί τους η μυρωδιά του βασιλικού και της λεβάντας. Απόλαυσα κάθε στιγμή από τη στιγμή που αντίκρισα αυτό το μικρό αριστούργημα που έμοιαζε με μικρογραφία Παραδείσου.

Στην άκρη της αυλής με περίμενε πλάτη εκείνος. Το βλέμμα του δεν στράφηκε λεπτό προς το δικό μου. Παρέμεινε ευθεία μπροστά να απολαμβάνει το θέαμα των πράσινων δέντρων ενώ μερικά από τα κλαδιά τους αγκάλιαζαν σχεδόν ευλαβικά τα κάγκελα της αυλής που ήταν τριγύρω σε μπρούτζινο χρώμα.

Έκανα το πρώτο βήμα αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα ότι αυτή η διαδρομή με τις γόβες ήταν ανυπόφορη. Δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι θα κατάφερνα να φτάσω μέχρι το τραπέζι όπου με περίμενε εκείνος.

«Σου είπα… Βγάλτα…» Ακούστηκε ξανά η γέρικη φωνή την ώρα που με προσπερνούσε κρατώντας δύο παλιού τύπου πήλινες πιατέλες γεμάτες με κολοκυθοκεφτέδες. Τον κοίταξα όσο άφηνε τις πιατέλες πάνω στο τραπέζι και χαμογελούσε στον Μάκη γιατί προφανώς του έλεγε ότι δεν θα έφτανα ποτέ. Θύμωσα τόσο με τη στάση τους που πήρα μία βαθιά αναπνοή και αφού τράβηξα το βλέμμα μου από το πάτωμα, κοίταξα τα πόδια μου. Λύγισα το ένα πόδι μου στο πλάι βγάζοντας τη μία γόβα μου και λίγο πριν ακουμπήσω την άκρη του δαχτύλου μου στο βρώμικο πάτωμα της αυλής, έκλεισα τα μάτια μου στρέφοντας το πρόσωπο μου προς τον ουρανό λες και προσευχόμουν. Λίγο αργότερα, η αίσθηση του παγωμένου τσιμέντου πάνω στις γυμνές πατούσες μου είχε γίνει «ένα» με τη σκέψη ότι χρειαζόμουν αποστείρωση.

«Τι είναι όλα αυτά;» Κάθισα αργά απέναντι του ενώ εκείνος άρχισε να μου σερβίρει. Στο πιάτο μου υπήρχε ότι πιο ανθυγιεινό εκείνη τη στιγμή. Ένας κολοκυθοκεφτές που πρέπει να είχε κάνει μακροβούτη λίγο πιο πριν, στον ωκεανό του λαδιού. Καμία απάντηση από εκείνον.

«Δεν τα τρώω αυτά!» Αποκρίθηκα θυμωμένα και εκείνος μου χαμογέλασε. «Και δεν θέλεις να κάνεις σήμερα μία εξαίρεση από την ζωή σου;» Με ρώτησε επιτέλους μετά από τόσα λεπτά σιωπής.

«Δε θυμάμαι να ζήτησα κάτι τέτοιο…» Μούγκρισα γιατί ένιωσα ότι έχανα τον καιρό μου μέσα σε όλο αυτό που είχε ξεκινήσει από το πουθενά.

«Γιατί δεν χαλαρώνεις λίγο; Καμιά φορά δεν χρειάζεται να ζητήσουμε κάτι… Καλό είναι να μην προσβάλουμε τον άλλο σε αυτά που μας προσφέρει απλόχερα…» Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου κρατώντας το πιρούνι του ενώ είχε τσιμπήσει έναν ακόμα κολοκυθοκεφτέ. Το πήρα στο χέρι μου και του έριξα μισό, αγριεμένο βλέμμα. Περιεργάστηκα τον μεζέ και αυτόματα έκανα εικόνα να τον ψήνουν μέσα σε μία λίμνη από λάδι.

«Τι θέλεις από εμένα πια;» Ξεφύσησα απογοητευμένη και ξαφνικά ένιωσα ότι όλα αυτά ήταν έξω από τα νερά μου. Ένιωθα αποσυντονισμένη.

«Σου είπα. Μία απλή βόλτα… Τίποτα περισσότερο…»

«Δεν μου αρέσουν όλα αυτά…» Αποκρίθηκα αβέβαιη.

«Είχες την επιλογή να μην με ακολουθήσεις… Τώρα θα υποστείς τις συνέπειες…» Μου έσπαγε τα νεύρα που πάντα είχε μία απάντηση για όλα.

«Δεν έχω δικαίωμα να μετανιώσω δηλαδή;» Εκείνος σταμάτησε να μασάει. Με κοίταξε πολύ σοβαρός. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του.

«Και βέβαια έχεις αυτό το δικαίωμα. Μπορείς να μετανιώσεις όσες φορές θέλεις…» Χαμογέλασα σαν ένδειξη ικανοποίησης. Περίμενα ότι θα μου έλεγε ότι θα με γυρνούσε πίσω μετά το γεύμα του. Σε αντίθεση με αυτό που περίμενα όμως εκείνος με γείωσε για ακόμα μία φορά. «Απλά δεν με αφορά… Γιατί εγώ θα συνεχίσω να κάνω αυτή τη βόλτα μαζί σου και έπειτα το τι σκέψεις θα κρατάς εσύ είναι δικό σου θέμα…»

Τον κλώτσησα κάτω από το τραπέζι ενώ εκείνος με ένα δυνατό επιφώνημα με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια από πόνο.

«Μου ξέφυγε…» Χαμογέλασα ειρωνικά και ένιωθα το στομάχι μου να φλέγεται από πείνα. Άρπαξα στην κυριολεξία το πιρούνι με τον καρφωμένο κολοκυθοκεφτέ και τον έφερα μέχρι την άκρη των χειλιών μου δαγκώνοντας τον πολύ προσεκτικά στην άκρη.

«Αυτό δηλαδή τρώγεται;» Μία έκφραση αηδίας ζωγραφίστηκε σταδιακά στο πρόσωπο μου.

«Έχεις δίκιο! Δεν είναι και πολύ νόστιμος έτσι…» Έκλεισε τα δάχτυλα του μέσα στο στόμα του και άρχισε να σφυρίζει. Τον κοίταζα με το στόμα ανοιχτό. Ο γεράκος ξεπρόβαλλε από την μπαλκονόπορτα.

«Κυρ Ανέστη! Για φέρε αυτό που είπαμε στη δεσποινίς από εδώ…» Χαμογέλασε και μετά το «έφτασεεεε» του κυρ Ανέστη εκείνος συνέχισε να απολαμβάνει το γεύμα του. Όσο ο γεράκος πλησίαζε με ένα μπολ προς το μέρος μου τόσο ένιωθα ότι το εγκεφαλικό ερχόταν σταδιακά. Άφησε το μπολ μπροστά μου και εγώ συνέχιζα να μένω ανέκφραστη στο υπερθέαμα που είχε έρθει για να ολοκληρώσει το γευστικό στολισμό αυτού του τραπεζιού.

«Τζα-τζίκι; Θα φάω εγώ τζατζίκι; Ας γελάσω!» Κάγχασα και τίναξα το πιρούνι με τον κολοκυθοκεφτέ μπροστά μου. Ώσπου τον είδα να απλώνει το πιρούνι του και να φέρνει μία τεράστια μπουκιά στο στόμα του καταβροχθίζοντας την. «Τώρα αν φας και εσύ δεν θα σου μυρίζω… Αυτό είναι το μυστικό. Να τρώνε και οι δύο!» Έσπρωξα την καρέκλα μου λίγο πιο πίσω αηδιασμένη.

«Κάποια παρεξήγηση έχει γίνει εδώ!» Αποκρίθηκα αφήνοντας τον τόνο της φωνής μου να ξεφύγει κάπως στο τέλος. «Δεν έχω καμία σχέση εγώ με όλα αυτά και η αλήθεια είναι ότι θέλω να σεβαστείς την απόφαση μου ότι επιθυμώ να γυρίσω στο γραφείο μου… Θα περιμένω να ολοκληρώσεις το γεύμα σου…»

Όση ώρα εκείνος έπινε το κρασί του συνέχιζε να χαμογελάει όλο ευχαρίστηση.

«Ότι πείτε…» Απάντησε και ήπιε μονορούφι την τελευταία του γουλιά, λέγοντας ευγενικά στον γεράκο να του γεμίσει μία κανάτα ακόμα.

«Λίγο κρασάκι έστω;» Γέμισε ένα ποτηράκι και το έσπρωξε προς το μέρος μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια όσο ένιωθα ότι αυτό το παιχνίδισμα μεταξύ μας με τα βλέμματα δεν είχε σταματήσει λεπτό παρά τις παρεμβολές από την όλη κατάσταση.

«Δεν μου αρέσει το κρασί…»

«Υπάρχει κάτι που να σου αρέσει; Πέρα από το να γκρινιάζεις για όλα;»

Ήταν μάταιο να απαντήσω σε μία διαπίστωση που δεν με χαρακτήριζε. Ούτε καν με γνώριζε. Πως μπορούσε δηλαδή να βγάλει αυτό το συμπέρασμα για εμένα; Χα!

«Ένας από τους δυο μας πρέπει να μείνει αποτοξινωμένος από αυτή την περιπέτεια. Άλλωστε κάποιος δεν πρέπει να οδηγήσει;»

«Καλό το κόλπο για την δικαιολογία του αυτοκινήτου αλλά δεν πιάνει σε εμένα… Γιατί δεν παραδέχεσαι ότι φοβάσαι μη μεθύσεις και φανερώσεις τα πραγματικά αισθήματα σου για εμένα;»

Εξοργίστηκα τόσο πολύ εκείνη τη στιγμή που χτύπησα το χέρι μου πάνω στο ξύλινο τραπέζι κάνοντας τα πιάτα τριγύρω να ανασηκωθούν. Τον κοίταξα απειλητικά μέσα στα μάτια ώσπου έπιασα το ποτήρι και ήπια το κρασί μονορούφι. Μία σπίθα ξέσπασε από το βλέμμα μου.

«Για να σου αποδείξω ότι αυτά που σκέφτεσαι είναι μόνο στην αρρωστημένη φαντασία σου! Δεν επιθυμώ τίποτα απολύτως από εσένα! Δεν με αφοράς σαν άτομο!» Το τσιριχτό γέλιο του με έκανε να πιάσω την κανάτα και να γεμίσω ξανά το ποτήρι. Εκείνος πλησίασε πολύ κοντά το πρόσωπο του στο δικό μου.

«Παραδέξου ότι είσαι μία κότα! Δειλή! Που δεν μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματα της… Ούτε καν μία κανάτα κρασί!»

«Εγώ; Εγώ πίνω μπουκάλια βότκες και δεν με πειράζουν! Συνεχίζω και έχω τον απόλυτο έλεγχο σε όλα!» Τσίριξα και ξανά ήπια μονορούφι το κρασί.

«Κυρ Ανέστη… Φέρε μας και άλλο γιατί το κορίτσι απόψε θέλει θάλασσα… και εγώ χατίρι δεν του χάλασα…»

Ο κυρ Ανέστης αφού μας έφερε ακόμα μία κανάτα κρασί, τοποθέτησε ένα μικρό ραδιοφωνάκι στην αυλή δίπλα μας και έπιασε έναν σταθμό με παλιά λαϊκά. Τραγούδια σβησμένο από το χάρτη του μυαλού μου.

Στο τέταρτο ποτήρι που ήπια μονορούφι άρχισα να ζεσταίνομαι απότομα. Όση ώρα εκείνος συνέχιζε να με προκαλεί με το βλέμμα και τα λόγια του για να συνεχίσω να πίνω, εγώ ένιωθα να επικρατεί ξαφνικά μέσα στο κεφάλι μου μία ζάλη.

«Ήθελες να πιω για να με εκμεταλλευτείς… Παραδέξου το!» Σφράγισα το στόμα μου όταν ένας ανεξέλεγκτος λόξιγκας έφτασε μέχρι τα χείλη μου από το πουθενά. Μέσα στην κοιλιά μου γίνονταν μεθυστικές αναταράξεις. Αλλά όχι. Με τίποτα δεν θα το παραδεχόμουν και πόσο μάλλον σε εκείνον.

«Για να σου σταματήσει ο λόξιγκας πρέπει να φας λίγο τζατζίκι…» Μου είπε κάποια στιγμή σοβαρός όσο ο λόξιγκας είχε γίνει μία συνεχόμενη ρυθμική μελωδία μέσα από το στομάχι μου.

«Αλήθεια;» Τον ρώτησα σκεφτόμενη ότι ήταν πιο πιθανό να μπω στο καζάνι της Κόλασης και να σιγοβράσω παρά να φάω αυτό το γιαουρτοσκόρδιον. Ήταν τόσο επίμονος όμως που τα νεύρα μου είχαν αρχίσει ήδη να διαλύονται και να φτάνω στα όρια της παράνοιας. Ώσπου κράτησα την άκρη του πιρουνιού μου με μία γερή δόση τζατζικιού κοιτάζοντας το προβληματισμένη.

«Άντε ντε! Μην το σκέφτεσαι…» Ήταν τόσο γλυκός μέσα από την παρότρυνση του που χωρίς δεύτερη σκέψη έχωσα το πιρούνι μέσα στο στόμα μου. Έκρηξη σκόρδου έγινε στον ουρανίσκο μου και εγώ άρχισα να πίνω νερό μονορούφι κάνοντας την αίσθηση ακόμα χειρότερη.

Φυσικά ο λόξιγκας δεν πέρασε ποτέ. Ο Μάκης συνέχισε να χαχανίζει κάθε τρεις και λίγο και εγώ κάτω από το τραπέζι κουνούσα όλο και πιο ρυθμικά και εκνευρισμένα το πόδι μου. Είχα γείρει το κεφάλι μου ακουμπώντας το πάνω στο χέρι μου και τον κοίταζα όσο πιο ξενερωμένα νόμιζα ότι ένιωθα. Ήταν φορές που η γοητεία του με παρέσερνε και με έκανε να ξεχνάω ακόμα και την έντονη αίσθηση σκόρδου στη γλώσσα μου. Άλλες πάλι, ήθελα να τον πλακώσω στα χαστούκια. Ούτε και η ίδια δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα να του κάνω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι εκείνη η μέρα ήταν τελικά η πιο διαφορετική μέρα της ζωής μου… και είχε έρθει από το πουθενά!

#Εργένισσα

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ~

 

«Έτσι κάνουν οι νιόπαντροι… Τρώγονται σαν τα κοκόρια και τα βλέμματα τους στάζουν σορόπια…» Ο γερό Ανέστης απομακρύνθηκε από κοντά μας αφού πρώτα χτύπησε ελαφρά τον ώμο του Μάκη. Μέσα από ένα μικρό κύμα λόξιγκα επικρατούσε μία θολούρα στα μάτια μου που με έκανε να τον βλέπω διπλό όσο πλησίαζε την μπαλκονόπορτα αργά, ώσπου χάθηκε τελείως για ακόμα μία φορά.

«Νιόπαντροι;» Τον ρώτησα με ένα επιφώνημα απορίας που σκιαγραφούσε την τραγικότητα που μου προκαλούσε και μόνο η ιδέα αυτή. Η αλήθεια είναι ότι όντως είχα ανατριχιάσει και μόνο στην ιδέα. Ο Μάκης αφού έφαγε την τελευταία του μπουκιά, άφησε αργά το πιρούνι του στο πιάτο και περιεργάστηκε για λίγο την αντίδραση μου. Σαν να ήταν δεδομένο ότι για εκείνον ήμασταν νιόπαντροι.

«Ηρέμησε… Κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό…» Ξέσπασα σε βροντερά γέλια που με έκαναν να δακρύσω. Η σιγουριά του τσάκιζε κόκκαλα. Εκείνος συνέχιζε να με κοιτάζει ανέκφραστος με την απόλυτη ηρεμία του προσώπου του που ήταν σαν να μου φώναζε ¨χαστούκισε με ξανά¨. Το έντονο χρώμα των ματιών του μου προκαλούσε όμως ηλεκτρισμό. Αμέσως ανασκουμπώθηκα και το χαιρέκακο γέλιο μου έσβησε πάνω στην εικόνα της Αντριάνας. Είχε και θράσος άλλωστε να υποτιμάει τόσο την νοημοσύνη μου ενώ γνώριζα ότι ήταν ήδη παντρεμένος.

«Πως τολμάς;» Κατάφερα να του πω στο τέλος με τα μάτια μου πλέον υγρά. Δεν ξέρω αν μπορούσα να χρεώσω αυτή μου την αντίδραση στο κρασί που έπινα τόση ώρα μονορούφι ή στο ότι όντως δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω το πόσο θρασύς ήταν τελικά. Εκείνος με κοίταζε παγωμένος κρατώντας το ποτήρι με το κρασί στο ένα του χέρι.

«Όλοι ίδιοι είστε!» Κλαψούρισα μέσα στη ζάλη μου έτοιμη να χυθώ παραδομένη πάνω στην καρέκλα. «Παντρεμένοι – ανύπαντροι! Με την πρώτη ευκαιρία το μόνο που επιθυμείτε είναι να μας ρίξετε στο κρεβάτι!» Τα μάτια μου ήταν έτοιμα να ξεσπάσουν σε καυτά δάκρυα. «Υπόσχεστε την αιώνια αγάπη και αφοσίωση σε μία γυναίκα και έπειτα! Όλα σβήνουν μπροστά στις … Ορέξεις σας! Αχόρταγα ζώα! Αυτό είστε!» Τσίριξα παραπονεμένα κάπου στο τέλος ενώ μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι ο λόξιγκας είχε οπισθοχωρήσει για τα καλά. Ο Μάκης με κοίταζε σιωπηλός. Σιωπηλός και πιο σοβαρός από ποτέ. Τα μάτια του έκαιγαν μέσα στην απογοήτευση των δικών μου ματιών. Άπλωσε το χέρι του αργά θέλοντας να σκεπάσει το δικό μου. Οι κόρες των ματιών μου ακολούθησαν την πρόθεση του επάνω στο τραπέζι και μόλις ένιωσα τα ακροδάχτυλα του να με αγγίζουν, τράβηξα απότομα το χέρι μου προς το στήθος μου σκεπάζοντας ασυναίσθητα με την παλάμη μου το μέρος της καρδιάς μου σαν να την αγκάλιαζα απαλά.

«Είσαι παντρεμένος και ξεδιάντροπος!» Του είπα αργά ενώ είχε σαστίσει επάνω μου. «Θέλω να με πας πίσω στο γραφείο μου και να μην σε ξαναδώ ποτέ μου! Δεν ήθελα καμία επαφή μαζί σου εγώ!» Αφού στένεψε το βλέμμα του κοιτάζοντας με επίμονα, αναστέναξε και έπειτα χαμήλωσε αργά το κεφάλι του. Έβαλε το χέρι του αποφασιστικά μέσα στην τσέπη αφήνοντας εκατό ευρώ επάνω στο τραπέζι και έπειτα σηκώθηκε αργά αρχίζοντας να απομακρύνεται προς την έξοδο.

«Θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο…» Ήταν το μόνο που είπε με γυρισμένη πλάτη και χάθηκε από μπροστά μου. Για μερικά δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα πως θα μπορούσα να βηματίσω μέχρι το αυτοκίνητο. Έριξα ένα βλέμμα στις γόβες μου και έπειτα ξεφύσησα μελαγχολικά. Τις πήρα στα χέρια μου και την στιγμή που σηκώθηκα όλα στριφογύρισαν κάπως απότομα γύρω μου, πράγμα που με έκανε να ξανά καθίσω μεμιάς.

«Όλα εντάξει;» Αποκρίθηκε ο γεράκος κάπως ευδιάθετος. Πρόδιδε ότι δεν είχε καταλάβει το τι είχε συμβεί ακριβώς. Κούνησα αδιάφορα τους ώμους ενώ έγειρα κάπως μελαγχολικά το βλέμμα μου προς εκείνον.

«Δεν μπορείς να σηκωθείς, ε;» Συνέχισε ενώ εγώ του ένευσα καταφατικά. «Έλα! Σήκω… Θα σε πάω μέχρι το αυτοκίνητο… Μόνο που θα λερώσεις τα πόδια σου με χώματα μέχρι να φτάσουμε εκεί!» Η φωνή του μου απέπνεε σιγουριά. Έκανα εικόνα τις βρώμικες πατούσες μου και έβγαζα φλύκταινες και μόνο στη σκέψη αυτή. Προσπάθησα να σηκωθώ αργά και εκείνος αφού με πλησίασε, πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση μου και με αγκάλιασε, κρατώντας με, με το άλλο του χέρι από την μία μου παλάμη. Αρχίσαμε να βηματίζουμε αργά και με προσοχή.

«Μη σκας! Όλα τα ζευγάρια τσακώνονται… Σημασία έχει να μην κρατάτε κακία ο ένας στον άλλον… Να σας περνάει…» Και εγώ που νόμιζα ότι ο γεράκος δεν είχε καταλάβει τον καυγά μας. Πόσο λάθος έκανα τελικά! Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν ήμασταν παντρεμένοι. Ούτε καν ζευγάρι. Δεν ήμασταν τίποτα δηλαδή. Και θα συνεχίζαμε να είμαστε το απόλυτο τίποτα μετά τις τελευταίες μου κουβέντες.

Όταν με δυσκολία καταφέραμε να φτάσουμε μέχρι το αμάξι, ο κυρ Ανέστης άνοιξε την πόρτα και μας αποχαιρέτησε εγκάρδια. Έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι του παραθύρου την ώρα που τον έβλεπα από μακριά να χάνεται όσο είχε υψώσει το χέρι του να μας αποχαιρετήσει.

Σε λίγο αφεθήκαμε στο γκρι δρόμο που απλωνόταν μπροστά μου από την εθνική οδό και ο Μάκης παρέμεινε σιωπηλός μέχρι τη στιγμή που με άφησε μπροστά από το γραφείο μου. Η ζάλη μου ήταν τόσο έντονη που ούτε που είχα καταλάβει πότε με είχε πάρει γλυκά ο ύπνος με εκείνο το ζεστό αεράκι να ανεμίζει κάθε τρεις και λίγο από το ανοιχτό παράθυρο τις τούφες των μαλλιών μου όσο οι μπούκλες μου είχαν πέσει χυτές πάνω στο πλούσιο ντεκολτέ μου.

«Φτάσαμε;» Ρώτησα μόλις άνοιξα τα μάτια μου αργά διατηρώντας μία θολούρα και έναν πονοκέφαλο που με έκανε να κρατήσω το μέτωπο μου. Καμία απάντηση από εκείνον. Άνοιξα την πόρτα διστακτικά και λίγο πριν εξαφανιστώ από μπροστά του γύρισα προς το μέρος του: «Δεν θα μου πεις τίποτα;»

Έστρεψε το βλέμμα του μέσα στο δικό του. Ένα μικρό φτερούγισμα ένιωσα στο σημείο της καρδιάς. Από εκείνα που έρχονται να σου ταράξουν όλο τον εσωτερικό σου κόσμο. Η οπτική μας επαφή κράτησε μονάχα μερικές στιγμές αλλά ίσως να ήταν και ότι πιο ουσιαστικό είχα βιώσει στη ζωή μου μέχρι τότε. Χαμήλωσε το βλέμμα αργά και έπειτα ξανά ανηφόρισε αναζητώντας το δικό μου. Ένιωσα ότι είχε τόσα πολλά να μου πει αλλά αρκέστηκε στο να κλείσει αυτή τη βόλτα πολύ τυπικά.

«Σ ευχαριστώ για αυτή τη βόλτα που μου χάρισες… Να είσαι σίγουρη ότι δεν πρόκειται να σε ξανά ενοχλήσω… Άλλωστε αυτό ζήτησες και εσύ…» Είπε κομπιάζοντας. Έγειρα το σώμα μου προς τα μπρος έτοιμη να αφεθώ στο να διεκδικήσω το τελευταίο φιλί και ας ένιωθα στη γλώσσα μου την έντονη γεύση του τζατζικιού που απεχθανόμουν. Αμέσως όμως το μετάνιωσα τραβώντας την πόρτα του συνοδηγού και βγαίνοντας τελικά έξω. Παραπατώντας ξυπόλυτη με τις γόβες μου στο χέρι, έψαχνα τα κλειδιά του γραφείου μου ενώ το τελευταίο μου βλέμμα πριν μπω μέσα, έπεσε στο αυτοκίνητο του που είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά. Σαν κυνηγημένη ένιωθα να φεύγω από κοντά του. Λες και ήθελα μανιωδώς να κρυφτώ από εκείνον αλλά και τα αλλεπάλληλα συναισθήματα που με κατακεραύνωναν.

Ο ήχος της πόρτας όταν έκλεισε πίσω μου ένιωσα να κάνει αντίλαλο στην καρδιά μου. Άφησα το κεφάλι μου να χτυπήσει ελαφρά στην ξύλινη επιφάνεια της τη στιγμή που σφράγισα τα βλέφαρα μου με μία έντονη αίσθηση θλίψης. Άνοιξα αργά τα μάτια μου και πέταξα μακριά τα κλειδιά και τις γόβες μου στο πάτωμα. Όλα σκορπίστηκαν τριγύρω και εγώ ξεφύσαγα αμετακίνητη.

«Πάει! Τελείωσε! Και έκανες το σωστό Σόνια…» Ψιθύρισα και έσυρα τα λερωμένα πόδια μου επάνω στο αστραφτερό πλακάκι κατευθυνόμενη προς την δερμάτινη καρέκλα μου. Χύθηκα μέσα της νοσταλγικά σαν να ήθελα να με αγκαλιάσει κάποιος και αφού ακούμπησα τα χέρια μου πάνω στο γραφείο μου, έγειρα το σώμα μου τοποθετώντας το κεφάλι μου επάνω τους. Όλα ξαφνικά είχαν σβηστεί από τη σκέψη μου. Το πόσο γρήγορα είχα αποδεσμευτεί από όλο αυτό με έκανε να νιώσω κάπως καλύτερα, παρά την ζάλη που ένιωθα. Το μόνο που διατηρούσε η καρδιά μου σαν φλόγα αναμμένη ήταν το τελευταίο βλέμμα του. Τίποτα περισσότερο. Το σωστό όμως ήταν να βάλω εγώ τέλος στο συγκεκριμένο αδιέξοδο. Ήταν καιρός να γυρίσω στην παλιά Σόνια. Εκείνη που δεν είχε ποτέ κανένα συναισθηματικό δέσιμο με κανέναν και ένιωθε ασφαλής και δυνατή μέσα από τις επιλογές της. Τα βλέφαρα μου έπεσαν βαριά σκεπάζοντας αργά κάθε τι που απορροφούσε το οπτικό μου πεδίο τριγύρω και εγώ – για πρώτη φορά στη ζωή μου – βυθίστηκα σε έναν βαθύ ύπνο πάνω στο γραφείο μου. Έτσι και αλλιώς το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να λυτρωθώ από την σκληρή πραγματικότητα που χαράκωνε κάθε κύτταρο μου σαν κοφτερή λεπίδα.

*

Και η αλήθεια είναι ότι πάντοτε έρχεται μία επόμενη μέρα να σου υπενθυμίσει περίτρανα ότι κάποια γεγονότα μένουν και παραμένουν στο παρελθόν. Όπως εκείνο το πρωινό που με βρήκε με έντονο πονοκέφαλο. Άνοιξα τα βλέφαρα μου χαράματα και όταν αντιλήφθηκα ότι είχα υπερβεί τα όρια που είχα θέσει η ίδια στον εαυτό μου, ένιωσα αμήχανα με τη σκέψη ότι εγώ είχα μπει σε όλη αυτή τη διαδικασία. Σε μία νοερή προσπάθεια να ενώσω τα κομμάτια από τις θολές εικόνες του μυαλού μου που έμοιαζαν με διασκορπισμένο παζλ, συνειδητοποίησα ότι εκείνη η μέρα είχε έρθει για να με κάνει να πάρω οριστικές αποφάσεις.

Έτρεξα μέχρι το σπίτι μου μιας και τα πόδια μου ποτέ μου δεν τα είχα δει σε χειρότερη κατάσταση από εκείνο το πρωινό. Κάτω από το χλιαρό νερό τα έτριβα επίμονα ενώ δεν παρέλειψα να τα αλείψω και με οινόπνευμα περιμένοντας ανυπόμονα να στεγνώσουν. Μα πως ήταν δυνατόν εγώ να έμεινα τόσο βρώμικη ένα ολόκληρο βράδυ; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου!

Αφέθηκα για λίγο στην εικόνα των δαχτύλων μου και τα κούνησα παιχνιδιάρικα τη στιγμή που είχα απλώσει τα πόδια μου επάνω στο κρεβάτι. Χάθηκε το βλέμμα μου πάνω τους και βυθιζόμουν όλο και περισσότερο – επηρεασμένη από την ροή της ημέρας – σε κάθε στιγμή που είχα περάσει μαζί του. ¨Πρέπει να τον ξεχάσεις!¨ Συλλογίστηκα και με μια κίνηση χτύπησα το χέρι μου επάνω στο στρώμα του κρεβατιού μου λες και επιθυμούσα να ξορκίσω με αυτή την απότομη κίνηση κάθε κρυφό μου φόβο. Άρχισα να λύνω αργά το λουρί από το ρολόι που φορούσα πάντα στο δεξί μου χέρι και έπειτα έριξα μία φευγαλέα ματιά επιβεβαιώνοντας ότι ήταν πολύ νωρίς το πρωί. ¨Η καινούργια μέρα που ξημερώνει θα μου φέρει και καινούριες σκέψεις… Τέρμα οι παλιές!¨ Βροντοφώναξα στον αέρα θέλοντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό θα έκανα αδιαπραγμάτευτα με τον συναισθηματικό μου κόσμο που έμοιαζε να μου πηγαίνει κόντρα από τότε που γνώρισα εκείνον. Όλα τα προγραμμάτιζα εγώ άλλωστε! Πως μπορούσα να το ξεχνάω αυτό; Τίποτα δεν έμοιαζε ακατόρθωτο και το γλυκό μου πείσμα πάντοτε που επιβεβαίωνε ότι στο τέλος πάλευα πολύ προκειμένου να περάσει τελικά το δικό μου και έτσι θα γινόταν και τώρα. Θα τον ξεχνούσα σε χρόνο μηδέν! Γιατί πάνω από όλα ήμουν μία sexy γυναίκα που δεν είχα ανάγκη κανέναν!

*

Το πρωί με βρήκε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Είχα φιλτράρει αρκετά τις σκέψεις μου πριν κοιμηθώ αυτές τις ελάχιστες ώρες και φυσικά είχα καταφέρει να αποπροσανατολιστώ εντελώς από οποιαδήποτε μαγική δύναμη με έφερνε αντιμέτωπη με τα πραγματικά μου θέλω. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάχτηκα επίμονα στον ολόσωμο καθρέφτη του δωματίου μου, τη στιγμή που είχα προσπεράσει την πόρτα του μπάνιου από την πρωινή μου ρουτίνα. Το σώμα μου έμοιαζε πιο αψεγάδιαστο από ποτέ και το θέαμα του να ξεπροβάλλει μέσα από την μεταξωτή μισάνοιχτη ρόμπα μου με έκανε να αγγίξω το βελούδινο δέρμα μου. Ήμουν αρκετά περήφανη για το αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς μου στο γυμναστήριο και τώρα η εμμονή μου με την υγιεινή διατροφή και την εντατική γυμναστική με δικαίωνε μπροστά σε αυτό το υπέροχο θέαμα. Είχε έρθει καιρός να αφήσω πίσω μου κάθε είδους ερωτικής παράκρουσης και να ξεθάψω από μέσα μου τον παλιό καλό εαυτό μου. Εκείνον, που σε κάθε μου πέρασμα ένιωθα τα σαγόνια των αντρών να φτάνουν μέχρι τα πατώματα και τα βλέμματα τους να παρακαλάνε για ένα μου νεύμα.

«Ψωνάρα!» Η φωνή της Αλέκας ακούστηκε εριστική όταν πλέον της εξομολογιόμουν τον τρόπο με τον οποίο με χάζευα όλο το πρωί. Σήκωσα νοερά το κεφάλι μου κοιτάζοντας την όλο υπεροψία.

«Ας είμαι ψωνάρα και ας έχω για πάντα αυτό το κορμί – Κόλαση!» Αποκρίθηκα όλο σιγουριά για την αυτοπεποίθηση που είχα αγκαλιάσει από την ώρα που ξύπνησα. Η Αλέκα τράβηξε λίγο το φουστάκι της αφήνοντας τα γυμνά πόδια της να φαίνονται ακόμα πιο προκλητικά. Τα ροζ γυαλιά της με τις χρυσές λεπτομέρειες που έμοιαζαν με αστεράκια με έκαναν να θέλω απεγνωσμένα να της ζητήσω να αλλάξει στυλ. Περισσότερο έμοιαζε με κορίτσι από το λύκειο παρά με γυναίκα που μόλις είχε αγγίξει τα τριάντα. Αναμασούσε προκλητικά την τσίχλα της και με κοίταζε περιμένοντας ανυπόμονα την συνέχεια της συζήτησης μας.

«Θα βγω! Και σήμερα θα κάνω για ακόμα μία φορά θραύση!» Φούσκωσα ελαφρά το πλούσιο στήθος μου και έπειτα έβαλα τα χέρια μου στη μέση μου κλειδώνοντας την και από τις δύο μεριές.

«Στο γνωστό μπαρ;» Ρώτησε και με τα δάχτυλα της έπιασε μερικές τούφες από τα μαλλιά της στριφογυρίζοντας τες. Για μια στιγμή πάγωσα στη σκέψη ότι εκεί μπορεί να συναντούσα τον Μάκη. Γύρισα και την κοίταξα κάπως σκεπτική και έπειτα ξεροκατάπια.

«Τι;» Η Αλέκα έδειχνε να μην καταλαβαίνει το παραμικρό και λογικό άλλωστε αφού δεν της είχα εξομολογηθεί τι είχε γίνει όλο αυτό το διάστημα.

«Όχι! Όχι! Αλλάζουμε πλεύση! Δεν έχω καμία όρεξη να ξανά πάω εκεί!» Αποκρίθηκα όλο σιγουριά. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους της και έπειτα έπιασε στα χέρια το κινητό της κάπως ανυπόμονα. Αρκετές φορές την είχα πιάσει με το βλέμμα μου όλη αυτή την ώρα να τσεκάρει το κινητό της.

«Για να δούμε ποιος θα είναι το θύμα σου τελικά σήμερα;»

«Γιατί τον αποκαλείς θύμα;»

«Μα γιατί είναι φυσικά!» Χαμήλωσα για λίγο προβληματισμένη το κεφάλι μου και έπειτα ανέκτησα κάπως γρήγορα και πάλι την αισιοδοξία μου.

«Το πιστεύεις αυτό;»

«Και βέβαια! Και δεν σου κρύβω ότι είναι φορές που σε ζηλεύω! Και τι κατάλαβα και εγώ μέσα σε αυτή τη σχέση που τελικά έχει χτυπήσει κόκκινο από τη βαρεμάρα που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον;»

Τα φρύδια μου έσμιξαν στο μέτωπο μου από την απορία που μου δημιούργησε η στάση αλλά κυρίως τα λόγια της Αλέκας. Έδειχνε αλλαγμένη.

«Μα εσύ παλιά έλεγες… Ότι σαν την σταθερή σχέση δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο!» Η Αλέκα ξεστράβωσε τα πόδια της. Ανέκφραστη με κοίταξε κατάματα.

«Ας μη γελιόμαστε! Έρχεται κάποια στιγμή που οι σχέσεις βαλτώνουν! Νομίζω ότι είμαι σε αυτό το στάδιο… Όλα έχουν τελειώσει οριστικά μεταξύ μας!» Αιφνιδιάστηκα. Πράγμα που δύσκολα κατάφερα να κρύψω. Την πλησίασα αργά και έπειτα λύγισα τα γόνατα μου μπροστά της φτάνοντας μέχρι το ύψος των ματιών της. Την κάρφωσα με το βλέμμα μου αλλά ένιωθα ότι δεν έπρεπε να της πω το παραμικρό. Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι της αργά. Προσπάθησε να κρύψει το βλέμμα της από το δικό μου. Χτύπησε το κινητό της σε μήνυμα και μόλις έριξα μία φευγαλέα ματιά επάνω του την ξανακοίταξα επίμονα.

«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» Είπε με τρεμάμενη φωνή σαν να ντρεπόταν.

«Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να μου πεις;» Ρώτησα ήρεμα και έπειτα η ματιά μου γαλήνεψε. Δάγκωσε τα χείλη της.

«Είχες δίκιο απλά… Όσο και να αγαπάμε τον άλλον, κάθε σχέση κάνει τον κύκλο της. Η μαγεία χάνεται… Το παιχνίδι εξατμίζεται… Οι ρόλοι μέσα στη σχέση αλλάζουν… Και κάποια στιγμή δεν υπάρχει τίποτα. Τόσο απλά…» Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα μου μένοντας σχεδόν άφωνη. Εκείνη συνέχισε με μία συνεχή ενοχή στον τόνο της φωνής της:

«Απλά… Είδα κατάματα την πραγματικότητα…»

«Δεν θέλω να σε επηρεάζω επειδή εγώ έχω επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής… Ίσως να μην είναι ο σωστός…» Απάντησα με αμφιβολία.

«Δεν με επηρεάζεις πουθενά Σόνια! Καμιά φορά η αλήθεια απλώνεται μπροστά μας αλλά δεν είμαστε σε θέση να την δεχτούμε… Οι μακροχρόνιες σχέσεις καταπίνουν τα πάντα…» Έμεινα προβληματισμένη να κοιτάζω στο κενό.

«Εσένα δεν σου έλειψε ποτέ μία τέτοια σχέση… Ούτε την επιδίωξες … Και πάντα παίρνεις ενέργεια από αυτό το ερωτικό παιχνίδι που σε γεμίζει τόση ενέργεια!» Η Αλέκα χαμογέλασε πλατιά και χωρίς να το θέλω κάποιες λέξεις από τα συμπεράσματα της Αντριάνας στριφογύρισαν πολύ γρήγορα μέσα μου. Σηκώθηκα αργά, βηματίζοντας όμως όλο σιγουριά προς το ξύλινο γραφείο μου. Ακούμπησα τον γοφό μου στην άκρη του και έπειτα γύρισα, αναζητώντας το βλέμμα της Αλέκας.

«Είναι βραδιά κυνηγιού σήμερα…» Χαμήλωσα την φωνή μου αφήνοντας τον αισθησιασμό της να αφήσει ένα σορό υπονοούμενα στην Αλέκα. Έσπευσε να συμπληρώσει τη συνέχεια. «Για εσένα! Εγώ μέχρι να χωρίσω έχω καιρό…» Ένευσα θετικά και έπειτα της διαβεβαίωσα το αυτονόητο: «Και βέβαια για εμένα… Ποτέ δεν θα σε πίεζα να με ακολουθήσεις σε όποια τρέλα μου!»

Η Αλέκα απλώθηκε ενοχοποιημένη στο μικρό καναπεδάκι όλο ικανοποίηση και το χαμόγελο της έφτασε μέχρι την άκρη των αυτιών της. Ήταν ολοφάνερο ότι κάτι της έδινε απεριόριστη χαρά αλλά δεν μπορούσα ακόμα να εντοπίσω τι ακριβώς ήταν. «Πάλι θα τους μαζεύω με το κουταλάκι για χάρη σου…» Ψέλλισε όσο εγώ προσπαθούσα να πάρω απαντήσεις από τη στάση της.

 

*

Στις δωδεκάμιση πέρασα με το αυτοκίνητο μου και την πήρα. Την είδα από την είσοδο της πολυκατοικίας της να προσπαθεί να ισορροπήσει στα πανύψηλα τακούνια της. Μόλις μπήκε μέσα στο αμάξι τράβηξε την πόρτα προς το μέρος της κάπως αλαφιασμένα.

«Λατρεύω τα χρυσά διαμαντάκια τους!» Βροντοφώναξε και έπειτα τσίριξε σαν να πανηγύριζε σε γήπεδο. Την κοίταξα σχεδόν άναυδη από την αντίδραση της. Με μία έκφραση ανακούφισης, πήρε μια μεγάλη ανάσα και με κοίταξε:

«Έπρεπε να το κάνω! Το να τσακώνομαι από το απόγευμα για το φαγητό που έκαψα πάει πολύ! Τώρα ζω για εμένα! Μόνο για εμένα!»

«Ok…» Αποκρίθηκα σύντομα και έβαλα μπρος πατώντας το γκάζι.

Σε όλη τη διαδρομή η Αλέκα μου είπε λεπτομερώς για εκείνον τον επεισοδιακό καυγά. Αραιά και που κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου παρά το ότι εγώ το μόνο που σκεφτόμουν είναι ότι επιτέλους θα έβαζα σε εφαρμογή το σχέδιο μου να απαλλαγώ από οποιοδήποτε συναισθηματικό πισωγύρισμα. Το να αποφεύγω να πηγαίνω σε μέρη που είχαμε συναντηθεί με τον Μάκη ήταν μία πολύ καλή αρχή. Έτσι από εδώ και πέρα θα ξετρύπωνα κάθε ερημικό μπαράκι που μπορούσα να επισκεφτώ με την Αλέκα. Ήδη είχα κάνει μία γρήγορη ανασκόπηση στο ίντερνετ και από την μικρή μου έρευνα είχα καταλήξει σε μερικά.

«Αλλάζουμε στέκια;» Ρώτησε η Αλέκα όταν έκλεισε δυνατά την πόρτα του αυτοκινήτου και άρχισε να λικνίζει το κορμί της πάνω στα ψηλοτάκουνα. Ξαφνικά μου φάνηκε ότι αυτό το κορίτσι είχε γεμίσει αυτοπεποίθηση. Ο τρόπος που τίναξε τα μαλλιά της. Το ύφος του προσώπου της αλλά και το περπάτημα της έδειχναν πιο σίγουρα από ποτέ.

«Καιρός ήταν…» Μουρμούρισα διατηρώντας την σκέψη μου, ασχέτως αν εκείνη κούμπωσε την ερώτηση της με την απάντηση μου. Φτάνοντας στην είσοδο η μουσική της έφτιαξε αμέσως την διάθεση, πράγμα που την έκανε να μπει χορεύοντας προς τα μέσα ακολουθώντας με.

Προς μεγάλη μας έκπληξη, το μπαρ ασφυκτιούσε από κόσμο και η Αλέκα άφησε ένα βλέμμα ενθουσιασμού επάνω μου, το οποίο της ανταπέδωσα. Όταν τακτοποιηθήκαμε στην άκρη του μπαρ, τα μάτια μου έμοιαζαν με δορυφόρους που αναζητούσαν το επόμενο ερωτικό ενδιαφέρον μου. Και μέσα στο πλήθος από ένα σορό πρόσωπα που το ένα εναλλασσόταν με το άλλο στην μικρή αναζήτηση μου, παρατήρησα με την άκρη του ματιού μου έναν ψηλό, μελαχρινό και άκρως γοητευτικό άντρα να με καρφώνει επίμονα. Το βλέμμα του χαμήλωσε προκλητικά προς το στήθος μου και εγώ τον ακολούθησα με το δικό μου, αφήνοντας ένα αχνό χαμόγελο.

«Νομίζω ότι βρήκα με ποιον θα φύγω σήμερα…» Μουρμούρισα όσο η Αλέκα προσπαθούσε να πάρει το ποτό στο χέρι της από την μπάρα. Κούνησε μηχανικά το καλαμάκι της ανακατεύοντας το και έπειτα κοίταξε ολόγυρα αναζητώντας τα ερωτικά μου vibes.

«Είναι ένας μελαχρινός Θεός!»

Πολύ σύντομα χαθήκαμε μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς. Όσο εγώ κουνιόμουν τινάζοντας τα μαλλιά μου αργά, τόσο εκείνος εστίαζε πάνω μου σαν να με έτρωγε με τα μάτια του. Αρκετή ώρα μετά, μας πλησίασε απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος μου.

«Αντρέας…»

Το χαμόγελο μου του έδωσε όλες τις απαντήσεις που φώναζαν πόσο τον ήθελα. Εκείνος ανταπέδωσε.

«Σόνια… Και από εδώ η φίλη μου…» Με διέκοψε πλησιάζοντας αργά το αυτί μου. «Δεν με ενδιαφέρει η φίλη σου… Το μόνο που θέλω είναι να σε σκίσω…» Έγειρε αργά προς τη θέση του και πάλι, αφήνοντας με άφωνη από την ειλικρίνεια του. Τόσο άμεσος στα θέλω του που η αλήθεια είναι δεν μου είχε ξανά συμβεί μέχρι τότε. Τα βλέφαρα μου πετάρισαν από το ξάφνιασμα μέχρι που η Αλέκα μου τράβηξε το χέρι απαλά αποσυντονίζοντας με:

«Σόνια! Ο Μιχάλης!»

Ένιωσα ότι έπρεπε να καταπιώ τη γλώσσα μου! Κοίταξα αμήχανα τον Αντρέα. Εκείνος συνέχιζε να πίνει το ποτό του και να με κοιτάζει προκλητικά. Ο Μιχάλης μας πλησίασε.

«Χαθήκαμε!» Φώναξε με ένα χαζοχαρούμενο ύφος και η Αλέκα ανταπέδωσε θέλοντας να δικαιολογηθεί. Καμία συνοχή όμως στις αντιδράσεις μας μεταξύ μας. Εκείνη έπιασε σχεδόν αμέσως ψιλή κουβέντα μαζί του και εγώ κάθε φορά που το βλέμμα μου έπεφτε επάνω στον Αντρέα τον έγδυνα με τα μάτια μου.

«Πάμε;»

Με ρώτησε ο Αντρέας και χωρίς να το θέλω έκανα ένα βήμα πίσω. Τόσο επιθετικό ερωτικό κάλεσμα δεν είχα συναντήσει ποτέ μου. Κοίταξα την Αλέκα και έπειτα τον Μιχάλη. Τράβηξα την Αλέκα από το μπράτσο προς το μέρος μου.

«Σε πειράζει να μείνεις με τον Μιχάλη; Έτσι και αλλιώς και αυτός δεν έχει παρέα…»

«Όχι!» Απάντησε αμέσως εκείνη και σχεδόν αμέσως δάγκωσε τα χείλη της.

«Σήμερα επιστρέφω στην παλιά Σόνια!» Της είπα και έπειτα εκείνη έδειχνε να μην με καταλαβαίνει. Αφού πλήρωσα τα ποτά όλων μας γύρισα και την κοίταξα με μάτια υγρά όσο ο Αντρέας αποχαιρετούσε την παρέα του.

«Δεν σε καταλαβαίνω… Πάντα αυτό έκανες! Τι εννοείς επιστρέφεις στην παλιά Σόνια;»

Το βλέμμα μου κατηφόρισε για λίγο αγγίζοντας τα ψηλοτάκουνα της.

«Σωστά τα λες… Πάντα αυτό έκανα! Θα τα πούμε αύριο και σε ευχαριστώ!» Την φίλησα στο μάγουλο και η Αλέκα με κοίταξε προβληματισμένη. Ακολούθησα τον Αντρέα προς την έξοδο του μπαρ αφήνοντας τον Μιχάλη και την Αλέκα πίσω μου.

 

*

Ο Αντρέας κλείδωσε σχεδόν αμέσως την παλάμη του μέσα στη δική μου. Άρχισε να με φιλάει πολύ έντονα και εγώ έμοιαζα να βυθίζομαι όλο και περισσότερο μέσα στα σατέν σεντόνια μου, κάνοντας το σώμα μου να γλιστράει όσο γδυνόμουν. Πράγμα που τον ξετρέλαινε και τον έκανε να πέσει πάνω μου σαν πεινασμένο ζώο.

«Πόσο σε θέλω! Είσαι θεά!» Ψιθύρισε στην άκρη του αυτιού μου όταν μούσκεψε το λοβό μου σφραγίζοντας τον μέσα στα χείλη του. Οι απότομες κινήσεις του όμως καθώς με τράβαγε προς το μέρος του με έκαναν να αναζητήσω κάτι πιο τρυφερό μέσα μου. Παραδόθηκα όμως στα χέρια του γιατί το βλέμμα του δεν μου άφηνε περιθώρια επιλογής. Τα χέρια του άρχισαν να ψηλαφίζουν το στήθος μου όταν με μία κίνηση έβγαλε το στράπλες σουτιέν μου εκτοξεύοντας το στο πουθενά. Ένιωσα από την πρώτη στιγμή το πόσο με ήθελε.

Όλα έγιναν βιαστικά, απότομα και βίαια. Από εκείνη την ερωτική έκρηξη που θες να ζεις ξανά και ξανά. Την ώρα που τύλιξα το σεντόνι γύρω μου όμως παρατηρώντας το δωμάτιο τριγύρω μου ένιωσα τόσο μόνη ξαφνικά. Εκείνος χαλάρωνε απολαμβάνοντας το τσιγάρο του δίπλα μου. Έριξα μερικές ματιές στο ρολόι μου.

«Τι σώμα έχεις Θεέ μου!» Αναφώνησε και με κοίταξε μέσα από την ομίχλη του καπνού του που χανόταν σταδιακά από μπροστά του. Παρέμεινα σιωπηλή να καταπιάνομαι από την διακόσμηση του δωματίου μου. Ένιωσα τόσο κενή μέσα μου εκείνη τη στιγμή.

«Παντρεμένη;» Με ρώτησε εκείνος και μου έκλεισε το μάτι. Κάγχασα και μόνο στη σκέψη. «Όχι, βέβαια! Μα πως σκέφτηκες κάτι τέτοιο;» Γύρισε στο πλάι αφήνοντας πρώτα το τσιγάρο του. Βούλιαξε μέσα στο πουπουλένιο μαξιλάρι μου και έπειτα με τον τρόπο που με κοίταξε, άφησε μερικές ρυτίδες να ξεπροβάλλουν από το μέτωπο του.

«Την αλήθεια;» Με ρώτησε και εγώ σταμάτησα να χαμογελάω.

«Έμοιαζες σαν να έχεις ενοχές για κάτι… Αυτό ένιωσα… Μπορεί να κάνω και λάθος!»

Αστραπιαία σκέφτηκα ότι αυτό ήταν προσβολή για εμένα. Ανασηκώθηκα αιφνιδιάζοντας τον. Τον κλείδωσα ανάμεσα από τα πόδια μου ενώ βρισκόμουν επάνω του αρχίζοντας να χαϊδεύω το πλούσιο στήθος μου. Τον προκαλούσα με κάθε μου κίνηση.

«Μία καλή αφορμή να σου αποδείξω ότι δεν έχω καμία ενοχή… Και από εδώ θα φύγεις μόνο όταν θα είσαι σε θέση να μην με ξεχάσεις ποτέ!»

Με έπιασε με τις παλάμες του από τη μέση και με έγειρε προς το μέρος του. Τα βλέμματα μας ήταν σε απόσταση αναπνοής.

«Αυτό περιμένω… Δεν συμβιβάζομαι με τίποτα λιγότερο!»

Τα σώματα μας μπερδεύτηκαν ξανά και εγώ ένιωθα την ανάσα του να σκεπάζει από ηδονή τη δική μου μέχρι που η τελευταία μακρόσυρτη ανάσα μας έμοιαζε να βαδίζει παράλληλα με την ολοκλήρωση αυτής της ερωτικής βραδιάς.

Το νερό από την ντουζιέρα έτρεχε όσο εγώ κοίταζα πλέον ανυπόμονα το ρολόι μου.

«Θα μπορούσα να μείνω εδώ αν το θέλεις…» Τον άκουσα να λέει από το βάθος όσο εγώ στο κινητό μου τσέκαρα το αυριανό μου πρόγραμμα.

«Θα το ήθελα πολύ αλλά δεν γίνεται… Έχω να ξυπνήσω πολύ πρωί!» Τον κοίταξα να κυκλοφορεί γυμνός μπροστά μου όσο ντυνόταν. «Άσε που θα έρθει και η μητέρα μου πρωί πρωί!» Συνέχισα να του λέω όσο αναρωτιόμουν πόσες άλλες δικαιολογίες θα ξετρύπωνα από το μυαλό μου όση ώρα χάζευα το θεσπέσιο κορμί του.

«Ίσως κάποια άλλη φορά αν το θέλεις φυσικά…» Γύρισε και με κοίταξε, ενώ συνέχιζε να βάζει τα παπούτσια του. «Φυσικά… Οπωσδήποτε…» Έσπευσα να του δώσω την απάντηση που περίμενε να ακούσει. Έκοψα ένα χαρτάκι από την ατζέντα μου και το ακούμπησα στην παλάμη του με ένα στυλό. «Γράψε μου εδώ τον αριθμό σου και με την πρώτη ευκαιρία θα σε καλέσω…» Τρίφτηκα ναζιάρικα επάνω του ενώ εκείνος σημείωνε τον αριθμό του τηλεφώνου του.

«Γυναικάρα ατελείωτη…» Ήταν η τελευταία του φράση όταν η πόρτα έκλεισε και εγώ έμεινα από πίσω της κρατώντας την για μερικά δευτερόλεπτα, σβήνοντας αυτόματα το χαμόγελο από τα χείλη μου. Βημάτισα πολύ αργά προς τον επάνω όροφο όπου ήταν το δωμάτιο μου. Τράβηξα τα σατέν σεντόνια με δύναμη και άρχισα να στρώνω καθαρά. Μάζεψα το τασάκι και η μυρωδιά του τσιγάρου μου προκάλεσε έναν στιγμιαίο εμετό. Άνοιξα για λίγο το παράθυρο αφήνοντας την ματιά μου να χαθεί στις τρεις γάτες μου που ήταν το πιο όμορφο θέαμα που είχα από αυτή την απόσταση. Έπαιζαν μεταξύ τους και για εκείνες ήταν λες και είχε χαθεί η αίσθηση του χρόνου. Δεν υπολόγιζαν ότι ήταν πολύ αργά πλέον. Τόσο που λίγο ήθελε να ξημερώσει. Χωρίς λόγο αναστέναξα και έφερα στα χέρια μου και πάλι το χαρτάκι που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο μου.

«Αντρέας…» Ψέλλισα και μόλις άνοιξα το συρτάρι μου το πέταξα μέσα έτσι ώστε να μπερδευτεί με τα υπόλοιπα. Μόνο ένα όνομα δεν είχα εκεί μέσα. Εκείνο που επιθυμούσα όσο κανένα άλλο τελικά γιατί ακόμα και εκείνη τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να κλείσω τα μάτια μου, πέρασε σαν σκέψη από μπροστά μου θέλοντας να μου υπενθυμίσει ότι τα απωθημένα καλά κρατούν.

#Εργένισσα

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ~

 

Πέρασαν δύο ολόκληρες βδομάδες από τότε που ο αναστεναγμός μου μπροστά στο ανοιχτό μου παράθυρο έμοιαζε με μικρό αεράκι έτοιμο να μπερδευτεί με το ξημέρωμα που απλωνόταν στον γκριζογάλανο ουρανό. Δύο ολόκληρες βδομάδες που οι επισκέψεις μου στην Αντριάνα άρχισαν να γίνονται πιο τακτικές, με τη δική της έκφραση απορίας να με κοιτάζει αποσβολωμένη πολλές φορές κάθε φορά που ενώ ξάπλωνα στο δερμάτινο τύπου καναπέ – κρεβάτι, κοιτούσα εξεταστικά τον χώρο τριγύρω σαν να περίμενα εκείνον να ξετρυπώσει από τους τοίχους.

Η αρχή της επόμενης βδομάδας με βρήκε και πάλι εκεί.

«Δεν χρειάζεται να κάνουμε τόσο τακτικά ραντεβού… Νομίζω ότι δεν το χρειάζεσαι…» Είπε σοβαρή και το βλέμμα μου χάθηκε για λίγο αφηρημένα στο στυλό που κρατούσε στα χέρια της.

«Μα νιώθω μία έντονη δυσφορία τον τελευταίο καιρό… Σαν να έχω ένα ηφαίστειο μέσα μου που είναι έτοιμο να ξεσπάσει…»

«Μήπως σε πιέζει κάτι στη δουλειά;»

Έκανα ένα γρήγορο αλλά δυνατό flash back που με τοποθετούσε αυτόματα σε ένα πεζοδρόμιο να τρέχω πάνω στις γόβες μου πανικόβλητη, μιλώντας και βρίζοντας στο τηλέφωνο. Στην αμέσως επόμενη σκηνή ήμουν πάνω από μία στοίβα με έγγραφα στο γραφείο μου ενώ τα πρόσωπα από τα ραντεβού έμοιαζαν με κινηματογραφικό καρέ μπροστά μου. Ξεφύσησα όταν η ματιά μου ακούμπησε πάνω της.

«Όχι. Στη δουλειά είναι όλα υπό φυσιολογικές συνθήκες. Το απόλυτο αλαλούμ! Νομίζω ότι κάτι άλλο είναι που με βαραίνει… Και είναι φορές που να… Εδώ. Στο σημείο της καρδιάς μου νιώθω ένα βαρύ πλάκωμα σαν να μην μπορώ να ανασάνω…» Αποκρίθηκα με όλη μου την ειλικρίνεια ανοίγοντας το ένα κουμπί από το πουκάμισο μου θέλοντας να της δείξω το σημείο όπου ένιωθα έντονα δυσφορία.

Η Αντριάνα με κοίταζε αρχικά σιωπηλή.

«Είναι σοβαρό;» Τα μάτια μου γούρλωσαν από πανικό.

«Πότε έκανες τελευταία φορά γενικές εξετάσεις;»

«Πριν δέκα μέρες… Και ήμουν μία χαρά! Υγιέστατη! Πως θα μπορούσα άλλωστε να έχω κάτι; Γυμνάζομαι. Τρέφομαι υγιεινά… Αφού ξέρεις τα κολλήματα μου!» 

Χαμογέλασε.

«Η ερωτική σου ζωή;»

Στην ερώτηση της ένιωσα να καταπίνω τη γλώσσα μου ενώ ήμουν σίγουρη ότι οι αποχρώσεις του κόκκινου έκαναν πάρτι στα δυο μου μάγουλα.

«Όπως τα ξέρεις…» Κατάφερα να ψελλίσω ενώ το βλέμμα μου χαμήλωσε ενοχικά.

«Υπάρχει κάτι που μου κρύβεις;»

«Όχι!» Σχεδόν ούρλιαξα και έπειτα ξανά μάζεψα την αντίδραση μου όταν συνειδητοποίησα ότι ίσως να με είχε καταλάβει.

«Το ενδεχόμενο να είσαι ερωτευμένη με κάποιον από αυτούς τους εραστές σου… Σου έχει περάσει καθόλου από το μυαλό;»

Ένιωσα να μου κόβεται η αναπνοή.

«Τι εννοείς;» Ρώτησα κομπιάζοντας όσο οι παλμοί της καρδιάς μου ανέβαιναν.

«Εννοώ ότι ίσως να είναι πιο απλό από όσο φαντάζεσαι…»

«Πιο απλό είναι ο έρωτας;»

«Η αλήθεια είναι πως όχι…» Χαμογέλασε επιβεβαιώνοντας μου ότι γνώριζε πολύ καλά αυτό το συναίσθημα.

«Αντριάνα… Ξέρω ότι αυτό που θα σου ζητήσω δεν αρμόζει σε ασθενή και γιατρό… Αλλά σε βλέπω και σαν φίλη μου. Τόσο καιρό σου λέω τα εσώψυχα μου…»

«Συνέχισε λοιπόν…»

Την κοίταζα διστακτικά και κάπου στο τέλος ξεροκατάπια.

«Εσύ είσαι ακόμα ερωτευμένη με τον άντρα σου;» Μία στιγμή αμηχανίας επισφράγισε την ερώτηση μου. Και από τη μεριά μου και από την δική της.

«Θα σου μιλήσω σαν άνθρωπος και όχι σαν επιστήμονας…» Ήταν ολοφάνερο ότι κρεμόμουν από τα χείλη της. «Η αλήθεια είναι ότι ο έρωτας αργά ή γρήγορα, δίνει τη σκυτάλη του σε κάτι πιο βαθύ. Πιο ουσιαστικό. Αυτή είναι η απάντηση. Αλλά πάντα σου υπενθυμίζει ότι υπάρχει… Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο… Ακόμα και μέσα από τις αναμνήσεις μπορείς να τον διατηρήσεις ζωντανό μέσα στη σχέση…»

Την άκουγα πολύ προσεκτικά αλλά δεν είχε τίποτα συγκεκριμένο να μου πει. Και εγώ μπορεί να ένιωθα κάτι για τον Μάκη, αλλά δεν ήμουν και βέβαιη ότι αυτό ήταν έρωτας. Άλλωστε τις περισσότερες φορές αυτός ο άνθρωπος με εκνεύριζε ενώ ταυτόχρονα τον αναζητούσα. Τώρα όμως, είχα μπροστά μου τη γυναίκα του και όλα ήταν ακόμα πιο μπερδεμένα και δύσκολα για ότι και αν ένιωθα.

«Δεν ερωτεύτηκες ποτέ προφανώς…» Ήταν η διαπίστωση της και με μία βεβαιότητα που τσάκιζε κόκαλα συνέχισε:

«Εύχομαι να σου συμβεί… Είναι υπέροχο συναίσθημα… Μπορεί να τρελαίνει τη λογική και τα συναισθήματα σου αλλά είναι τόσο δυνατό που απλά είναι αδύνατον να μην το ζήσεις…»

«Έτσι λες, ε;» Είπα χαμηλόφωνα και έπειτα έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι σαν να αφέθηκα για μια στιγμή στην πιο δυνατή μου σκέψη.

Η πόρτα χτύπησε για να διακόψει την όμορφη συζήτηση μας η γραμματέας της και μετά από λίγο η Αντριάνα ζητώντας μου συγνώμη απομακρύνθηκε για λίγο μαζί της.

Στα λίγα λεπτά που πέρασαν περιμένοντας μόνη μου μέσα στο γραφείο της, ένιωθα να με πιάνει κρίση πανικού χωρίς κανέναν λόγο. Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου αλλά όταν άνοιξε η πόρτα και πλησίαζε το γραφείο της, σηκώθηκα με βουρκωμένα μάτια κοιτάζοντας την ευθεία στο πρόσωπο. Έσφιξα την τσάντα πάνω μου μόλις την πέρασα από τον ώμο.

«Πρέπει να φύγω… Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή…»

«Έτσι ξαφνικά;»

Αναζήτησα μερικά δευτερόλεπτα μέσα μου για να δικαιολογηθώ.

«Με πήραν ένα τηλέφωνο και ήταν επείγον… Θα σε πάρω για να κλείσουμε το επόμενο ραντεβού…»

Έτρεξα κοντά στο αυτοκίνητο μου αλλά καμία εντολή δεν μου υπαγόρευσε να μπω μέσα. Αντιθέτως, την ώρα που έβγαλα τα κλειδιά από την τσάντα μου, έκανα στροφή και άρχισα να περπατάω αργά κατευθυνόμενη προς το πιο κοντινό πάρκο.

Εκείνο το απόγευμα πήρα το χρόνο μου. Βημάτισα αρκετή ώρα μέσα στο καταπράσινο με τις φωνές των παιδιών να μην επηρεάζουν για πρώτη φορά το νευρικό μου σύστημα. Έκατσα στο τελευταίο παγκάκι που αντίκρισα μπροστά μου, σταυρώνοντας τα πόδια μου και άρχισα να παρατηρώ τριγύρω μου τους περαστικούς. ¨Ποτέ δεν είχα κάνει αυτό το δώρο στον εαυτό μου… Και γενικά, τα δώρα προς τον εαυτό μου τελικά ήταν πολύ λίγα…¨ Αυτόματα σκέφτηκα τα αμέτρητα ζευγάρια παπούτσια. Το κόλλημα με την συλλογή μου από πανάκριβες τσάντες. Τα μπουκαλάκια από τα επώνυμα αρώματα μου που διακοσμούσαν ένα τεράστιο ντουλάπι στο τζακούζι μου. Τα αμέτρητα καλλυντικά. Τα κοσμήματα μου που έμοιαζαν με μικρό θησαυροφυλάκιο. Όλα αυτά ήταν ένα δυνατό χαστούκι εκείνη τη στιγμή που η βόλτα αυτή ένιωθα να με λυτρώνει από το ψυχοπλάκωμα που ένιωθα και όσο έβλεπα μπροστά μου τα ζευγάρια να πηγαινοέρχονται είτε σέρνοντας καρότσια είτε κρατώντας τα παιδιά τους από το χέρι, τόσο η κρίση πανικού μου χτυπούσε απειλητικά την πόρτα της λογικής μου. Ήμουν έτοιμη να σηκωθώ και να αρχίσω να τρέχω τσιρίζοντας με μόνο σκοπό μου να ξεφύγω από όλες αυτές τις εικόνες που μου προκαλούσαν τον απόλυτο πανικό.

 

*

«Τον λένε Αντρέα… Ορίστε. Σου λύθηκε η απορία;» Η Αλέκα αφέθηκε σε ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης. Τα τελευταία είκοσι λεπτά είχε γίνει πολύ πιεστική προκειμένου να της εξομολογηθώ που ταξίδευε το μυαλό μου. Δεν ήμουν και σίγουρη αν την έπεισα μιας και ούτε μέσα μου πια δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι σκεφτόμουν τον Μάκη που μου είχε σπάσει τόσες φορές τα νεύρα και τελικά είχε εξαφανιστεί! Έτσι, ο Αντρέας ήταν το τέλειο όνομα για να κρυφτώ πίσω από το ψέμα μου.

«Πρώτη φορά σκέφτεσαι κάποιον όμως τόσο έντονα… Σκέφτεσαι να προχωρήσεις;»

Όση ώρα με δυσκολία είχα κλειδώσει το ακουστικό του κινητού μου στο αυτί μου έκανα συνεχόμενες βόλτες μπροστά από την ντουλάπα μου προσπαθώντας να επιλέξω τι θα φορούσα.

«Δεν ξέρω… Όπως πάει… Πάντως δείχνει ενδιαφέρον και αυτό το ενδιαφέρον του με έχει κάνει να τον σκέφτομαι λίγο πιο έντονα…» Μέσα μου αναρωτήθηκα εκείνη τη στιγμή πόσο διπλωμάτισσα ήμουν στα επαγγελματικά μου ενώ στα προσωπικά πάλι είχα πλήρη μεσάνυχτα. Ένιωθα να τρεκλίζω κάθε φορά που έπρεπε να κουμπώσω το ένα ψέμα με το άλλο.

«Και εσύ μου φαίνεσαι κάπως αλλαγμένη τελευταία…» Παρατήρησα αλλά ο μόνος λόγος που έστρεψα τη συζήτηση μας επάνω της ήταν για να αλλάξω θέμα. Η απόλυτη σιωπή όμως από την πλευρά της Αλέκας. Ένα αμήχανο «ναι» σύρθηκε από τα βάθη της ψυχής της. Ορθό. Κοφτό και χωρίς να αφήνει περιθώρια για συνέχεια. Ούτε που κατάλαβα πόσο γρήγορα μου έκλεισε το τηλέφωνο μετά από ένα «Θα τα πούμε σε μία ωρίτσα… Σε φιλώ…» Έμεινα να κοιτάζω για λίγο το κινητό μου απογοητευμένη με τον εαυτό μου που τον έβαζα σε διαδικασία να της λέει ψέματα. Από την άλλη, μέσα μου έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες να κλείσω το κεφάλαιο ¨Μάκης¨ μια για πάντα και σίγουρα θα τα κατάφερνα γιατί πάνω από όλα ήταν να μην βάλω κάτι στο ξεροκέφαλο μου!

Μετά από μισή ώρα κατέληξα στο να φορέσω ένα θεόστενο μίντι φόρεμα που διέγραφε κάθε σημείο του κορμιού μου. Η σμαραγδή απόχρωση του το έκανε να μοιάζει σαν πολύτιμο πετράδι επάνω μου και στο τελείωμα του είχε κάτι ξεθωριασμένες πράσινες αποχρώσεις σαν να έκανε ομοιόμορφα νερά μέσα στο καταπράσινο. Ανασήκωσα το φρύδι μου την ώρα που παρατηρούσα εξεταστικά το μακιγιάζ μου και με την άκρη του χεριού μου έστρωνα το ολόισιο μαλλί μου, με την τελευταία κίνηση να το ρίχνω μπροστά αφήνοντας το να αγκαλιάσει το στήθος μου. Και είχε έρθει η ώρα να επιλέξω εκείνες τις ασορτί γόβες που κόστιζαν μία περιουσία. Πόσα συναισθήματα μέσα σε μία αγορά! Κλασσική γυναίκα – κοκέτα! Καμία ενοχή πια για τις σκέψεις μου που διατηρούσα στο πάρκο λίγες ώρες πιο πριν. Θα απολάμβανα τη ζωή με όλες τις ανέσεις που παρείχα στον εαυτό μου. Άλλωστε δούλευα σκληρά για αυτές!

Η γνώριμη επίμονη κόρνα αγκάλιασε τα αυτιά μου και το παρασύνθημα ότι η Αλέκα είχε έρθει με έκανε να αναταραχτώ για λίγο και να τρέξω να εντοπίσω την τσάντα μου μέσα στο χώρο. Λίγο πριν κλείσω την πόρτα του σπιτιού μου πίσω μου, έριξα μία τελευταία ματιά μέσα στο σκοτεινό χώρο θέλοντας να επιβεβαιώσω ότι όλα ήταν στη θέση τους και ας μην είχα πλήρη εικόνα από το μισοσκόταδο που επικρατούσε. Ο ήχος στο κλείσιμο της πίσω μου, σκέπασε τα πάντα και κυρίως την καρδιά μου γιατί κανείς δεν θα μου έλεγε ότι λίγες ώρες αργότερα θα την άνοιγε ο Μάκης με εμένα μέσα στην αγκαλιά του! Και ναι! Όλα έγιναν τόσο μα τόσο γρήγορα εκείνο το βράδυ…

#Εργένισσα

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ~

 

Ζαλισμένη όπως ήμουν καθώς με κρατούσε μέσα στα δυο του χέρια, τον χάζευα όση ώρα ψαχούλευα μέσα στην τσάντα μου επίμονα με το ένα μου χέρι να βρω τα κλειδιά της εξώπορτας μου. Ένα χαμόγελο ευτυχίας είχε ζωγραφιστεί στα δύο ζουμερά χείλη μου και εκείνος έδειχνε να το απολαμβάνει μέσα στα δευτερόλεπτα που οι ματιές μας έξω από την πόρτα του σπιτιού μου επισφράγιζαν τα έντονα συναισθήματα μας. Όταν επιτέλους τα κλειδιά σφραγίστηκαν μέσα στην παλάμη μου χαχάνισα σαν μικρό παιδί που έπλεε σε πελάγη ευτυχίας και εκείνος σοβάρεψε απότομα.

«Η τσάντα μου είναι μία άβυσσος σαν την ψυχή της γυναίκας…» Παραδέχτηκα μελιστάλακτα και εκείνος ένιωθα να απορροφά κάθε σταγόνα γλύκας που ξεχείλιζε από πάνω μου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Την ώρα που άπλωσα το χέρι μου για να βάλω το κλειδί στην κλειδαρότρυπα, η παλάμη του αγκάλιασε τα δάχτυλα μου σκεπάζοντας το. Γύρισα και τον κοίταξα διασκορπίζοντας κάθε ερωτική επιθυμία μου μέσα από το βλέμμα μου. Γυρίσαμε αργά το κλειδί μαζί όσο παρέμεινα να τον κοιτάζω και χωρίς να συνειδητοποιήσω τη διάσταση του χρόνου, με πλησίασε κολλώντας τα χείλη του επάνω στα δικά μου. Η πόρτα άνοιξε αργά αλλά τα χέρια μας γλίστρησαν από το μπρελόκ με τα κλειδιά μου που είχε μείνει επάνω της. Το σώμα του έγινε «ένα» πάνω στο δικό μου όταν εγώ ακούμπησα στην εξωτερική πλευρά από το κούφωμα της πόρτας. Αφεθήκαμε και οι δυο στο πιο παθιασμένο φιλί που νιώθαμε να σιγοβράζει τόσες ώρες από τη στιγμή που είχαμε συναντηθεί και η επιθυμία του να με κλείσει γυμνός στα δυο του χέρια κολλώντας με επάνω του ένιωθα ότι ήταν ότι πιο έντονο είχα ζήσει ερωτικά μέχρι εκείνη τη στιγμή στη ζωή μου.

Στο κεφάλι μου επικρατούσε το απόλυτο κενό και εγώ ήμουν αποδεσμευμένη από ενοχές και τυχόν ηθικές σκέψεις. Ήθελα απλά να το ζήσω όλο αυτό και τίποτα δεν θα άφηνα να μου το χαλάσει. Ήμουν αποφασισμένη να το ζήσω και μάλιστα σε μέγιστο βαθμό.

«Πάμε μέσα…;» Μου ψιθύρισε στο αυτί γλιστρώντας τα χείλη του από τα δικά μου. Οι ματιές μας λίγο αργότερα συναντήθηκαν με ένα αμυδρό χαμόγελο να ξεπροβάλλει γεμάτο συναισθήματα πόθου. Έσπρωξα λίγο περισσότερο την πόρτα και τότε το μπρελόκ με τα κλειδιά έκανε έναν μικρό ήχο σαν κουδούνισμα, αφήνοντας τον μεταλλικό ανανά που είχα σε σχέδιο να κρέμεται να τρεμοπαίξει πάνω στο πάτωμα. Πράγμα που του κέντρισε το ενδιαφέρον και τον έκανε να πιάσει τα κλειδιά σφίγγοντας τα στην παλάμη του. Με το δεξί του πόδι έσπρωξε την πόρτα κλείνοντας την και με τα κλειδιά στο ένα του χέρι με πλησίασε αργά ενώ λίγο πριν αφεθώ και πάλι στην αγκαλιά του τα πέταξε στο πάτωμα αποφασιστικά.

Αγκαλιασμένοι και με δική μου πρωτοβουλία έκανα τα πρώτα βήματα να κατευθυνθούμε στο υπνοδωμάτιο μου. Εκείνος όμως δίστασε και με τράβηξε προς τα πίσω.

«Ας μείνουμε εδώ…» Τον άκουσα να λέει ψιθυριστά και εγώ χαμογελούσα παιχνιδιάρικα.

«Μα… πάνω είναι το κρεβάτι μου…» Του απάντησα λίγο αργότερα διατηρώντας την ίδια διάθεση. Με μία κίνηση που με αιφνιδίασε με έριξε πάνω στα σκαλοπάτια προστατεύοντας την πίσω μεριά του σώματος μου. Μου κόπηκε η αναπνοή και τον κοίταξα τρομαγμένη. Όση ώρα του έλεγα ότι σε αυτό το σημείο θα ήμασταν κάπως άβολα, εκείνος αδιαφορούσε για την στιγμιαία γλυκιά γκρίνια μου και χάιδευε το σώμα μου κατευθυνόμενος προς τις γόβες μου βγάζοντας τες. Κοίταξα αμήχανα κάπως τα σκαλοπάτια γύρω μου και ενώ μέσα στο κεφάλι μου ήθελα σαν τρελή να του δοθώ κάπως ασυναίσθητα χιλιάδες μικρόβια παρέλασαν από μπροστά μου τη δεδομένη στιγμή. Μόνο το χάδι του ήταν ικανό να με αποσυντονίσει και να με κάνει να σκέφτομαι έντονα ότι έπρεπε να αφεθώ.

«Σε θέλω…» Ψέλλισε μέσα στο αυτί μου όσο με φιλούσε στο λαιμό όλο και πιο αργά. Μούσκεψαν τα πάντα μέσα στην λογική μου. Ακόμα και τα μικρόβια στη σκέψη μου είχαν εξαφανιστεί. Κλείδωσα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του αφήνοντας του ένα συνεχόμενο χάδι. Πόσο ήθελα να το ζήσω όλο αυτό! Τα χάδια του σε όλο μου το κορμί ήταν ότι πιο όμορφο μπορούσα να ζήσω από εκείνον. Και ενώ είχα αποδεσμεύσει τον εαυτό μου από σκέψεις και ενοχές ξαφνικά το πρόσωπο της Αντριάνας μου χτυπούσε απειλητικά την πόρτα του μυαλού μου. Η ανάσα του έπεφτε καυτή επάνω μου και όταν η παλάμη του χάιδεψε αργά το πόδι μου από κάτω προς τα πάνω σηκώνοντας μου τη φούστα, ένας ψίθυρος βγήκε από τα χείλη μου αργά:

«Η Αντριάνα…» Ο Μάκης σταμάτησε αυτόματα και με κοίταξε προβληματισμένος. Η έκφραση απορίας του έδειχνε ότι προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν άκουσε καλά. «Τι είπες;» Με ρώτησε απαλά αλλά συνοφρυωμένος. Τραβήχτηκα λίγο πιο πίσω αφήνοντας το σώμα μου σε μία μικρή απόσταση. Τον κοίταξα με λαχτάρα περιμένοντας μία αντίδραση από εκείνον.

«Είσαι παντρεμένος…» Διαπίστωσα σίγουρη και το κεφάλι μου χαμήλωσε σαν να μην ήμουν σίγουρη ούτε για τα συναισθήματα μου εκείνη τη στιγμή. Εκείνος αρχικά έκανε ένα νεύμα έτοιμος να μου μιλήσει και έπειτα σφράγισε τα χείλη του. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα εγώ συνέχισα να τον προκαλώ. «Είσαι παντρεμένος με την ψυχολόγο μου την Αντριάνα, σωστά;» Ξέσπασε σε βροντερά γέλια. «Πότε επιτέλους θα σταματήσει αυτή η καραμέλα; Ποιος σου τα είπε αυτά;» Λίγο αργότερα όμως τα μάτια του έβγαζαν σπίθες θυμού. Ήταν και οξύθυμος. Να και ένα χαρακτηριστικό του που δεν γνώριζα. Τελικά ήταν πολλά αυτά που δεν γνώριζα για εκείνον.

«Κανείς δεν μου τα είπε… Αλλά όλα τα γεγονότα εκεί οδηγούν… Ο άντρας της είναι ραδιοφωνικός παραγωγός… και η κόρη της πόσο σου μοιάζει!»

«Ηλίθια συμπεράσματα!» Έκρωξε και τον είδα να σηκώνεται αργά και απογοητευμένα.

«Που πας;» Τον ρώτησα αγχωμένη και οι κόρες των ματιών μου τρεμόπαιξαν και μόνο στην ιδέα ότι θα έφευγε.

«Καλύτερα να πηγαίνω…» Είπε τινάζοντας το σακάκι του όσο είχε ήδη σηκωθεί. «Δες όμως την περίπτωση μήπως τελικά δεν χρειάζεσαι ψυχολόγο αλλά ψυχίατρο!» Με ειρωνεύτηκε λίγο αργότερα και εγώ έμεινα μετέωρη από συναισθήματα στη σκάλα να τον κοιτάζω. Όταν μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, έτρεξα ξυπόλυτη αποφασιστικά και μπήκα μπροστά από την πόρτα ανοίγοντας τα χέρια μου διάπλατα σαν να τον εμπόδιζα να την ανοίξει.

«Όχι! Αρνούμαι να χαθούμε πάλι έτσι!» Τσίριξα σε έξαλλη κατάσταση. Έκανε ένα βήμα πίσω σταυρώνοντας τα χέρια του. Αφού με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω στην κατάσταση υστερίας που βρισκόμουν, χαμογέλασε για λίγο. Έπειτα σοβάρεψε και πάλι.

«Είσαι τρελή! Και αφού τελικά δεν μας βγαίνει ας το αφήσουμε!»

Πήρα μία βαθιά αναπνοή ενώ έτρεμα ολόκληρη. Τα μάτια μου είχαν γίνει υγρά σκεφτόμενη ότι θα τον έχανα πάλι και θα έμενα μόνη μου με ένα σορό αμφιβολίες. «Δεν θα φύγεις από εδώ αν δεν μου πεις την πραγματική αλήθεια με την Αντριάνα!» Τον πρόσταξα. Πλησίασε αργά και με το ύφος του με έκανε να πιστέψω ότι επιτέλους θα μου έδινε την πολυπόθητη απάντηση. Μόλις έφτασε σε απόσταση αναπνοής με τράβηξε από την πόρτα και αφού την άνοιξε, μου άφησε ένα βλέμμα απογοήτευσης και εξαφανίστηκε.

Είχα αρχίσει να ουρλιάζω τόσο δυνατά από τα νεύρα μου που ήμουν σίγουρη ότι η Αλέκα με άκουγε από το σπίτι της που ήταν χιλιόμετρα μακριά. Πως ήταν δυνατόν να με ακυρώσει έτσι εμένα; Εμένα δεν με είχε φτύσει ερωτικά ποτέ κανείς!

«Κάθαρμα!» Ούρλιαξα στον αέρα όλο θυμό και με μία κίνηση κλώτσησα με την γυμνή πατούσα μου την πόρτα. Πόνεσα και αυτό με έκανε να ταυτιστώ με τα εσωτερικά μου συναισθήματα. Μελαγχόλησα απότομα. Κατευθύνθηκα πολύ αργά μέχρι το σαλόνι πέφτοντας στον γωνιακό καναπέ μου και άφησα μερικές ματιές στους μισοσκότεινους τοίχους γύρω μου.

«Πως μπόρεσε να μου το κάνει αυτό;» Μουρμούρισα αγανακτισμένα αλλά με παράπονο, τραβώντας με μία απότομη κίνηση εκνευρισμού τις τούφες των μαλλιών μου πίσω από τα αυτιά μου. «Θέλω απλά να του σπάσω τα μούτρα!» Συλλογίστηκα αβέβαιη αλλά γρήγορα η ζάλη που ένιωθα από το αλκοόλ με έκανε να κλείσω αργά τα βλέφαρα μου την ώρα που οι παλμοί της έντασης μου έπεφταν όλο και περισσότερο ενώ η καρδιά και το σώμα μου, μου φώναζαν απεγνωσμένα πόσο τον ήθελα.

 

 

 

*

«Μη φωνάζεις…»

«Δεν έγινε τίποτα δηλαδή;» Η Αλέκα φύσαγε μπροστά μου σαν ανεμιστήρας. «Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω Σόνια!» Έσκουξε λίγο αργότερα. Η μουρμούρα της είχε κόψει χιλιόμετρα επάνω στη γλώσσα της από το πρωί που είχε μπει στο γραφείο μου. Και ενώ εγώ προσπαθούσα με το δεύτερο αναβράζον ντεπόν που έριχνα μέσα στο ποτήρι με το νερό, να βρω τρόπο να αποδεσμευτώ από τον πονοκέφαλο μου, εκείνη δεν έδειχνε κανένα έλεος!

«Δηλαδή ρε Σόνια! Παράτησες και εμένα και τον καημένο τον Αντρέα για αυτόν τον τύπο για να μην γίνει τίποτα στο τέλος; Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά!» Όταν έφερα το ποτήρι στα χείλη μου έκανα απανωτές σκέψεις αν έπρεπε να της πω πως είχαν τα σοβαρά πράγματα που έλεγε ή όχι. Αρκέστηκα στο να καθίσω αργά στην δερμάτινη καρέκλα μου. Ένιωθα το σώμα μου άλλωστε τόσο βαρύ και κουρασμένο. Το βλέμμα μου ανέβαινε αργά και διστακτικά προς το πρόσωπο της. «Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται…»

«Τι εννοείς;» Είπε στην τελευταία της ανάσα και έκατσε μπροστά από το γραφείο μου κοιτάζοντας με ανυπόμονα.

«Μάλλον… είναι παντρεμένος. Δηλαδή, έτσι πιστεύω… Εκείνος με τη στάση του το αρνείται… Αλλά ποιος παντρεμένος θα το παραδεχόταν;» Η Αλέκα έδειχνε σκεπτική. «Διασταυρωμένο;» Κόμπιασα για λίγο γιατί στο μυαλό μου από την ώρα που ξύπνησα επικρατούσαν όλες οι αντιδράσεις του αλλά κυρίως το απογοητευμένο βλέμμα του. «Δεν είναι και εκατό τις εκατό επιβεβαιωμένο… Και το χειρότερο δεν στο έχω πει…» Με κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. «Αν… Αν είναι παντρεμένος… Η γυναίκα του είναι η Αντριάνα…» Η Αλέκα σοβάρεψε για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα αναφώνησε: «Η ψυχολόγος σου;» Οι παλάμες της προσγειώθηκαν στα δυο της χείλη σφραγίζοντας τα από έκπληξη. Ένευσα θετικά. Γνώριζε απόλυτα άλλωστε τους ηθικούς μου φραγμούς. Μπορεί να είχα έναν έντονο ερωτικό κύκλο γνωριμιών αλλά ποτέ δεν θα έμπλεκα με έναν παντρεμένο, πόσο μάλλον όταν αυτός είχε και παιδιά και ήταν παντρεμένος έστω και με μία απλή γνωστή μου. Δεν ήμουν τόσο ανήθικη. Το ότι δεν έμπαινα στη λογική να κάνω μακροχρόνιες σχέσεις αυτό ήταν δικαίωμα μου άλλωστε! Κανείς δεν μπορούσε να μου πει πως θα διαχειριζόμουν την ερωτική μου ζωή και τους συντρόφους που θα συναναστρεφόμουν.

«Δύσκολα τα πράγματα…» Παραδέχτηκε και εκείνη στο τέλος και έδειξε για ακόμα μία φορά την ενόχληση της που παράτησα και εκείνη και τον Αντρέα στα καλά καθούμενα. «Δεν ήταν σωστό ούτε για τον Αντρέα αλλά ούτε για εμένα!» Την κοίταξα ικετευτικά. «Το γνωρίζω και εσένα ειδικά σου ζητάω συγνώμη!» Οι κόρες των ματιών της γύρισαν προς το μέρος μου. «Στον Αντρέα θα ζητήσεις συγνώμη;» Κούνησα αδιάφορα τους ώμους. «Δεν είσαι τελικά ερωτευμένη μαζί του, σωστά; Ούτε τον σκέφτεσαι τόσο σοβαρά όσο ήθελες να με πείσεις τις προάλλες» Διαπίστωσε και εγώ πετάρισα παιχνιδιάρικα τα βλέφαρα μου συμφωνώντας μαζί της. Έτριψε για λίγο με τα δάχτυλα της το πιγούνι της.

«Εφόσον λοιπόν αυτός ο τύπος εξαφανίζεται… Ένας τρόπος υπάρχει!»

Την άκουγα με τα αυτιά να έχουν πάρει το σχήμα δορυφόρων. Τα μάτια της στένεψαν όλο σιγουριά στα δικά μου.

«Θα τα μάθεις όλα από την ίδια την Αντριάνα! Και έπειτα, θα βγεις στην επίθεση! Εμπιστεύσου με!»

«Με τρομάζεις…» Της αποκρίθηκα ξαφνιασμένα και ένιωσα ήδη να μουδιάζω ολόκληρη και μόνο στη σκέψη. Ανατρίχιασα όταν με διαπέρασε η εικόνα να κάνω αυτή τη συζήτηση με την Αντριάνα. Αλλά μέσα στο μυαλό μου στριφογύριζε μόνο μία φράση που με έκανε να νιώθω ότι επιτέλους είχα αποκτήσει μία πολύ καλή σύμμαχο σε όλο αυτό που βίωνα τόσο καιρό. «Η Αλέκα είχε απόλυτο δίκιο!»

 

 

 

*

 

Τέσσερις ώρες αργότερα και αφού εκείνη τη μέρα είχα δώσει τελικά ρεπό στον εαυτό μου ακυρώνοντας τα πάντα, έφτασα σπίτι μου αρχίζοντας μανιωδώς και παρά την κούραση που ένιωθα να κάνω δουλειές και να τακτοποιώ τον χώρο γύρω μου. Η μόνη συντροφιά που είχα ήταν οι γάτες μου που περιφέρονταν από την ανοιχτή μπαλκονόπορτας της κουζίνας, περιορισμένα σε αυτό το σημείο του σπιτιού νιαουρίζοντας. Όση ώρα το ξεσκονόπανο στα χέρια μου είχε πάρει στην κυριολεξία φωτιά, έκανα ανασκόπηση ολόκληρης της χθεσινής βραδιάς μέσα στις αναμνήσεις μου.

Η Αλέκα είχε έρθει να με πάρει και όταν φτάσαμε στο μπαράκι λίγο πιο έξω από την πόλη, επικοινώνησα με τον Αντρέα για να έρθει να μας βρει. Ήταν φυσικό και επόμενο, να τον χρησιμοποιώ γενικά ακόμα και στον ίδιο μου τον εαυτό, σαν το τέλειο άλλοθι, για να δικαιολογώ το εγκληματικό συναίσθημα που ένιωθα εκείνο το διάστημα για τον Μάκη. Κάτι που φυσικά με είχε βγάλει εξολοκλήρου έξω από τα νερά μου μιας και με έκανε να χάνω τον έλεγχο σε όλα. Με άγχωνε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να διαχειριστώ τα συναισθήματα μου που ώρες και φορές ήθελα να αλλάξω πόλη αλλά και χώρα για να φύγω μακριά από αυτό το άγνωστο συναίσθημα!

Και πάνω που κοίταζα ανυπόμονα την είσοδο του μπαρ θέλοντας να πείσω την Αλέκα αλλά και τον εαυτό μου ότι ανυπομονούσα να έρθει ο Αντρέας, ξεπροβάλλει η πιο βαθιά επιθυμία μου σαν να είχε ακούσει το κάλεσμα της καρδιάς μου. Εκείνη τη στιγμή που τον είδα στην είσοδο του μπαρ, το μόνο που θυμάμαι έντονα είναι ότι από το καρδιοχτύπι και την αναταραχή μου κόλλησα τα χείλη μου στο καλαμάκι και ρούφηξα μονομιάς τη βότκα λεμόνι αφήνοντας την να κάψει κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Αν ήταν δυνατόν θα ήθελα να εξαφανιστώ εκείνη την ώρα, περισσότερο γιατί δεν υπολόγιζα ποτέ μου ότι σε εκείνο το απόμερο μπαράκι θα τύχαινε να συναντήσω εκείνον. Η Αλέκα είδε την ταραχή μου αλλά εγώ προσπάθησα να το παίξω άνετη.

«Εκείνος ο τύπος σε κυνηγάει τελικά παντού…» Είπε γελώντας ενώ συνέχιζε να κουνιέται ρυθμικά μπροστά μου. «Έλα ας μη χαλιόμαστε για εκείνον!» Συνέχισε και άφησα ένα αχνό χαμόγελο ενώ γύρισα απότομα την πλάτη μου προς εκείνον θέλοντας να κρυφτό από το οπτικό του πεδίο και νόμιζα ότι τα είχα καταφέρει. Με τις κλεφτές ματιές που έριξα όμως προς το μέρος του λίγο αργότερα, είχα εντοπίσει ότι καθόταν με έναν φίλο του δίπλα από την είσοδο, όρθιος μπροστά από το τραπέζι τους. Έδειχνε αδιάφορος αλλά σε ένα δευτερόλεπτο τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν και οι χτύποι της καρδιάς μου, μου υπενθύμιζαν ότι από τα απωθημένα δεν μπορείς να ξεφύγεις εύκολα. Λίκνιζα αργά το κορμί μου προς την μεριά της Αλέκας ενώ είχα το νου μου στο να δείχνω όσο πιο άνετη μπορούσα. Όταν ο Αντρέας μπήκε μέσα και μας πλησίασε, το πρώτο πράγμα που έκανα είναι να τον αγκαλιάσω επιδεικτικά, τσεκάροντας με την άκρη του ματιού μου την αντίδραση του και τότε αντί για αντίδραση είδα την πλάτη του να είναι γυρισμένη ήδη προς το μέρος μας, πράγμα που φυσικά με είχε εξοργίσει! Πως ήταν δυνατόν να του ήμουν τόσο αδιάφορη τελικά!

Μία ώρα σχεδόν αργότερα και ενώ ο Αντρέας έδειχνε έντονα το ενδιαφέρον του απλώνοντας το ξερό του αγκαλιάζοντας την μέση μου, εγώ ήμουν τρυφερή μαζί του και έπιανα τον εαυτό μου να  απολαμβάνει  το γεγονός ότι κάπου τριγύρω μας βρισκόταν ο Μάκης και μας παρακολουθούσε. Χαμογελούσα μέσα στην αγκαλιά του και εκείνος παρά το ότι ήθελε, δεν τον άφηνα να εκδηλωθεί σε περαιτέρω χειρονομίες που να πρόδιδαν έντονα την μεταξύ μας σχέση.

Όπως κατευθυνόμουν αγέρωχη πάνω στις πανάκριβες γόβες μου προς τις γυναικείες τουαλέτες, λίγο πριν μπω μέσα ένιωσα ένα χέρι να κλειδώνει με δύναμη πάνω στο μπράτσο του χεριού μου. Με τράβηξε κοντά του κόβοντας μου την αναπνοή. Ακόμα και το άρωμα του ήταν ότι πιο τέλειο είχα μυρίσει στη ζωή μου και μου είχε λείψει αυτή η μυρωδιά τελικά τόσο πολύ.

«Τι θέλεις;» Τον ρώτησα κάπως τρομαγμένη και τραβήχτηκα προς τα πίσω ελαφρά ενώ με ξανά έφερε κοντά του χωρίς να με αφήσει λεπτό. Τα δάχτυλα του πίεζαν το μπράτσο μου. Το βλέμμα του ήταν έντονο. Μαγνητικό. Αδύνατον να του αρνιόμουν το οτιδήποτε. Δεν μίλησε. Με τράβηξε προς την πίσω έξοδο του μπαρ και με πρόσταξε γλυκά όσο δεν με είχε αφήσει λεπτό από το χέρι να πάμε προς το αυτοκίνητο μου.

«Μπες μέσα!» Σχεδόν με διέταξε και αυτή η γοητεία που είχε στον τόνο της στιβαρής φωνής του με έκανε να τα χάσω. Για λίγο κοντοστάθηκα και έπειτα αναζήτησα τα κλειδιά μέσα στην τσάντα μου. Μόλις τα εντόπισα πριν ανοίξω, κόλλησα τα χέρια μου πάνω στο καπό του αυτοκινήτου αφήνοντας του ένα χαμόγελο ικανοποίησης και νοσταλγίας μαζί. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον όσο εκείνος παρέμενε στην απέναντι μεριά του συνοδηγού περιμένοντας να ανοίξω.

«Σπίτι μου;» Ρώτησα με πόθο και τα μάτια μου γυάλιζαν από την κοινή μας επιθυμία. Καμία απάντηση. Μπήκαμε μέσα και χαθήκαμε στους δρόμους σαν κλέφτες μέσα στην νύχτα για να βρούμε καταφύγιο διαφυλάσσοντας το δικό μας έγκλημα. Ώσπου η σκέψη μου μετά από αυτό με έφερε μέσα στο σπίτι. Πάνω στα πρώτα σκαλοπάτια του διαδρόμου μου που ήταν απέναντι ακριβώς από την είσοδο του σπιτιού μου. Ήμουν πολύ κοντά στο να ζήσω την πιο βαθιά επιθυμία μου. Και έπειτα; Έπειτα είμαι τόσο ηλίθια τελικά στο να μην αφεθώ και να ζήσω αυτό που λαχταρούσα όσο τίποτα στη ζωή μου; Αναρωτήθηκα σιωπηλά. Κοίταξα ενστικτωδώς τα τρία μου γατιά που χαϊδεύονταν μεταξύ τους.

«Ναι! Είμαι τόσο ηλίθια τελικά!» Παραδέχτηκα βροντερά στον εαυτό μου κάνοντας τις γάτες μου να κοιτάξουν προς το μέρος μου.

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ~

 

«Pixie μου… Ποτέ δεν θα καταφέρω να είμαι μαζί με τον άντρα των ονείρων μου…» Παραπονέθηκα όση ώρα εκείνη τριβόταν μέσα στην παλάμη μου. Τα άλλα δύο τετράποδα μου, είχαν απομακρυνθεί παίζοντας προς την μεριά της μπαλκονόπορτας. Τα λόγια του Μάκη στριφογύριζαν στο μυαλό μου κάνοντας τον προβληματισμό μου ακόμα πιο έντονο. Είχε δίκιο η Αλέκα. Έπρεπε να τα μάθω όλα και με λεπτομέρειες γιατί όντως μπορεί να τον είχα αδικήσει. Δεν είχα ιδέα όμως για το τι σχέδιο είχε σκαρφιστεί το μυαλουδάκι της. Μέχρι τη μέρα που η επίσκεψη στην Αντριάνα ήταν πιο απρόσμενη και από τη συνάντηση μου με τον Μάκη.

«Δεν είμαι καλά Αντριάνα μου… Χάνομαι. Σβήνω. Καίγομαι σου λέω!» Η Αλέκα πήγαινε κατευθείαν για το όσκαρ και εγώ μπροστά της μένοντας αποσβολωμένη, είχα γουρλώσει τα μάτια μου κοιτάζοντας την από πάνω μέχρι κάτω. Τελικά ήταν και άσχετη με την λέξη παντομίμα και οι άγαρμπες κινήσεις της σε συνδυασμό με την λεπτή φωνή της που έμοιαζε σχεδόν παιδική, την έκαναν να φαίνεται αστεία. Η Αντριάνα πάλι περίμενε υπομονετικά να ολοκληρώσει τον παραλογισμό της, μην γνωρίζοντας ποια ήταν αυτή η τρελή που είχα φέρει για πρώτη φορά στο ραντεβού μου. Αρκέστηκε στο να περιμένει να τις συστήσω. Όταν το βλέμμα της Αντριάνας έπεσε ξαφνιασμένο επάνω μου, εγώ της άφησα ένα παγωμένο χαμόγελο και όταν άνοιξα το στόμα μου έτοιμη να απολογηθώ, η Αλέκα κοιτάζοντας με, με την άκρη του ματιού της σοβάρεψε κάπως απότομα και πετάχτηκε μπροστά μου.

«Αχ Αντριάνα μου… Είναι λογικό να ξαφνιάζεσαι με την επίσκεψη μιας άγνωστης!» Παραδέχτηκε και αμέσως μπήκε στο ψητό αφήνοντας τις γύρω σάλτσες να πιτσιλίσουν παντού. «Το πρόβλημα μου είναι σοβαρό!» Συνέχισε και εγώ για μια στιγμή είχα ξεχάσει την ύπαρξη της Αντριάνας αγωνιώντας για τη συνέχεια της ιστορίας. Κρεμόμουν στην κυριολεξία από τα χείλη της Αλέκας που για μια στιγμή δεν την αναγνώριζα.

«Άσε την φίλη μου και πιάσε το δικό μου φλέγον θέμα!» Επισήμανε εκείνη και το ύφος της συνέχισε να είναι υποκριτικό. Δεν με έπειθε ότι θα μπορούσε να γίνει και τόσο καλή ηθοποιός. Η Αντριάνα περίμενε και εκείνη τη συνέχεια με ανυπομονησία. Τα βλέφαρα της Αλέκας πετάρισαν.

«Ο άντρας μου. Τα έχει με παντρεμένη! Δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ!» Αναστέναξε ξεφυσώντας με ένα άκρως θεατρικό ύφος. Εγώ από την άλλη δεν πίστευα στα αυτιά μου. Που το πήγαινε τελικά; Η Αντριάνα με κοίταξε επιδοκιμαστικά.

«Δεν θα είναι παρήγορο αν σου παραδεχτώ ότι αυτό είναι συχνό φαινόμενο…» Κατάφερε να της πει με όλη της την ειλικρίνεια και έπειτα της ανέλυσε κάποιες τεχνικές για τον τρόπο που έπρεπε να δείχνει αλλά και να παραμένει ψύχραιμη.

«Τι μου λες! Είναι ανήθικο! Εσύ τι θα έκανες αν ο άντρας σου τσιλιμπούρδιζε;» Η υστερία της Αλέκας έδινε ρεσιτάλ. Εγώ άρχισα να ξεροκαταπίνω. Τελικά είχα αρχίσει να υποψιάζομαι στο που καθοδηγούσε με τον μοναδικό της τρόπο την συζήτηση αυτή. Είχε βγει για ψάρεμα η Αλέκα μας και μάλιστα ψάρευε λαβράκια! Το βλέμμα μου όμως αυτόματα χαμήλωσε σχεδόν ενοχικά, ενώ με την άκρη του ματιού μου προσπαθούσα να καταλάβω τις αντιδράσεις της Αντριάνας.

«Μη μου πεις ότι δεν σου έχει τύχει!» Αναφώνησε επίμονα η Αλέκα δείχνοντας και καλά αγανακτισμένη. Η Αντριάνα προσπαθούσε να μην χάνει την αισθητική της και να μην παρασύρετε από τις ερωτήσεις της Αλέκας.

«Δεν έχει σχέση αν μου έχει τύχει ή όχι…» Έσπευσε να τονίσει αλλά η Αλέκα την διέκοψε με την επίμονη στάση υστερίας που έδειχνε ότι διατηρούσε ώρα τώρα. «Έχει! Πως δεν έχει! Πέρα από γιατρός της ψυχής είσαι και γυναίκα! Πάνω – κάτω τα ίδια βιώματα έχουμε όλες! Και δεν φτάνει που τσιλιμπουρδίζει αλλά το κάνει και με μία καλή μου πελάτισσα!» Κρύος ιδρώτας έλουσε τα φρεσκολουσμένα μου μαλλιά και οι μπουκλίτσες με τις χρυσές αποχρώσεις τους που έπεφταν τώρα μέχρι πιο κάτω από τον ώμο μου σαν να τους αγκάλιαζαν με έκαναν να ξεχάσω κάθε ίχνος θηλυκότητας που επικρατούσε επάνω μου γιατί ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Είχα καταλάβει που το πήγαινε η πονηρή κολλητή μου. Παρέμεινα σιωπηλή όμως περιμένοντας να ακούσω την απάντηση όση ώρα η καρδιά μου με καλούσε να απομακρυνθώ από αυτό το σιωπηλό πεδίο μάχης.

Η Αντριάνα άρχισε να δίνει στην Αλέκα κάποιες συμβουλές όση ώρα εκείνη προσποιούνταν ότι κλαψούριζε για την δυστυχία που την είχε βρει. Και πάνω που και εγώ τα είχα χάσει εντελώς με το κακό της θέατρο γύριζα κάθε τρεις και λίγο και τσέκαρα την ψυχολόγο μου που έβγαλε αργά τα γυαλιά μυωπίας της ακουμπώντας τα στο γραφείο της μπροστά της και αναστενάζοντας σαν γυναίκα πλέον και όχι σαν επιστήμονας. Φαινόταν ότι το κόλπο της πανούργας φίλης μου την έπειθε.

«Σταμάτα πια βρε κορίτσι μου! Μου έχεις ραγίσει την καρδιά!» Άκουσα την Αντριάνα να της λέει παρηγορητικά και τότε επιβεβαίωσα μέσα μου τις υποψίες ότι την είχε πείσει τελικά. Η Αλέκα πάλι ούτε που ξέρω με ποια τεχνική κατάφερε να αφήσει ένα δάκρυ να ξεγλιστρήσει από την άκρη των ματιών της. Κάτι που με έκανε να γείρω το κεφάλι μου προς το μέρος της στενεύοντας τα μάτια μου επάνω στα δικά της. Είχα μείνει άφωνη!  Παρόλα αυτά έδειχνε να ρίχνει τους τόνους της έντασης της.

«Πώς να ηρεμήσω γιατρέ μου, μου λέτε; Κοντεύω να τρελαθώ! Ο Μάκης μου… Ο δικός μου ο Μάκης… Με κερατώνει!» Αυτό ήταν. Δεύτε τελευταίον ασπασμών. Ο πανικός έτρεχε χιλιόμετρα μέσα μου κάθε φορά που τόνιζε το όνομα του και εγώ με χέρια που έτρεμαν, άπλωσα το χέρι μου και άρπαξα το ποτήρι με το νερό της ψυχολόγου μου που ήταν σχεδόν δίπλα της πίνοντας το μονορούφι. Με κοίταξαν και οι δύο σαστισμένα. Η Αλέκα προσπάθησε να σώσει την κατάσταση συνεχίζοντας τον δήθεν παραλογισμό της.

«Μάκη είπες τον λένε;» Ρώτησε η ψυχολόγος και έδεσε τα δάχτυλα των χεριών της πάνω στο γραφείο της. Η Αλέκα έμοιαζε να απορροφά κάθε αντίδραση της. Εγώ πάλι άφησα το σώμα μου βαρύ να πέσει πάνω στην καρέκλα βλέποντας την αντίδραση της. Σίγουρα χρειαζόμουν πρώτες βοήθειες μετά από όλο αυτό!

«Ναι, γιατί ρωτάτε;» Συνέχισε αδιάφορα και η Αντριάνα αναστέναξε. «Έχει κάποια σημασία το όνομα μήπως;» Η αφέλεια της εκείνη την ώρα χτυπούσε κόκκινο, αλλά όχι. Εκείνη την πονηροαφέλεια ήθελε να την δρομολογήσει στο να της τα πει όλα τελικά.

«Όχι βέβαια…» Παραδέχτηκε η Αντριάνα και η Αλέκα ξανά γύρισε την κουβέντα εκεί που την έκαιγε. «Το όνομα είναι σπάνιο αλλά όχι ικανό να μην είναι γυναικάς!» Συνέχισε με υπεροψία δήθεν θιγμένη από την προσωπικότητα του φανταστικού της συζύγου. «Ου μπλέξεις με Μάκη! Δεν έχεις ιδέα από Μάκηδες εσύ Αντριάνα μου!» Τσίριξε λίγο αργότερα σηκώνοντας το χέρι της στον αέρα ειρωνικά.

«Εμένα μου λες…» Ψιθύρισα αυθόρμητα και τότε σφράγισα αμέσως τα χείλη μου κοιτάζοντας την Αντριάνα.

«Μη μου πείτε ότι έχετε μπλέξει και εσείς με Μάκη;» Επέμεινε η Αλέκα ξέπνοη πια και ο τόνος της φωνής της έδειχνε έκπληκτος αλλά και ήπιος.

«Όχι… Όχι… Ο άντρας ο δικός μου είναι…» Η πόρτα χτύπησε και ο χτύπος της διέκοψε τον ειρμό της Αντριάνας!

«Φτου γαμώτο!» Μουρμούρισε η Αλέκα και εκείνη την ώρα η πόρτα άνοιξε μετά το κάλεσμα της Αντριάνας για την παράκληση της γραμματέως της.

«Με συγχωρείτε για λίγο…» Αποκρίθηκε όλο γλύκα και ηρεμία και απομακρύνθηκε αφήνοντας μας μόνες μας στο γραφείο της.

Με τα μάτια μου κάρφωσα την Αλέκα. Εκείνη μου άφησε ένα ναζιάρικο χαμόγελο.

«Τι είναι αυτό το θεατρικό παραλήρημα μου λες; Πως είσαι έτσι ντυμένη;» Τα μάτια μου αγκάλιασαν το στυλιστικό της ντεμπούτο θέλοντας να εστιάσω κάπου για να μην τσιρίξω. Έμοιαζε με πιστή αντιγραφή δική μου.

«Γιατί; Τι έχω;» Αναρωτήθηκε και άπλωσε το πόδι της αφήνοντας την γάμπα της να ξεπροβάλλει από τη φούστα της μέχρι το γόνατο, μέσα από την στάση που είχε πάρει. «Επειδή φοράω αυτό το συντηρητικό ταγεράκι που θυμίζω εσένα στην επαγγελματική σου εκδοχή; Πως θα με έπαιρνε στα σοβαρά;»

«Αλέκα πάμε να φύγουμε! Λίγο κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό!»

«Δεν πάω πουθενά αν δεν πάρουμε τις πληροφορίες που θέλουμε!» Σταύρωσε πεισματικά τα χέρια μπροστά από το στήθος της.

«Σήκω να φύγουμε! Θα γίνουμε ρεζίλι αν μας καταλάβει!»

«Πας καλά; Λίγο ήθελε να μας ξεράσει το όνομα του άντρα της! Και ναι! Δεν τον λένε Μάκη τελικά! Άσε να το επιβεβαιώσουμε!»

«Ντρέπομαι τόσο μα τόσο πολύ…» Έπιασα το μέτωπο μου σχεδόν απελπισμένα.

«Και αν είναι και αυτός ένας εργένης – μπακούρης σαν εσένα; Και αν αυτός ο Μάκης… είναι ο άντρας της ζωής σου τελικά Σόνια;»

Η Αντριάνα πλησίασε και η πόρτα έκλεισε με το που μπήκε. Τα στόματα μας σφραγίστηκαν αυτόματα.

«Συγνώμη που διέκοψα τη συζήτηση μας αλλά βλέπετε όταν έχεις δύο παιδιά όλα μοιάζουν απρόβλεπτα… Λοιπόν… Που είχαμε μείνει;»

Εγώ δάγκωνα μανιωδώς τα χείλη μου ενώ το πόδι μου ταλαντεύονταν όλη αυτή την ώρα εμμονικά από το άγχος μου. Το στομάχι μου στριφογύριζε και η αίσθηση δυσφορίας ήταν όλο και πιο έντονη.

«Στο αν λένε τελικά και τον δικό σου άντρα Μάκη;» Κάγχασε η Αλέκα και η σοβαροφάνεια της τσάκιζε κόκκαλα. Ξαφνικά είχε ξεχάσει και το δράμα της και τα κλάματα της και τον παραλογισμό της. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να αποσπάσει αυτή την πληροφορία. Την σκούντηξα ελαφρά με το πόδι μου και εκείνη με κοίταξε απότομα. Η Αντριάνα όμως δεν είχε καταλάβει τίποτα.

«Ο δικός μου άντρας είναι μοναδική εξαίρεση στον κανόνα… Μην το ψάχνετε…»

«Ναι, αλλά δεν τον λένε Μάκη;»

Χαμογέλασε στην επίμονη ερώτηση της Αλέκας.

«Όχι! Ευτυχώς ή δυστυχώς τον λένε… Άγγελο. Και όντως είναι ένας άγγελος και είναι και ένας πολύ καλός μπαμπάς! Δεν ξέρω πόσο παρήγορο ακούγεται τώρα αυτό για τη δική σου περίπτωση και είναι και τέρμα αντιεπαγγελματική η συζήτηση μας τώρα που το σκέφτομαι!»

Η Αλέκα σηκώθηκε αυθόρμητα με ένα χαμόγελο στα αυτιά ενώ η δική μου ικανοποίηση με είχε σφηνώσει στην καρέκλα. Είχα απανωτό καρδιοχτύπι που με έκανε να θέλω να φωνάξω από χαρά. Η Αντριάνα πάλι που δεν είχε καταλάβει τις αντιδράσεις μας, μας παρακολουθούσε σαν χαμένη.

«Δεν πειράζει Αντριάνα μου! Είσαι τελικά πολύ τυχερή! Καιρός να πηγαίνουμε εμείς! Σόνια σήκω επιτέλους!» Η Αλέκα με σκουντούσε ενώ γρήγορα με τράβηξε από το μπράτσο για να ανασηκωθώ. Η Αλέκα ανοιγόκλεινε όλο ευχαρίστηση τα βλέφαρα της και η Αντριάνα δεν μπορούσε πια να δώσει καμία επιστημονική εξήγηση για την εναλλαγή της συμπεριφοράς της.

«Είναι απλώς τρελή…» Της ψιθύριζα σοβαρή όση ώρα η Αλέκα είχε ανοίξει την πόρτα του γραφείου και με καλούσε ενθουσιασμένη να φύγουμε. «Σόνια τσακίσου!»  

Και κάπως έτσι αφήσαμε πίσω μας την ψυχολόγο – Αντριάνα να έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό χωρίς να μπορεί να αρθρώσει την παραμικρή λέξη. Αποχαιρετώντας εγκάρδια την γραμματέα, πιαστήκαμε αλά μπρατσέτο και βγήκαμε στο πεζοδρόμιο με αυτοπεποίθηση.

«Με παραδέχεσαι;» Γελάσαμε έξω από το κτήριο που επισκεπτόμουν κάθε Παρασκευή και η βασική μου υποψία είχε διαλυθεί πια μέσα μου αφήνοντας μου το πεδίο ελεύθερο. Έσφιξα την Αλέκα από το μπράτσο επάνω μου. «Τι θα έκανα εγώ χωρίς εσένα τρελή φίλη μου;» Την ρώτησα με μάτια που έκαιγαν από τα ζεστά μου συναισθήματα για εκείνη. Η Αλέκα πήρε την τρούφα των μαλλιών μου και την έβαλε πίσω από το αυτί μου.

«Προχώρα τη ζωή σου και γίνε ευτυχισμένη…» Μου είπε με ειλικρίνεια και αγάπη.

«Λες η ευτυχία μου τελικά να είναι αυτός που από τη μία μου σπάει τόσο πολύ τα νεύρα και από την άλλη θέλω να βρίσκομαι συνέχεια στην αγκαλιά του;»

«Αυτό ακριβώς λέω…»

«Άκου Άγγελο; Ο δικός μου άντρας είναι ένας άγγελος;» Επανέλαβε κοροϊδευτικά τα λόγια της Αντριάνας. Έπειτα σταμάτησε απότομα και με κοίταξε και πάλι στα μάτια με σκανδαλιάρικη διάθεση. «Μα και βέβαια είναι ένας άγγελος! Τώρα που το καλοσκέφτομαι σαν θαύμα μοιάζει όλο αυτό που ζήσαμε!»

«Όχι και θαύμα!» Αποκρίθηκα ψυχρά θέλοντας να της δείξω ότι είχα πάθει απανωτά εγκεφαλικά.

«Εντάξει! Βγήκες ζωντανή! Οπότε… Ένα θαύμα θα σε έσωζε! Ένα θαύμα βγαλμένο από την σημερινή κωμική θεατρική μου επιτυχία!»

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ~

«Μιχάλης… Αλέξης… Γιώργος… Αντρέας… Νίκος… Φάνης… … Πόσα χαρτάκια πια έχεις εδώ μέσα;» Η Αλέκα έπιασε στη χούφτα της μερικά από αυτά και τα ξαναέβαλε στο συρτάρι δίπλα από το κομοδίνο μου.

«Όλα τα ονόματα εκτός από το δικό του…» Μουρμούρισα μελαγχολικά στρέφοντας το ενδιαφέρον μου έξω από το παράθυρο του δωματίου μου. Εκείνη με πλησίασε απλώνοντας το χέρι της προς το μπράτσο μου σαν ένδειξη συμπαράστασης.

«Άντε! Ντύσου να γίνεις μία κούκλα! Και που ξέρεις μπορεί να τον συναντήσεις ξανά στο μπαρ που θα πάμε! Εσάς παιδί μου σας κανονίζει ραντεβού το κάρμα!» Αναστέναξα. «Και αν δεν τον συναντήσω αυτή τη φορά;» Η Αλέκα κούνησε αδιάφορα τους ώμους της. «Τουλάχιστον θα περάσουμε καλά! Δεν θα κάτσουμε ακόμα ένα βράδυ μέσα να μαραζώσουμε!»

Πλησίασα αργά προς την ντουλάπα ανοίγοντας την ανόρεχτα. Εκατοντάδες φορέματα μέσα στο εσωτερικό της και για πρώτη φορά δεν είχα καμία όρεξη να ντυθώ, να ετοιμαστώ και έξω να βγω. Γύρισα το βλέμμα μου προς την Αλέκα που είχε απλωθεί πάνω στο κρεβάτι αγκαλιάζοντας όλη την επιφάνεια του με τα χέρια ανοιχτά.

«Να βάλεις εκείνο το πετρόλ φουστάνι που έχει το σκίσιμο στο πλάι! Να σε δει ο κύριος Μάκης να πέσει σύξυλος από πόθο! Και τότε θα σου πω εγώ αν θα σε ξανά αφήσει στα κρύα του λουτρού!»

Μου έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι. Για μια στιγμή η σκέψη της με παρέσυρε σε εκείνη τη σκηνή που εκείνος έμπαινε στο μπαρ όπου βρισκόμασταν – τυχαία φυσικά – και βλέποντας με ξεροστάλιαζε δίπλα μου όλο το βράδυ σαν να με παρακάλαγε με το βλέμμα του να του παραδοθώ. Μου έφτιαξε τη διάθεση η σκέψη και μόνο και αμέσως της χαμογέλασα αφήνοντας την αυτοπεποίθηση μου να επανέλθει. Τίναξα το μαλλί μου σηκώνοντας ελαφρά το πρόσωπο μου. Ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι θα τον συναντούσα και μάλιστα αυτή τη φορά θα τον έκανα να σέρνεται στα πατώματα για χάρη μου. Φυσικά και θα γινόμουν μία κούκλα και εκείνο το πετρολ φόρεμα τελικά ήταν η Κόλαση μεταμορφωμένη για κάθε αρρωστημένη αντρική φαντασίωση. Αυτό θα φορούσα χωρίς δεύτερη σκέψη!

*

 

Δύο ώρες μετά τσέκαρα τις τελευταίες μου πινελιές από τον εσωτερικό καθρέφτη του αυτοκινήτου μου. Η Αλέκα καθόταν χαλαρή στη θέση του συνοδηγού γκρινιάζοντας για ακόμα μία φορά όσο επέμενα να φορέσει την ζώνη της. Αυτή τη σκηνή την ζούσαμε επανειλημμένα και ενώ γνωρίζαμε και οι δύο ότι στο τέλος θα την έβαζε – όπως πάντα – εκείνη συνέχιζε να γκρινιάζει σαν ανυπάκουο κακομαθημένο παιδί.

Κάπως στρατηγικά είχαμε διαλέξει ένα από τα προηγούμενα μπαρ που τον είχαμε συναντήσει τυχαία και με τα μάτια μου να θυμίζουν ραντάρ και όχι κόρες οφθαλμού, μπήκα από την είσοδο με βήμα σταθερό κουνάμενη σινάμενη, κοιτάζοντας διακριτικά με τις άκρες των ματιών μου δεξιά και αριστερά. Το βράδυ κυλούσε αδιάφορα παρά το γεγονός ότι ο μισός αντρικός πληθυσμός εστίαζε στο sexy σκίσιμο του φορέματος μου έτοιμος να υποκλιθεί μόνο με ένα μου νεύμα και να αρχίσει να φιλάει τον γυμνό γοφό μου. Δεν είχα όμως καμία όρεξη και αυτά τα επίμονα λιγούρικα βλέμματα τους με εκνεύριζαν. Αν δεν είχα τα μάτια που επιθυμούσα καρφωμένα επάνω μου, τίποτα δεν μπορούσε να μου τονώσει πια την γυναικεία μου φιλαρέσκεια.

«Πάμε να φύγουμε;» Ρώτησα λίγο αργότερα την Αλέκα βαριεστημένα έτοιμη να κλάψω από απογοήτευση. Εκείνη μου χαμογέλασε. Προσπαθούσε να δείχνει ευδιάθετη και η αλήθεια είναι ότι το κατάφερνε καλά. Σαν να είχε αλλάξει κάτι επάνω της τελευταία. Κάτι που την έκανε να λάμπει από ευτυχία. Απέδωσα την αλλαγή της αυτή στη σχέση της με τον Πάνο. Ίσως να είχε γίνει κανένα από εκείνα τα θαύματα που παρακαλούσε όλο τον καιρό και επιτέλους να της είχε δώσει την απαιτούμενη προσοχή του.

«Πάμε!» Αναστέναξε κοιτάζοντας με νοσταλγικά γιατί αναγνώριζε το ότι όλες οι σκέψεις μας για την τυχαία συνάντηση είχαν πέσει στο απόλυτο κενό. Όσο βγαίναμε από το μπαρ βηματίζοντας αργά προς το αυτοκίνητο μου, τόσο οι σκέψεις της δεν έμοιαζαν να με παρηγορούν.

«Τι θα κάνεις αν δεν τον βρεις ξανά;» Ήταν μία σκέψη που δεν είχε περάσει καν από το μυαλό μου. Εκείνη τη στιγμή όμως συνειδητοποίησα ότι μέσα στο σύμπαν ήμουν τελικά πολύ τυχερή που τον είχα συναντήσει τυχαία κάποιες φορές γιατί αυτή τη φορά δεν είχα σταθεί και τόσο τυχερή τελικά. Την κοίταξα έντρομη στη σκέψη και μόνο.

«Λες να έχει φύγει δηλαδή; Από την πόλη ή ακόμα και από την χώρα;» Ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται σταδιακά μπροστά στην ακραία εκδοχή του δικού μου σεναρίου. Το μυαλό μου θόλωσε. Η καρδιά μου χτυπούσε ρυθμικά.

«Ας μην σκεφτόμαστε αρνητικά γιατί φτάνεις στα όρια του παραλογισμού! Κακώς σου έκανα αυτή την ερώτηση! Ξέχασε την Σόνια!» Η Αλέκα άσπρισε στο θέαμα μου. Φοβήθηκε την αντίδραση μου. Έπιασε το χέρι μου και άρχισε να κατευθύνει το βήμα μας συγχρονισμένα. «Μία κακή σκέψη ήταν και πρέπει να την ξεχάσουμε!»

«Και αν όντως δεν τον βρω ποτέ; Τι θα κάνω; Τώρα που ξέρω ότι δεν είναι παντρεμένος με την Αντριάνα! Τώρα πρέπει να μας κανονίσει ένα σοβαρό ραντεβού αυτή η ζωή! Αυτή μας έφερε κοντά τόσες φορές άλλωστε!» Γκρίνιαξα υστερικά, έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Η Αλέκα προτίμησε να μην απαντήσει. Παρέμεινε αρκετά προβληματισμένη. Όταν επιτέλους καταφέραμε με τα χίλια ζόρια και μπήκαμε στο αμάξι μου, τσέκαρε νευρικά το κινητό της ενώ εγώ συνέχιζα να μονολογώ:

«Και αν έχει βρει άλλη; Θα αυτοκτονήσω! Να το ξέρεις!» Η Αλέκα με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. «Βάλε μπρος να φύγουμε και άσε τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας Σόνια!» Ούρλιαξε μη πιστεύοντας σε όλα όσα άκουγε. Έκανα την κίνηση να βάλω μπρος και όταν πάτησα το γκάζι, συνέχιζα να παραλογίζομαι:

«Γιατί να μην βρει άλλη; Τέτοιο κελεπούρι και θα το αφήσουν ανεκμετάλλευτο οι ξεζουμίστρες; Αφού ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω! Κυκλοφορούν ένα σορό διαθέσιμες που δεν τους νοιάζει τίποτα περισσότερο από το να κοιμηθούν με όποιον θα συναντήσουν μπροστά τους!»

Η Αλέκα με κοίταζε με τα μάτια και το στόμα ορθάνοιχτο. Εγώ της έριξα μία πεταχτή ματιά, όσο άλλαζα ταχύτητα.

«Τι με κοιτάς έτσι; Δεν ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω; Χαμός από εργένισσες που θέλουν να περνάνε μόνο καλά!»

«Να σου θυμίσω ότι έχω μία τέτοια κολλητή ή να το αφήσω ασχολίαστο;»

Εκείνη τη στιγμή έμοιαζα να συνειδητοποιώ το τι ακριβώς είχα πει. Μόρφασα ξεφυσώντας και εκείνη γέλασε μαζί μου.

«Εντάξει! Εγώ δεν πάω με όποιον – όποιον βρω μπροστά μου!»

«Είσαι ερωτευμένη Σόνια! Παραδέξου το! Βρέθηκε επιτέλους αυτός ο άντρας που θα σε κάνει να δεις τα σκαλιά της εκκλησίας στον ύπνο σου αλλά και στον ξύπνιο σου!»

Πάτησα απότομα φρένο σταματώντας στην άκρη του δρόμου. Άρχισα να παίρνω βαθιές αναπνοές κοιτάζοντας την. Κρύος ιδρώτας αργοκυλούσε στο φιδίσιο κορμί μου. Στο τέλος την κοίταξα αναζητώντας μέσα μου την χαμένη μου ψυχραιμία. Ξεροκατάπια λίγο πριν ξεκινήσω να της μιλάω.

«Αυτό δεν θα το ξαναπείς ποτέ! Δεν πρόκειται να παντρευτώ! Και δεν νομίζω ότι αυτό που μου συμβαίνει είναι ακριβώς… έρωτας!»

«Αλήθεια; Και τότε τι είναι; Μήπως και ξέρεις πως είναι ο έρωτας πραγματικά Σόνια;»

Η Αλέκα έμοιαζε κάπως επιθετική στο τελείωμα της φράσης της. Με κοίταξε μετανιωμένη. «Ξέχνα το! Βλακεία συζήτηση ανοίξαμε!» Αποκρίθηκε κοφτά και εγώ μέσα μου γέμισα αυτόματα από ένα σορό μικροσκοπικούς αλλά επικίνδυνους προβληματισμούς. «Ξέχνα το σου λέω! Βάλε μπρος να φύγουμε!» Με σκούντηξε σχεδόν αμέσως όσο κοίταζα σαν να τα είχα χαμένα ευθεία μπροστά.

Χαμήλωσα το κεφάλι μου ακουμπώντας το κούτελο μου μέχρι το τιμόνι.

«Έχεις δίκιο! Δεν δέθηκα με κανέναν τόσο πολύ συναισθηματικά ποτέ. Απλά είναι που σκέφτομαι ότι μπορεί να φταίει ο εγωισμός μου. Δεν μπορώ να καταλάβω τι μου γίνεται και εκνευρίζομαι με τον εαυτό μου! Ο Μάκης για εμένα είναι τόσο διαφορετικός… Από την άλλη μου τσιτώνει τα νεύρα αυτό το στυλάκι του δήθεν άνετου που έχει!»

Η Αλέκα μου χάιδεψε το κεφάλι τρυφερά. Γύρισα και την κοίταξα με μάτια υγρά.

«Θα με βοηθήσεις να τον βρω, έτσι δεν είναι; Νιώθω ότι θα τρελαθώ αν δεν τον ξανά συναντήσω…»

Ξανά άπλωσε το χέρι της χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά. Με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια δίνοντας μου την σιωπηλή της υπόσχεση μέσα από το βλέμμα της. Ένα ελαφρύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

«Θα σε βοηθήσω αλλά με έναν όρο…» Είπε αυστηρά κοιτάζοντας με επίμονα. «Αυτή τη φορά θα του ζητήσεις συγγνώμη. Του το χρωστάς! Αλλιώς ξέχνα την βοήθεια μου» Κατένευσα με ένα ήρεμο χαμόγελο που έφτασε μέχρι τα αυτιά μου.

*

Ο κ. Μάκης έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. Όσο εγώ έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες να καταλάβω σε ποιο σημείο η γη είχε ανοίξει το στόμα της να τον καταπιεί, τόσο εκείνος έμοιαζε να μην έχει αφήσει κανένα σημείο ζωής πίσω του. Άρχισα να τον ζητάω επίμονα – σχεδόν εμμονικά – και σε καθημερινή βάση στον ραδιοφωνικό σταθμό. Κάλεσα αρκετές φορές στο κινητό τηλέφωνο που είχα από εκείνο το περιβόητο επαγγελματικό ραντεβού μαζί του αλλά εκείνος ο αριθμός ήταν απενεργοποιημένος. Έκοβα βόλτες τα βράδια έξω από τα μπαρ όπου είχαμε συναντηθεί. Το είχαμε καθιερώσει κάθε βράδυ σχεδόν για μία βδομάδα με την Αλέκα, ότι θα είχαμε παρακολούθηση στο άγνωστο μέχρι να τον βρούμε. Έκανα οτιδήποτε μου τον θύμιζε έντονα. Μέχρι και τζατζίκι αγόρασα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Και ενώ οι μέρες κυλούσαν, ήμουν όλο και πιο πεπεισμένη πλέον ότι η μόνη πιθανότητα να ξαναδώ το πρόσωπο του είναι σε καμία σήμανση του amber alert ενδιάμεσα από τα διαφημιστικά σποτ. Ο κ. Μάκης μας είχε εγκαταλείψει για τα καλά ή τουλάχιστον αυτό έδειχνε η ιστορία.

Μέσα στο σαλόνι μου εκείνο το βράδυ άναψα τα κεριά ολόγυρα μου θέλοντας να πείσω τον εαυτό μου ότι μπορούσα να αντέξω την μοναχικότητα μου, όπως έκανα πάντα. Η αλήθεια όμως είναι ότι σε κάθε δευτερόλεπτο της ώρας που κυλούσε, εγώ δεν έπαυα λεπτό να σκέφτομαι ότι η ιδανική βραδιά, δεν μπορούσε παρά να ήταν μία βραδιά μαζί του. Ας μην υπήρχε δεύτερη. Να ζούσα έστω αυτή τη μία κανονική βραδιά μαζί του, αλλά να την ζούσα όπως την είχα ονειρευτεί.

Οι τρεις αχώριστοι φίλοι μου, η piexie, η cattern και ο logy περιφέρονταν από τις λίγες φορές μέσα στο μισοσκότεινο σαλόνι μου και το γεγονός ότι είχαν αρχίσει να τρίβονται γύρω από τον καναπέ, καθόλου δεν με ενόχλησε. Έφερα το κρυστάλλινο ποτήρι με το γεμάτο κόκκινο κρασί στα χείλη μου πίνοντας το μονορούφι, θέλοντας να ξεδιψάσω τις σκέψεις μου. Μέσα μου παρακαλούσα να με ζαλίσει για να πάω να πέσω κατευθείαν για ύπνο και να ξεχάσω τα πάντα. Ακόμα και το ποια πραγματικά ήμουν. Αυτή η μοναξιά ώρες και φορές έμοιαζε αφόρητη. Πως μπορούσα και συγκατοικούσα μαζί της τόσα χρόνια;  Με αργά βήματα πλησίασα το ψυγείο μου αναζητώντας το μπουκάλι με το κρασί. Το βλέμμα μου όμως καρφώθηκε στη συσκευασία του τζατζικιού. Την έπιασα σχεδόν ευλαβικά και έπειτα την άνοιξα αργά. Η μυρωδιά του με έκανε να αναπολήσω εκείνη τη μέρα που είχα περάσει τελικά τόσο όμορφα μαζί του. Μπορεί να υπήρχε ένταση. Να με είχε βγάλει εντελώς έξω από τα νερά μου, αλλά δεν έπαυε να ήταν μία μέρα γεμάτη από εκπλήξεις. Ακόμα και ο μικρός καυγάς μας μου έλειπε, την ώρα που εγώ είχα πάρει ένα κουταλάκι για να γευτώ την έκρηξη σκόρδου στον ουρανίσκο μου. Χαμογελούσα ανάμεσα στις αναμνήσεις μου όταν ο Μάκης με είχε βάλει στη διαδικασία να δοκιμάσω αυτό που ήταν τόσο απαγορευμένο για την προσωπικότητα μου. Ποτέ μου δεν είχα σκοπό να δοκιμάσω τζατζίκι! Με κάποιο μαγικό τρόπο όμως, ότι απεχθανόμουν φαινόταν ότι μαζί του το λάτρευα!

«Είμαι όντως ερωτευμένη;» Ψέλλισα και τότε ο logy ήρθε και τρίφτηκε νιαουρίζοντας στο ένα μου πόδι που προεξείχε από τον καναπέ, αφού έκατσα. Τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. «Αυτό να το εκλάβω ως απάντηση;» Ξανά νιαούρισε σαν να μου το επιβεβαίωνε. Έπιασα το μέτωπο μου απελπισμένη. «Αρχίζω και τα χάνω! Μία τρελή γεροντοκόρη θα καταντήσω που θα μιλάει συνεχώς με τις γάτες της!»

Το κινητό όμως χτύπησε και με έκανε να αναταραχτώ.

«Με κατατρόμαξες!»

«Λογικό! Είμαι σίγουρη ότι πάλι εκείνον σκεφτόσουν…»

«Ναι…» Μουρμούρισα βιαστικά και έπειτα άφησα για μερικά δευτερόλεπτα την Αλέκα στην αναμονή.

«Αν και σου είναι δύσκολο να το παραδεχτείς ότι βαριέσαι μόνη σου, θα ήθελα να μου πεις πως σου φαίνεται η ιδέα να έρθω από το σπίτι σου να δούμε ταινία!»

«Η ιδέα σου μου φαίνεται… σαν… βότσαλο μέσα στα ήρεμα νερά μιας λίμνης!»

«Κατάλαβα Σόνια! Πάλι μέσα στα σκοτάδια κάθεσαι; Μόνη και απελπισμένη με τις γάτες σου;»

Παρέμεινα να χαμογελάω ενώ λίγο πριν κλείσουμε, η Αλέκα ζήτησε να παραγγείλω κινέζικο από το αγαπημένο μας ρεστοράν. Σηκώθηκα αργά δρομολογώντας τις γατούλες μου προς τα έξω. Είχε έρθει η στιγμή να τις ταΐσω και αν και ούτε στον εαυτό μου δεν το παραδεχόμουν, μέσα μου μετρούσα τα δευτερόλεπτα για την ώρα που η Αλέκα θα ερχόταν να μου κάνει παρέα.

Πάντα ένιωθα καλά με την μοναξιά μου, απλά τον τελευταίο καιρό διατηρούσα αυτή την αίσθηση διπλή και τριπλή μέσα μου. Κάτι που με έκανε να αναθεωρήσω. Ίσως επειδή μου έλειπε τόσο πολύ ο άντρας που για χάρη του είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι ήμουν έτοιμη να αφήσω την εργένικη ζωή μου. Μέσα σε εκείνα τα δευτερόλεπτα άρχισα να σκέφτομαι το ποια πραγματικά ήμουν, μετανιώνοντας για λίγο την στάση μου απέναντι στην ίδια τη ζωή. Δεν είχα αφήσει και πολλά περιθώρια στους συντρόφους μου να με πλησιάσουν. Το σπίτι μου πάντα ήταν ένα πεδίο σεξουαλικής μάχης και έπειτα, όταν η μάχη αυτή τελείωνε έμενα και πάλι μόνη μου. Ένιωθα ασφαλής μέσα στην μοναξιά μου αλλά και στον τρόπο που εκμεταλλευόμουν τους άντρες όπως ακριβώς το έκαναν και οι ίδιοι άλλωστε προς τις περισσότερες γυναίκες. Γνώριζα ότι το «για πάντα» ήταν μία τυπική καραμέλα που χρησιμοποιούσαν σαν δικαιολογία τα ζευγάρια μεταξύ τους. Κανείς δεν είχε καταφέρει να μου ξυπνήσει το συναίσθημα της απόλυτης μοναξιάς. Η άλλη όψη του νομίσματος της λοιπόν ήταν πολύ περίεργη γιατί από το τίποτα εγώ ένιωθα ότι αυτό το σπίτι – ο δικός μου χώρος – θα ήταν πιο ευχάριστος ξαφνικά αν γέμιζε με την παρουσία του. ¨Και αν σε εκνεύριζε;¨ Βροντοφώναξε το διαολάκι που είχα μέσα μου και με τραβούσε προς την εργένικη ζωή που είχα επιλέξει. ¨Τι πειράζει; Θα τον είχα έστω κοντά μου!¨ Παραδέχτηκε η αγγελική μου ύπαρξη που έλιωνε στη σκέψη όταν θα ήταν εδώ. Αναστέναξα μακρόσυρτα, κοιτάζοντας προς τον κατασκότεινο ουρανό.

Είκοσι λεπτά αργότερα, η πόρτα χτύπησε και εγώ έσυρα τα βήματα μου σέρνοντας τις παντόφλες μου μέχρι την είσοδο. Αστραπές και βροντές ένιωσα να με σκεπάζουν τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα. Έμεινα αποσβολωμένη να είμαι στο μαύρο μου το χάλι και να κοιτάζω τον Μάκη που στο ένα του χέρι κρατούσε την παραγγελία από το κινέζικο. Σάστισα καθώς εκείνος χαμογέλασε αυτάρεσκα και προχώρησε όλο θράσος αλλά και σιγουριά προς τα μέσα.

«Λοιπόν; Τι ταινία θα δούμε;»

Με ρώτησε διατηρώντας την γοητεία του σαν να μην συνέβαινε απολύτως τίποτα.

«Θα κλείσεις την πόρτα ή σκοπεύεις να μείνεις εκεί για πάντα;» Με ειρωνεύτηκε, κοιτάζοντας με επίμονα. Αφού αποτράβηξα το αποσβολωμένο βλέμμα μου μέσα από το δικό του, έκλεισα αργά την πόρτα. Όταν μετά από μερικά λεπτά, επανήλθα στον πλανήτη γη τότε συνειδητοποίησα ότι το θέαμα που είχε απέναντι του ο Μάκης δεν ήταν και τόσο sexy και το χειρότερο; Είχα φάει σχεδόν το μισό τζατζίκι μετά την επίθεση που είχα κάνει μέσα στο μπολ αναζητώντας τις κοινές μας αναμνήσεις. Η φαρδιά φόρμα μου κρεμόταν επάνω μου σαν φαρδοσακούλα. Άβαφτη, αχτένιστη και το χειρότερο από όλα; Ο κότσος – κεφτές δέσποζε στο κεφάλι μου πιο κακοσχηματισμένος από ποτέ. ¨Γιατί να είμαι σήμερα σαν το ανάποδο γαμώτο, γαμώτο μου!¨ Συλλογίστηκα στιγμιαία και εκείνος είχε κάτσει ήδη στον καναπέ του σαλονιού.

« Κάποιος πρέπει να μου κάνει πλάκα ε;» Τον ρώτησα αιφνιδιασμένη κρατώντας απόσταση ασφαλείας από εκείνον και εκείνος χαλάρωσε το σώμα του στο πίσω μέρος του καναπέ απλώνοντας τα χέρια του αγκαλιάζοντας τον.

«Ήρθα απλά να δούμε την ταινία… Αν ενοχλώ…»

«Καθόλου δεν ενοχλείς! Ξέρεις πόσες μέρες εγώ…;» Διέκοψα την απάντηση μου και τον κοίταξα απευθείας στα μάτια παραπονιάρικα. Εκείνος περίμενε ανυπόμονα τη συνέχεια.

«Μισό λεπτό και έρχομαι! Εσύ μείνε εδώ!»

Τον πρόσταξα και άρχισα να τρέχω προς την σκάλα που θα με οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο μου. Έπρεπε να περιποιηθώ λίγο τον εαυτό μου και κυρίως να πλύνω τα δόντια μου εκατό φορές. Σκέφτηκα να καταπιώ μέχρι και την οδοντόπαστα μπας και σώσω την κατάσταση. Ήταν δυνατόν εγώ να εμφανίστηκα μπροστά του με ότι πιο πρόχειρο μπορούσα να φοράω γενικά στη ζωή μου; Που πήγε η κομψότητα σε συνδυασμό με την sexy πλευρά μου; Και το κυριότερο. Βρομοκοπούσα σκορδίλα! Εκείνος με ακολούθησε όμως και όταν άκουσα τη φωνή του γύρισα και τον κοίταξα από απόσταση όσο είχα σηκώσει το βήμα για να ανέβω το επόμενο σκαλί.

«Σόνια!» Φώναξε και χαμήλωσε αργά το κεφάλι του. Έπειτα, ξανά γύρισε προς το μέρος μου κοιτάζοντας με σοβαρός. «Σήμερα είσαι ωραιότερη από κάθε άλλη φορά… Μείνε όπως είσαι! Μόνο αυτό θα σου ζητήσω…»

Κοίταξα τον εαυτό μου από πάνω μέχρι κάτω.

«Μα δεν είναι δυνατόν! Δεν μου αρέσω έτσι! Δεν σου αρέσω ούτε εσένα!» Ούρλιαξα αγανακτισμένη. Εκείνος χαμογέλασε και πάλι πλησιάζοντας με. Όταν άρχισε να φτάνει πάρα πολύ κοντά μου προκειμένου να με φιλήσει, εγώ κουνούσα αρνητικά το κεφάλι μου αποτρέποντας τον.

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 ~

 

« Μη! Όχι, Μάκη! Θα το μετανιώσεις! Όχι… Όχιιιιιιι!!!!»

Τον κοίταζα έντρομη όσο κολλούσε τα χείλη του επάνω στα δικά μου. Κρύος ιδρώτας με έλουζε και μόνο στη σκέψη ότι η αναπνοή μου θα τον σκότωνε από το τόσο τζατζίκι!

Το κουδούνι χτυπούσε με επιμονή.

Τόσο δυνατά και συνεχόμενα που έμοιαζε σαν να με καλούσε κάποιος σε βοήθεια. Άνοιξα τα μάτια μου παίρνοντας το χρόνο μου για να συνειδητοποιήσω το τι ακριβώς είχε συμβεί. Μα φυσικά και με είχε πάρει ο ύπνος. Μόνο εφιάλτης θα μπορούσε να ήταν όλο αυτό που είχα ζήσει και ίσως να ήταν και ο χειρότερος εφιάλτης της ζωής μου. Έριξα μία πεταχτή ματιά επάνω στο τραπεζάκι απέναντι μου και έπειτα σηκώθηκα πολύ αργά πηγαίνοντας σαστισμένη προς την πόρτα. Χαμένη ακόμα μέσα στα μονοπάτια του ονείρου αντίκρισα την Αλέκα να με κοιτάζει μουτρωμένη. Τα μάτια μου χαμήλωσαν προς μία τροχήλατη φούξια βαλίτσα που κρατούσε στο ένα της χέρι.

Ανοιγοκλείνοντας πολλές φορές τα βλέφαρα μου, εκείνη μπήκε μέσα σχεδόν αγανακτισμένη, σέρνοντας την από πίσω της.

«Μα τι έκανες τόση ώρα;» Παρατήρησε πιο προσεκτικά τα πρησμένα μου βλέφαρα. «Κοιμόσουν…» Διαπίστωσε όσο εγώ έξυνα το κεφάλι μου θέλοντας να ενεργοποιήσω τον εγκέφαλο μου τραβώντας τον από τα μονοπάτια του ονείρου. Η Αλέκα βημάτισε μέχρι το σαλόνι αφήνοντας την βαλίτσα δίπλα της και την ώρα που τα μάτια της έπεσαν αμέσως στο μπολ τζατζικιού, πλησίασε προς εκεί παίρνοντας το στα χέρια της. Η γρήγορη ματιά της στο κουταλάκι που ήταν δίπλα του, την έκανε να με κοιτάζει έκπληκτη.

«Πες μου ότι έτρωγες εσύ, τζατζίκι;» Τα μάτια της γούρλωσαν προς το μέρος μου. Εγώ θέλοντας να αποφύγω την μικρή ανάκριση της που με έφερνε σε τρομερή αμηχανία, κοίταξα την βαλίτσα της.

«Γιατί μαζί με εσένα ήρθε και η βαλίτσα της Barbie Ανταλλάξαμε μερικά βλέμματα η μία στην άλλη περιμένοντας προφανώς να κάνει κάποια την αρχή με τις απαντήσεις. Έτεινε το χέρι της προς το μέρος μου δείχνοντας μου το μπολ.

«Άσε αυτό το παιχνιδάκι με τις ερωτήσεις και λέγε! Αν έφαγες και τζατζίκι μόνη σου… Μέσα στα αμέτρητα αναμμένα κεριά σου… Τα πράγματα είναι άκρως επικίνδυνα τελικά!»

«Γιατί επικίνδυνα;»

«Γιατί εμένα αυτό μου δείχνει ξεκάθαρα ότι είσαι καψούρα!»

Ξεφύσησα. Εκείνη άρχισε να παίρνει μία έκφραση αηδίας, κουνώντας επιδεικτικά τα χέρια της μπροστά από το πρόσωπο της. Η σκορδίλα την είχε αγκαλιάσει για τα καλά. Έκανα ένα βήμα πίσω μου ξεσπώντας σε γέλια.

«Μην με απειλείς εμένα! Δολοφόνε με το σκόρδο!» Μου είπε χαριτολογώντας αρχίζοντας και εκείνη να γελάει. Έτρεξε και άνοιξε τα πορτοπαράθυρα επικαλώντας τον αέρα να μπει μέσα στο σπίτι μπας και την σώσει από την τόση βρόμα! Έβαλα τα χέρια στη μέση μου αφού συνέχισα να χαμογελάω και την πλησίασα. Εκείνη έκανε μερικά βήματα πίσω για να με αποφύγει.

«Μη με πλησιάζεις! Είσαι άκρως επικίνδυνη!» Τσίριξε χαριτολογώντας.

«Ωραία… Σταματάω εδώ…» Της είπα και κούνησα αδιάφορα τους ώμους μου διατηρώντας μία απόσταση. Η Αλέκα άρχισε να βγάζει το κεφάλι της έξω από την μπαλκονόπορτα ρουφώντας οξυγόνο.

«Σειρά σου… Τι είναι η βαλίτσα;» Την ρώτησα εμφανώς αιφνιδιασμένη.

«Σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ ωραίο μιας και σε βοηθάω να βρεις την καψούρα σου να το κάνω πιο ενεργά… Είμαι σίγουρη ότι δεν μπορείς να το διαχειριστείς όλο αυτό και ίσως να είναι η πρώτη φορά που να νιώθεις τόσο έντονα μοναξιά… Μακριά του όλα θα μοιάζουν με μία άβυσσο μοναξιάς… Σωστά;»

Έκανα το σταυρό μου αυθόρμητα. Περισσότερο επειδή στο ύφος της διέκρινα μία έντονη δώσει ρομαντισμού. Ασχέτως αν η Αλέκα τελικά είχε απόλυτο δίκιο, δεν μπορούσα παρά να μην παραδεχτώ ότι την είχα απόλυτη ανάγκη και ότι τρελάθηκα και μόνο στην ιδέα ότι θα ήταν δίπλα μου σε όλο αυτό. Εκείνη συνέχιζε την ανάλυση και κάπου στο τέλος κοίταξε προς τα έξω αναστενάζοντας αφήνοντας το βλέμμα της να πέσει στις παρδαλές γατούλες μου.

«Δύσκολο πράγμα η μοναξιά…» Μουρμούρισε διακρίνοντας μία θλίψη στο βλέμμα της. Χτύπησε παλαμάκια και έπειτα με έφερε και πάλι στους κανονικούς, τρελούς ρυθμούς της. «Λοιπόν! Για λέγε; Υπάρχει περίπτωση να κοιμηθούμε μαζί ή θα πρέπει να περάσω από τον κλίβανο πρώτα για αποστείρωση;» Χαχάνισε την ώρα που μου υπενθύμιζε τον ψυχαναγκασμό μου.

«Φυσικά και θα κοιμηθούμε μαζί! Άλλωστε θα κάνεις μπάνιο πρώτα!» Αναφώνησα χωρίς δεύτερη σκέψη.

«Είσαι σίγουρη ότι μπορούμε να κοιμηθούμε μαζί;» Με ρώτησε αμφίβολα.

«Αυτό που κάνεις για εμένα είναι τόσο μεγάλο! Άφησες τον Πάνο μόνο του για χάρη μου…» Η Αλέκα μελαγχόλησε για λίγο και γύρισε και πάλι το βλέμμα της προς τις γάτες μου, την ώρα που εκείνες τριβόντουσαν η μία δίπλα στην άλλη. «Δεν νομίζω να παρατηρήσει και την απουσία μου…» Ψιθύρισε μελαγχολικά στο τέλος και γύρισε αμέσως κοιτάζοντας με, με ένα τεράστιο αλλά ψεύτικο χαμόγελο.

«Σόνια! Θα κοιμηθώ μαζί σου αλλά υπό έναν όρο!»

«Ξέρω!» Φώναξα στον αέρα κάνοντας της παντομίμα ότι βούρτσιζα τα δόντια μου. Εκείνη έσκασε στα γέλια. «Φυσικά!» Ανταπάντησε και εγώ άρχισα να τρέχω ήδη ξυπόλυτη από τις σκάλες.

 

*

 

«Έχεις αλλάξει…» Διαπίστωσε όταν με ακολούθησε λίγο αργότερα ακουμπώντας μου τις παντόφλες μπροστά μου. Την ώρα που ξέπλενα το στόμα μου γύρισα και την κοίταξα. Ταμπόναρα την πετσέτα στα βρεγμένα χείλη μου και έπειτα την πλησίασα.

«Τρεις φορές τα έπλυνα! Έκανα και γαργάρες με στοματικό διάλυμα και αυτή η σκορδίλα έχει κατσικωθεί στο λαρύγγι μου! Έλεος πια! Τι ανακάλυψη είναι αυτό το τζατζίκι!»

«Αυτός ο Μάκης τελικά σε έκανε άνθρωπο… Φυσιολογικό άνθρωπο…» Διαπίστωσε και εγώ έπιασα από το άλλο της χέρι την βαλίτσα τραβώντας την προς το υπνοδωμάτιο μου.

«Δεν σου κρύβω ότι με τρομάζει λίγο που θα κοιμηθώ μαζί σου… Πόσο καιρό έχεις να κοιμηθείς με κάποιον άλλον; Και δεν εννοώ σεξουαλικά! Εννοώ κανονικά!»

Άρχισα και η ίδια να αναρωτιέμαι και όση ώρα το σκεφτόμουν προσπαθούσα να ανατρέξω στη μνήμη μου για να δω πότε κοιμήθηκα όντως με κάποιο δεύτερο άτομο στο κρεβάτι μου για ένα ολόκληρο βράδυ.

«Δεν μπορείς να θυμηθείς ε;» Με ρώτησε προβληματισμένη η Αλέκα. «Ε ρε τι έχω να τραβήξω!!!» Είπε αναστενάζοντας παροτρύνοντας με στο τέλος να πάμε να δούμε επιτέλους αυτή την ταινία.

Μία ώρα αργότερα πάνω στον καναπέ εγώ έκλαιγα με αναφιλητά στον ώμο της Αλέκας ενώ εκείνη με αλλεπάλληλες κινήσεις χαϊδεύοντας μου το κεφάλι προσπαθούσε να με παρηγορήσει. Ρουφούσα τις μύξες μου όσο έφερνα μία χαρτοπετσέτα κοντά της. Έπειτα σκούπισα τα μάγουλα μου από τα δάκρυα. Την κοίταξα.

«Ήταν… Ήταν ανάγκη να φέρεις μία τόσο ρομαντική ταινία;» Την ρώτησα παραπονεμένη ενώ συνέχιζαν να ξεχειλίζουν τα δάκρυα μου. Η Αλέκα έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω κοιτάζοντας στο ταβάνι. Έμοιαζε να εκλιπαρεί τον Μεγαλοδύναμο να με κάνει να σταματήσω το τόσο δράμα.

«Μία φορά ερωτεύτηκε Θεέ μου! Αλλά λυπήσου με!» Την είδα να έχει πιάσει διάλογο μαζί του τεντώνοντας το αυτί της προς το ταβάνι παραστατικά. «Τι είπες; Καλά να πάθω; Τι είπες; Αυτά παθαίνουν οι κολλητές;» Τα μάτια της στριφογύρισαν προς το μέρος μου, όπου ο ήχος από το ρούφηγμα της μύτης μου την έκανε να χαμογελάσει.

«Καλά λέω εγώ ότι έχεις αλλάξει… Ευτυχώς Παναγία μου που βρέθηκε αυτός ο Μάκης στο διάβα σου και σου έχει βάλει ήδη τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι! Εσύ δεν είσαι η Σόνια που ήξερα και φαντάσου! Αυτό είναι μόνο η αρχή… Που να είστε και κανονικό ζευγάρι δηλαδή!»

Τα μάτια μου άστραψαν από ευτυχία. Κοίταξα την Αλέκα βαθιά μέσα στα μάτια και η εναλλαγή στην ψυχολογία μου την έκανε να στενέψει τα μάτια της επάνω μου.

«Ανησυχώ που θα κοιμηθώ με μία ψυχοπαθή!» Μου είπε και εγώ την ψευτομάλωσα.

«Τι ωραίες που είναι οι ρομαντικές ταινίες…» Είπα με ένα παραπονεμένο ύφος που με έκανε να μοιάζω με ερωτοχτυπημένη έφηβη. «Άραγε… Θα ζήσω ποτέ κάτι παρόμοιο με εκείνον;» Αναρωτήθηκα αναστενάζοντας. Η Αλέκα αναδεύτηκε στη θέση της.

«Και βέβαια θα ζήσεις! Γιατί είναι αδύνατον αυτό να μην συμβεί! Τώρα ήρθα εδώ και θα βάλουμε σε εφαρμογή όλα μας τα σχέδια για τον εντοπισμό του… Μέχρι την Νικολούλη θα φτάσουμε!» Με κοίταξε όλο σιγουριά. «Αν δεν τον βρούμε, δεν πρόκειται να φύγω από δω!» Εκείνη τη στιγμή χώθηκα στην αγκαλιά της όταν άνοιξε τα χέρια της διάπλατα. Η τελευταία της κουβέντα λίγο πριν αποσυρθούμε για την περιπέτεια του κοινού μας ύπνου, έμοιαζε με ζεστό πάπλωμα μέσα στο καταχείμωνα.

«Είσαι η αδελφή που δεν είχα ποτέ… Και θα έκανα τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη Σόνια!»

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 ~

 

Το βράδυ έμοιαζε με μία συνεχόμενη μάχη.

Η Αλέκα κοιμόταν σε στάση αστερία και κάθε τρεις και λίγο την σκουντούσα για να πάει πιο εκεί, μήπως και μου κάνει λίγο χώρο.

Δεν είχα κλείσει μάτι. Κοίταξα το ξυπνητήρι δίπλα μου και είχε περάσει ήδη ένα δίωρο. Μετά από αρκετές προσπάθειες και ενώ τα νεύρα μου από αϋπνία είχαν αρχίσει να τεντώνουν, εκείνη έγειρε το σώμα της στο πλάι. ¨Δόξα σοι Παναγία μου!¨ Μουρμούρισα κάνοντας το σταυρό μου και με μία κίνηση άφησα το κεφάλι μου να πέσει απότομα πάνω στο μαξιλάρι. Όσο στο πρόσωπο μου σχηματιζόταν ένα χαμόγελο επειδή ήμουν έτοιμη να παραδοθώ στα χέρια του Μορφέα, τόσο ένιωθα να βυθίζομαι όλο και περισσότερο μέσα στην απόλυτη χαλάρωση ώσπου άκουσα έναν ήχο σαν πνιχτό σφύριγμα. Τα μάτια μου παρέμειναν ορθάνοιχτα κοιτώντας ευθεία το ταβάνι χωρίς να κουνήσω. Για μία στιγμή πίστευα ότι ήταν μέρος της φαντασίας μου αυτός ο ήχος αλλά τελικά, το δεύτερο πνιχτό σφύριγμα έκανε την εμφάνιση του για να μου επιβεβαιώσει ότι η φαντασία μου με είχε εγκαταλείψει για τα καλά και αυτό που άκουγα ήταν η πραγματικότητα.

Σηκώθηκα γέρνοντας το κεφάλι μου προς το μέρος της Αλέκας και όχι. Δεν έκανα λάθος. Αυτό το σφύριγμα – τύπου ροχαλητό ερχόταν από το στόμα της. Έτεινα το χέρι μου προς τον ώμο της κουνώντας την για λίγο και έπειτα εκείνη αναδεύτηκε στη θέση της μουρμουρώντας κάτι μισόλογα.

«Μιχάλη… Αγκαλίτσα…» Έσυρε την φωνή της ναζιάρικα την ώρα που γύριζε πλευρό και εγώ ήμουν έτοιμη να την ρωτήσω ποιος ήταν αυτός ο Μιχάλης που τον ονειρευόταν και του ζητούσε και αγκαλιά. Γύρισα όμως το βλέμμα μου προς το ξυπνητήρι. Είχα τόσο βαρύ πρόγραμμα μόλις θα ξημέρωνε αυτή η μέρα που μου ήταν αδύνατον τελικά να διανοηθώ ότι θα τα κατάφερνα. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το πρωί θα κουτουλούσα από νύστα σε όποιον τοίχο έβρισκα μπροστά μου.

Η Αλέκα ξανά ξεκίνησε το ροχαλητό και την είδα να παίρνει μία στάση έτοιμη να ξεκινήσει τις μπουνιές ενώ κοιμόταν. Τράβηξε τα σκεπάσματα κοντά της θέλοντας να βολευτεί και όταν συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν στην ευθεία τους αλλά είχαν γίνει μία μάζα που θα έμοιαζε με κουρέλι, σηκώθηκα πάνω σχεδόν έντρομη.

Πλησίασα το κάτω μέρος του κρεβατιού και με πολύ προσεκτικές κινήσεις προσπάθησα να αποδεσμεύσω τα σκεπάσματα από τα χέρια της για να τα τραβήξω προς τα κάτω στην ευθεία τους. Εκείνη δυσανασχέτησε αλλά για κανέναν λόγο δεν έλεγε να ξυπνήσει. Αγανακτισμένη και ενώ ο δείκτης από τα δευτερόλεπτα έκανε ένα ρυθμικό ανεπαίσθητο ήχο μέσα στην απόλυτη ηρεμία της νύχτας, τράβηξα τελικά με δύναμη τα σκεπάσματα αρχίζοντας να τα τεντώνω στην κάτω μεριά του κρεβατιού σε απόλυτη ευθυγράμμιση. Η Αλέκα σηκώθηκε ξύνοντας νυσταγμένη το κεφάλι της.

«Τι κάνεις καλέ μέσα στα άγρια χαράματα;»

Η συνεχόμενη κίνηση των χεριών μου να ισιώνουν τα σκεπάσματα στην κάτω μεριά, την έκανε να κοιτάζει μία τις παλάμες μου και μία εμένα. Ανέκφραστη προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς έκανα.

«Είσαι άρρωστη εσύ τελικά… Σηκώθηκες μέσα στη νύχτα εξαιτίας του ψυχαναγκασμού σου;»

Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένη. Τι να της έλεγα; Ότι δεν με είχε αφήσει να κλείσω μάτι; Ή ότι με το ροχαλητό της λίγο ήθελε για να ξεσηκώσει ολόκληρη τη γειτονιά;

«Αλέκα… Κοιμήσου σε παρακαλώ… Και άσε με και εμένα…»

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και εκείνη σαν απλά να υπνοβατούσε τόση ώρα που μου μιλούσε, έπεσε ξερή στο στρώμα κλείνοντας τα μάτια της. Όταν σκέπασα πια το σώμα μου για να κλείσω τα βλέφαρα μου, το ροχαλητό ξέσπασε και πάλι στην απόλυτη σιγή του δωματίου κάνοντας με τελικά να έχω ενώσει τα χέρια μου μπροστά από το στήθος μου, ξαπλωμένη όπως ήμουν και να κοιτάζω το ταβάνι.

 

*

 

«Καλημέρα! Δεν κοιμήθηκα και τόσο καλά χτες…»

Κοίταζα την Αλέκα όσο έσερνε τα πόδια της στο πάτωμα. Σίγουρα αυτή η κολλητή θα με αποτρελάνει. Δεν είχα κλείσει μάτι όλο το βράδυ και αυτή μου έκανε και τα δήθεν παράπονα της.

«Εσύ πάλι… Φρεσκαδούρα!» Μου τσίμπησε το μάγουλο ενώ τα μάτια μου είχαν γουρλώσει όσο κοίταζα την αυθόρμητη χειρονομία της. Αρκέστηκα στο να ξεφυσήσω και κατάπια την ψυχραιμία μου για να ξεδιαλύνει το ξέσπασμα που ένιωθα ότι ερχόταν από εντός μου.

Με δυσκολία κατάφερα να ετοιμαστώ αυτή τη φορά και είμαι σίγουρη ότι αυτό το πρωινό μαζί της δεν θα το ξεχνούσα ποτέ. Πολύ απλά γιατί ίσως να ήταν και η πρώτη φορά στη ζωή μου μετά από αρκετά χρόνια, που δεν είχα κλείσει στην κυριολεξία μάτι.

«Δεν θυμάσαι τίποτα ε;» Την ρώτησα αιφνιδιαστικά την ώρα που περνούσα την ζώνη από το μίντι φόρεμα μου.

«Τι εννοείς; Τι θα έπρεπε να θυμάμαι;» Την στραβοκοίταξα αλλά παρέμεινα σιωπηλή.

«Θα έρθω μαζί σου στο γραφείο…» Φώναξε και έτρεξε να ετοιμαστεί.

Την ώρα που πέρασα τα γυαλιά μου στο πρόσωπο μου, πλησίασα το παράθυρο του δωματίου μου τραβώντας απότομα την κουρτίνα. Το βλέμμα μου έγειρε προς τον ουρανό αφήνοντας την απόλυτη αισιοδοξία μέσα μου ότι όπως και αν είχε εξελιχθεί το προηγούμενο βράδυ, εγώ όφειλα να βγάλω σε πέρας όλη την υπόλοιπη μέρα. Λίγο πριν απομακρυνθώ όμως, τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα κοιτάζοντας προς τον – κατά τα άλλα – άδειο δρόμο. Ένας τύπος με μαύρα γυαλιά και δερμάτινο μπουφάν περίμενε απέναντι από το σπίτι μου. Ένας τύπος που αναγνώρισα αμέσως. Άσπρισα στην ιδέα ότι μπορεί να με παρακολουθούσε ή ακόμα χειρότερα, να με περίμενε.

«Τι έπαθες καλέ; Γιατί άσπρισες έτσι;»

«Αλέκα!»

«Ορίστε… Σε ακούω… Φάντασμα είδες;»

«Είναι από κάτω…»

Η Αλέκα, αν και στην αρχή δεν είχε λάβει κανένα σήμα επικοινωνίας μου, τα μάτια της με κοίταξαν πονηρά. Πλησίασε το παράθυρο κοιτάζοντας με, με άκρως σκανδαλιάρικη διάθεση. Τράβηξε και εκείνη την κουρτίνα και όταν κοίταξε προς τα κάτω, γύρισε προς το μέρος μου σαν να τα είχε χαμένα.

«Μα αυτός δεν είναι ο Μάκης;» Είπε ξέπνοα ενώ ένιωθα ότι είχε αρχίσει να τρέμει. Σαν πανικόβλητη έμοιαζε και ενώ δεν μπορούσα να ερμηνεύσω την αντίδραση της, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο αγχωμένη πάνω – κάτω αρχίζοντας να μουρμουράω.

«Τι θα κάνω; Πως θα τον ξεφορτωθώ αυτόν τον τύπο; Μου λες;»

Η Αλέκα δεν μιλούσε. Έμοιαζε να χλομιάζει σταδιακά.

«Ο Μιχάλης…» Ψέλλισε και κοίταζε στο απόλυτο κενό.

«Ακριβώς! Αυτός ο τύπος υποτίθεται πως με είχε ξεχάσει. Πως εμφανίστηκε ξανά από το πουθενά; Είμαι σίγουρη ότι με περιμένει!»

Η Αλέκα γύρισε το βλέμμα της μέσα στο δικό μου. Με κοίταζε ενοχικά.

«Μην είσαι και τόσο σίγουρη…»

«Τι εννοείς;»

«Εννοώ… Ότι μπορεί να έτυχε…»

Την πλησίασα.

«Ξαφνικά έτυχε να στέκει απέναντι από το σπίτι μου; Αυτός μοιάζει σαν να περιμένει κάποιον…;»

«Ή κάποια…»

«Ακριβώς Αλέκα και αυτή η κάποια είναι… εγώ! Αλλά υπόσχομαι ότι θα ακούσει όλα τα καντήλια και τον εξάψαλμο μαζεμένο πρωί – πρωί! Δεν φτάνει που είχα ένα τόσο δύσκολο βράδυ!» Εκείνη με κοίταξε προβληματισμένη. «Δεν σε καταλαβαίνω… Και γιατί έχεις τόσα νεύρα;»

«Γιατί έτσι!» Τσίριξα και άρχισα να κατευθύνομαι προς την σκάλα όλο νεύρα. Η Αλέκα με ακολουθούσε προσπαθώντας να με ηρεμήσει.

«Γιατί να ξεσπάσεις πάνω του… Ηρέμησε!»

«Γιατί πολύ απλά πρέπει να καταλάβει ότι εγώ και εκείνος τελείωσε. Ήταν ένα βράδυ και πάει… Εξανεμίστηκε μέσα στο σύμπαν. Δεν υπόγραψα και κανένα συμβόλαιο δέσμευσης! Θα του πω: Τι θες κύριε και έρχεσαι εδώ κάθε φορά; Τόσο πολύ με θέλεις;»

Η Αλέκα με τράβηξε από το χέρι λίγο πριν ανοίξω την πόρτα. Ανταλλάξαμε ένα βλέμμα σιωπής.

«Εμένα θέλει…» Παραδέχτηκε με φωνή ήρεμη. Γαλήνια. Τα μάτια της άστραψαν από ευτυχία μέσα σε αυτές τις στιγμές που κοιταζόμασταν. Έμεινα μαρμαρωμένη να την χαζεύω. Κάπου στο τέλος χαμογέλασα.

«Εσένα θέλει;» Ρώτησα αποσβολωμένη. Κατένευσε.

«Έφυγα από τον Πάνο. Εκείνος δηλαδή ήταν το κίνητρο μου στο να δω κάποια πράγματα πιο καθαρά. Γι αυτό και η φούξια βαλίτσα. Χώρισα Σόνια…»

Αποτραβήχτηκα από κοντά της. Άφησα το σώμα μου να καθίσει στο πρώτο σκαλί, πίσω μου. Ξανά γύρισα το σαστισμένο βλέμμα μου μέσα στο δικό της.

«Αρχικά, ενδιαφερόταν όντως για εσένα… Αλλά μετά δεν ξέρω πως γύρισε όλο αυτό… Και ειδικά όταν του έδωσες τον αριθμό μου για να τον ξεφορτωθείς, αρχίσαμε να πιάνουμε συζητήσεις μέσω μηνυμάτων… Βρεθήκαμε και δύο φορές… Νομίζω ότι αυτό που νιώθω είναι δυνατό!»

Χαμογέλασα. Δεν πίστευα στα αυτιά μου.

«Πότε πρόλαβες να νιώσεις πόσο δυνατό ήταν;»

«Μα ο έρωτας δεν κοιτάζει χρονικά περιθώρια… Εσύ μου το έμαθες αυτό!»

«Τώρα Αλέκα θέλεις να μου πεις ότι είσαι ερωτευμένη;»

Σήκωσε τους ώμους της κάπως αδιάφορα.

«Δεν ξέρω… Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν εσένα δεν σε πειράζει, θα ήθελα να δω πως θα εξελιχθεί όλο αυτό μεταξύ μας…»

Έκλεισα αργά τα μάτια μου. Όταν τα άνοιξα ξανά μία εκπνοή έφυγε από τα χείλη μου. Λες και ήταν λύτρωση.

«Θέλω να είσαι ευτυχισμένη… Όπως και εσύ αυτό θέλεις για εμένα… Δεν πρόκειται να μπω ανάμεσα σε όλο αυτό… Και κυρίως επειδή νιώθω ότι έκανες το σωστό βήμα επιτέλους και έφυγες από μία σχέση που σε έκανε να νιώθεις τόσο μόνη… Καλή σας αρχή!»

Βγαίνοντας από το σπίτι, δεν είχα κανέναν λόγο πια να είμαι εκνευρισμένη. Κοντοσταθήκαμε μπροστά από τον Μιχάλη, ο οποίος το πρώτο πράγμα που έκανε όταν είδε την Αλέκα ήταν να λιώσει πάνω στο πεζοδρόμιο. Σαν έφηβοι στο πρώτο τους ραντεβού έκαναν. Τους κοίταξα και τους δύο από απόσταση.

«Μπορώ να πάω μαζί του; Σου υπόσχομαι ότι το βράδυ θα είμαι πίσω…»

Έκανα μερικά βήματα. Το ίδιο και η Αλέκα. Πιο πίσω της την περίμενε ο Μιχάλης.

«Ζήσε Αλέκα… Έχασες αρκετά χρόνια από το να ζήσεις τα απλά αλλά ουσιαστικά…»

Εκείνη χαμήλωσε ντροπαλά το κεφάλι.

«Το λες εσύ αυτό;» Με ρώτησε συνεσταλμένα.

«Φυσικά και το λέω εγώ. Ο έρωτας όποια μορφή και αν έχει κρύβει μέσα του ζωή… Η ρουτίνα είναι ο ίδιος ο θάνατος!»

Μου χαμογέλασε.

Τους είδα να ξεμακραίνουν ο ένας δίπλα στον άλλον και εκείνη τη στιγμή αμέτρητες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Ανάμεσα σε αυτές και οι πολύωρες συζητήσεις μας με την Αντριάνα, που επέμενε να μου επισημαίνει ότι ήμουν συναισθηματικά ευνουχισμένη. Λίγο πριν κλείσω την πόρτα του γραφείου μου και κάνω μακροβούτι στις αμέτρητες υποχρεώσεις μου, αναστέναξα όταν μέσα σε αυτές τις σκέψεις μου έσβησε το πρόσωπο του Μάκη πάνω στην καρδιά και το μυαλό μου. Που να ήταν άραγε;

 

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ~

 

Όταν χτύπησε το κινητό μου είχαν περάσει ήδη τέσσερις ώρες επαγγελματικής πίεσης. Το μυαλό μου έμοιαζε να είναι συγκεντρωμένο πάνω από αμέτρητες υποχρεώσεις που είχα βάλει στον πάγο μέχρι να συνέλθω από την νόσο «Μάκης». Στο ολιγόλεπτο τηλεφώνημα, η γραμματέας της Αντριάνας μου υπενθύμισε το ραντεβού μας για το απόγευμα. Περίεργο συναίσθημα το να μην ήθελα αυτή τη φορά να ξαναπάω. Μέσα μου ένιωθα ότι αυτή τη γυναίκα την κορόιδευα μιας και δεν της είχα εξομολογηθεί όλα όσα έπρεπε. Δεν γνώριζε ότι είμαι ερωτευμένη και κυρίως δεν της είχα πει και αρκετά γεγονότα από τη ζωή μου που όφειλε να γνωρίζει από εμένα.

«Μισές δουλειές… Λάθος συμπεράσματα…» Είπα απογοητευμένα στον εαυτό μου τραβώντας τα κριτσίνια ολικής άλεσης από το συρτάρι μου. Όση ώρα μασουλούσα, σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο. Ότι ο Μάκης είχε μετακομίσει μόνιμα σε κάποιον άλλο πλανήτη μιας και ο εντοπισμός του έμοιαζε με το να ψάχνουμε στην κυριολεξία έναν ψύλλο μέσα στα άχυρα. Όλες οι εικόνες που είχαμε ζήσει μαζί πέρασαν από μπροστά μου μέσα σε εκείνα τα λεπτά που διήρκεσε το διάλειμμα μου. ¨ Να δεις που με εκδικείται η ζωή γιατί τόσα χρόνια τους χρησιμοποιούσα όλους…¨ Συλλογιζόμουν και στο στόμα μου έμπαινε το ένα κριτσίνι μετά το άλλο. Ξαφνικά ένιωσα να μου έρχεται αναλαμπή! Πετάχτηκα από την καρέκλα εκτοξεύοντας το κριτσίνι από το στόμα μου.

«Μα πως δεν το σκέφτηκα; Η Αντριάνα ήταν πάντοτε η λύση σε όλα! Αυτή θα μου πει που είναι ο Μάκης!» Αυτή τη φορά ένιωθα πιο έτοιμη από ποτέ στο να ξεφτιλιστώ και ας ήμουν μόνη μου χωρίς την Αλέκα. Άλλωστε έπρεπε να τον βρω και μπροστά σε αυτό δεν με ένοιαζε τίποτα περισσότερο.

Όλη μέρα έριχνα κλεφτές ματιές στο ρολόι μου κοιτάζοντας την ώρα σχεδόν εμμονικά. Οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα ένιωθα ότι αργοκυλούσαν λες και είχαν ενεργοποιήσει την πιο αργή τους εκδοχή μέσα στη μέρα. Το απόγευμα όμως ήρθε έστω και αργά στα δικά μου μάτια και εγώ έτρεχα σαν την τρελή για να πάω κοντά στην Αντριάνα. Λίγα λεπτά αργότερα, η γραμματέας της με κοίταζε εξεταστικά από πάνω μέχρι κάτω όσο καθόμουν απέναντι της και κουνούσα νευρικά το πόδι μου.

«Να σας φέρω λίγο νερό;» Με ρώτησε ενώ τα μάτια της κατηφόριζαν στην νευρικότητα των ποδιών μου.

«Ε; Όχι! Εντάξει είμαι…»

Έγειρα το σώμα μου προς το μέρος της κοιτάζοντας πρώτα απέναντι μου μία εύσωμη κυρία και δίπλα μου έναν φαλακρό μεσήλικα άντρα.

«Θα αργήσει με το προηγούμενο ραντεβού;»

Η γραμματέας άνοιξε ένα μικρό ημερολόγιο που είχε μπροστά της χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Έπειτα, ανασήκωσε τα γυαλιά της κοιτάζοντας προς την οθόνη του υπολογιστή της. Με κοίταξε αρχικά σιωπηλή. Εγώ της ένευσα στο να μου δώσει επιτέλους μία απάντηση.

«Μα όπως πάντα κα Φερμίδου έχετε έρθει μία ώρα νωρίτερα από το προγραμματισμένο ραντεβού σας…»

Ξανά κόλλησα την πλάτη μου στην καρέκλα πίσω μου και με το ένα μου χέρι κράτησα το γόνατο μου από το πόδι μου που τραμπαλιζόταν τόση ώρα, αποδεικνύοντας το πόσο ανάγκη είχα τελικά την ψυχολόγο μου. Η Αντριάνα άνοιξε την πόρτα αποχαιρετώντας τον ασθενή της και εγώ έτρεξα αμέσως κοντά της. Η εύσωμη γυναίκα με πλησίασε και αφού πρώτα με αγριοκοίταξε από την κορφή ως τα νύχια, την άκουσα να μου λέει κάπως επιβλητικά:

«Εγώ έχω σειρά…»

Κοίταξα την Αντριάνα σαν να την ικέτευα να με αφήσει να περάσω. Εκείνη με όλη την σοβαρότητα αλλά και την γλύκα της μας κοίταξε και τις δύο. Γύρισε το βλέμμα της προς την γραμματέα της.

«Η κα Αναγιάκη έχει σειρά… Η δεσποινίς Φερμίδου όπως πάντα ήρθε νωρίτερα…»

Έστρωσα με τα δυο μου χέρια το σακάκι από το ταγέρ μου και γύρισα στη θέση μου σαν να ήμουν παιδί του νηπιαγωγείου που μόλις το είχαν βάλει τιμωρία. Η γραμματέας κούνησε για λίγο το κεφάλι της. Εγώ στράβωσα τα χέρια μου, βγάζοντας ένα μικρό αναστεναγμό. Ο χρόνος σήμερα δεν ήταν καθόλου σύμμαχος μου. Κυλούσε τόσο αναθεματισμένα αργά που μου ερχόταν να πιάσω όποιο ρολόι έβλεπα μπροστά μου και να το σπάσω! Το έκανα εικόνα εκείνη τη στιγμή να σηκώνομαι και να ξεκρεμάω από τον τοίχο το τεράστιο ρολόι που υπήρχε στην αναμονή. Αφού κοίταξα πρώτα την γραμματέα, το πέταξα κάτω με δύναμη μπροστά μου, αρχίζοντας να πηδάω επάνω του με τις γόβες στιλέτο μου κάνοντας το χίλια κομμάτια. Αρκέστηκα στο υποτιμητικό κούνημα του κεφαλιού της γραμματέως και κάπως έτσι επανήλθα στην πραγματικότητα. Από μέσα μου όμως μετρούσα και τα δευτερόλεπτα και έκανα προετοιμασία για το τι έπρεπε να της πω αυτή τη φορά. Πως θα εξομολογιόμουν κάτι τόσο δυνατό για εμένα; Πως θα προσέγγιζα την κουβέντα αφού τον ήξερε; Και αν η Αντριάνα δεν τον γνώριζε τόσο καλά τελικά τον Μάκη και έκανα μία τρύπα στο νερό έτοιμη για ακόμα μία φορά να πέσω μέσα της;

Η πόρτα άνοιξε και η Αντριάνα μου ένευσε να περάσω. Η εύσωμη γυναίκα με ξανά κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια λίγο πριν φύγει οριστικά.

«Έχω κάτι;» Την προκάλεσε εκνευρισμένη.

«Θα σου έλεγα ότι είσαι σε λάθος μέρος!» Ανταπάντησε εκείνη με ένα σνομπ ύφος. Μας πουλούσε και πνεύμα η κυρία, κατάλαβες;

«Σε νευρολόγο έπρεπε να πας!» Συνέχισε πιο ήπια στο τέλος και απομακρύνθηκε.

Εγώ έκλεισα την πόρτα πίσω μου έτοιμη να εκραγώ.

«Λοιπόν, Σόνια… Που είχαμε μείνει; Πριν ξεκινήσουμε την κουβέντα μας, θα ήθελα να σε ρωτήσω γιατί δείχνεις τόσο αγχωμένη…»

Της έδειξα την καρέκλα – τύπου κρεβάτι δίπλα μου.

«Μπορώ;»

Εκείνη άνοιξε τα χέρια της διάπλατα.

«Μα και φυσικά…»

Και κάπου εκεί εγώ είχα παρατήσει την τσάντα μου στην άκρη. Έβγαλα αργά τις γόβες μου τοποθετώντας τες προσεκτικά δίπλα μου και μετά ξάπλωσα κοιτάζοντας το ταβάνι. Μόλις έφερα τις παλάμες μου δεμένες πάνω στην ποδιά μου, απλά αναστέναξα.

«Νομίζω ότι είμαι ερωτευμένη…» Ξεκίνησα να της λέω χωρίς να έχω κάνει κανένα πρόγραμμα τελικά στο μυαλό μου για το τι θα της πω. Η Αντριάνα με άφηνε να πάρω το χρόνο μου.

«Είχες δίκιο. Ίσως να είχα μπλοκάρει συναισθηματικά και να μην άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο στο να δεθεί με κάποιον κάπως πιο ουσιαστικά. Αυτή τη φορά όμως είμαι σίγουρη ότι είμαι…»

«Και εκείνος;»

Γύρισα και την κοίταξα. Τα μάτια μου της φώναζαν ότι έπρεπε να με βοηθήσει. Για μία στιγμή ξεροκατάπια, μετανιώνοντας μέσα μου ήδη για εκείνο που δεν είχα ξεστομίσει ακόμα.

«Εκείνος…» Απάντησα διστακτικά.

«Εκείνος είναι ερωτευμένος; Εννοώ, υπάρχει ανταπόκριση;»

«Νομίζω πως ναι… Δηλαδή, τώρα έχει εξαφανιστεί, οπότε μπορεί και όχι… Αλλά αν κάτσω και το καλοσκεφτώ έβλεπα ενδιαφέρον, οπότε ναι…» Η Αντριάνα με κοίταζε πολύ προσεκτικά.

«Είναι λογικό τώρα αυτό που κάνω; Που εγώ εξομολογούμαι τον έρωτα μου στην ψυχολόγο μου;»

«Φυσικά… Είμαι εδώ για να λύσουμε όποιο πρόβλημα ταλαντεύει την ψυχολογική σου διάθεση. Τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα σου είναι λογικό να τα αναλύουμε… Άλλωστε περίμενα πολύ καιρό για να συμβεί αυτό…»

Γύρισα πάλι και κοίταξα το ταβάνι.

«Τον λένε Μάκη…» Για λίγο σιωπή. Έπειτα πίστεψα για μία στιγμή ότι η Αντριάνα μπορεί και να είχε λιποθυμήσει. Ούτε την αναπνοή της δεν άκουγα. Γύρισα αργά το βλέμμα μου επάνω της. Με κοίταζε σοβαρή.

«Είναι πιο περίπλοκο δηλαδή; Είναι εκείνος που είναι ερωτευμένη και η Αλέκα;»

Και έλεγα τι ξεχνούσα! Και βέβαια είχα ξεχάσει την δήθεν ερωτική καταστροφή της Αλέκας και ήταν απολύτως λογικό τώρα η Αντριάνα να κάνει συνειρμούς.

«Όχι! Καμία σχέση… Απλή συνωνυμία…» Κατάφερα να ξεγλιστρήσω σαν χέλι από την αμήχανη στιγμή.

«Αντριάνα! Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου! Τον Μάκη τον γνώρισα εδώ μία μέρα στο γραφείο σου…» Εκείνη με κοίταζε ανέκφραστη. Τα μάτια της στένεψαν κάπως προβληματισμένα επάνω μου και εγώ ένιωθα να με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα στη σκέψη ότι μπορεί να το μετάνιωνα που τελικά ήμουν τόσο ειλικρινής μαζί της.

«Είσαι ερωτευμένη με τον ετεροθαλή αδερφό μου;» Με ρώτησε άναυδη και έπειτα την είδα να σκάει ένα πλατύ χαμόγελο, που η αλήθεια είναι δεν είχα δει ποτέ μου. Τώρα όμως μπορούσα να εξηγήσω τα τόσα σχόλια κάτω από την φωτογραφία τους στα social.

«Αδερ-φός σου;» Αναρωτήθηκα φωναχτά και τότε έλεγα από μέσα μου ¨δεύτε τελευταίων ασπασμών!¨ Σιγά μην δεχόταν η Αντριάνα να κάνω σχέση με τον αδερφό της. Είναι η πρώτη που γνώριζε τις αντιλήψεις μου για τους εραστές μου, το γάμο και όλα αυτά που δεν με έκαναν φυσιολογική γυναίκα.

«Για μία στιγμή γιατί έχω μπερδευτεί με την αντίδραση σου. Χάρηκες ή όχι;» Εκείνη ξερόβηξε παίρνοντας ξανά το σοβαρό της ύφος.

«Δεν ξέρω την εξέλιξη αυτής της σχέσης…»

«Δεν είναι παντρεμένος ε;» Ήταν το μόνο που με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή ενώ είχα ξεχάσει αμέσως την απάντηση της.

«Όχι…» Μου απάντησε καθησυχαστικά. Εγώ της χαμογέλασα αυθόρμητα.

«… Απλά μου είναι λίγο άβολο το ότι το γνωρίζω επειδή ξέρω ότι μπορεί να μην βλέπεις την όποια σχέση έχετε ή θα έχετε στο μέλλον, τόσο σοβαρά…»

«Φυσικά και την βλέπω σοβαρά! Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που θέλω έναν άνθρωπο εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Θέλω να τον έχω απέναντι μου… Να είναι κάπου δίπλα μου… Καταλαβαίνεις;»

Ένευσε θετικά.

«Και βέβαια καταλαβαίνω Σόνια μου… Αυτό προσπαθούσα να σου πω τόσο καιρό… Να αποτραβηχτείς με όποιον τρόπο από το συναισθηματικό σου ευνουχισμό…»

«Που είναι τώρα; Έφυγε από την χώρα;» Ο παραλογισμός μου έδινε ρεσιτάλ ερμηνείας πάνω στην αντίδραση μου. Εκείνη χαμογελούσε με ένα πνιχτό γελάκι. Τα μάτια μου άνοιγαν διάπλατα περιμένοντας την απάντηση της λες και κρεμόμουν από τα χείλη της.

«Όχι. Εδώ είναι… Ακόμα…»

«Τι θα πει ακόμα; Έχει σκοπό να φύγει;»

«Πολύ πιθανόν… Τον τελευταίο καιρό έδειχνε πολύ απογοητευμένος. Αλλά ο Μάκης δεν ανοίγεται εύκολα γενικά…»

«Πες μου που μένει!»

«Σόνια μου ηρέμησε. Γιατρός είμαι. Όχι κολλητή σου. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να δίνω έτσι πληροφορίες…»

«Μα εσύ τόσο καιρό ήθελες να με βοηθήσεις…» Παραπονέθηκα.

«Είναι αλήθεια αυτό και αυτή είναι η δουλειά μου. Να σε βοηθήσω ψυχολογικά… Όχι πρακτικά δίνοντας πληροφορίες που δεν μπορώ να επιβεβαιώσω αυτή τη στιγμή ότι δεν θα φέρουν σε δύσκολη θέση τον αδερφό μου…»

«Έχεις δίκιο! Απλά είναι που έχω τόσες μέρες να τον δω… Τον αναζητάω παντού και αυτός έχει εξαφανιστεί…»

«Μην βιάζεις τις καταστάσεις. Ότι είναι να έρθει θα έρθει από μόνο του…»

Δεν είχε και άδικο σε αυτό η Αντριάνα. Όλα είχαν γίνει μόνα τους και όλες εκείνες οι συναντήσεις μας είχαν γίνει με γνώμονα την καρμική μας σύγκρουση.

«Και τώρα πάμε στα δικά μας…»

Τα μάτια μου είχαν στυλωθεί στο κενό χωρίς να την ακούω.

«Πόσο καιρό έχει που…»

«Πολύ… Έχω πολύ καιρό να τον δω…»

Η Αντριάνα με κοίταξε έκπληκτη.

«Δεν εννοούσα αυτό… Αλλά από ότι φαίνεται το μυαλό σου είναι εκεί. Κοντά του!»

«Και η καρδιά μου…» Ψιθύρισα και την κοίταξα απογοητευμένα. «Ούτε το τηλέφωνο του μπορείς να μου δώσεις ε;» Έσυρα ναζιάρικα τις λέξεις μου, παρακαλώντας την μέσα από το βλέμμα μου να το κάνει.

«Όχι βέβαια!» Αποκρίθηκε διατηρώντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

«Αλλά να ξέρεις, χαίρομαι που επιτέλους κάποιος ξεκλείδωσε αυτή την συναισθηματική σου εσωστρέφεια. Ο ασθενής τυραννιέται διπλά και τριπλά όταν δεν μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματα του»

«Μα εγώ μία χαρά διαχειρίζομαι τα συναισθήματα μου!» Είπα κάπως κοφτά. Η φωνή της ήταν τόσο ήρεμη όταν μου απάντησε που ένιωθα ότι με έπαιρνε αγκαλιά. Με κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια.

«Πιστεύω Σόνια μου ότι υπάρχει κάτι που δεν μου έχεις πει ακόμα. Μέσα από τα ραντεβού μας έχω διαπιστώσει μία συναισθηματική ρωγμή που σε έχει οδηγήσει στο να μπλοκάρεις και να μην μπορείς να αφεθείς στο αυτονόητο…»

«Όλο αυτό επειδή χρησιμοποιούσα τους άντρες; Χα!» Ο εγωισμός μου είχε ενεργοποιηθεί χτυπώντας κόκκινο. «Δηλαδή επειδή είμαι εργένισσα και απολαμβάνω την εργένικη ζωή μου πρέπει να υποβόσκει κάτι άλλο; Αρνούμαι αυτή την διαπίστωση σου και ίσως να είναι ένα λάθος συμπέρασμα. Συμβαίνουν αυτά! Άνθρωποι είστε και εσείς οι ψυχολόγοι!» Εκείνη απλά κοίταζε εξεταστικά τις αντιδράσεις μου. «Δηλαδή οι άντρες είναι καλύτεροι όταν μας χρησιμοποιούν; Ένα μάτσο μισογύνηδες εκεί έξω που περνάνε απλά καλά! Τίποτα περισσότερο. Ούτε δεσμεύσεις θέλουν αλλά ούτε και κάτι σοβαρό. Όλοι την ώρα τα μάτια τους παίζουν με όποια βρεθεί μπροστά τους. Η πλειοψηφία τους είναι σεξιστές και άνανδροι!»  

Η Αντριάνα παρατηρούσε το ξέσπασμα μου.

«Και ο Μάκης; Είναι διαφορετικός;» Σταμάτησα την έπαρση του λόγου μου και έμοιαζα σαν να με κόλλησε κάποιος στον τοίχο. Στο μυαλό μου δεν υπήρχε καμία απάντηση. Το απόλυτο κενό. Οι λέξεις δεν έβγαιναν από τα χείλη μου, παρά το ότι έκανα μία μικρή προσπάθεια.

«Βλέπεις; Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο… Εσύ απλά υποσυνείδητα τους έχεις βάλει όλους στο ίδιο καλάθι…»

Προσπερνώντας την ψυχολογική της ανάλυση, σηκώθηκα από την καρέκλα – τύπου καναπέ και την κοίταξα απελπισμένη.

«Πως θα τον βρω όμως Αντριάνα; Ακόμα και ο ίδιος να μην είναι σαν όλους τους άλλους εγώ δεν μπορώ να τον εντοπίσω για να πάρω αυτή την ευκαιρία στο να το διαπιστώσω αυτό που μου λες;»

Η Αντριάνα άφησε το βλέμμα της να κατηφορίσει προβληματισμένα.

«Η θέση μου είναι δύσκολη… Καταλαβαίνεις…»

Πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου η μέρα που τον είχα πρωτοσυναντήσει εδώ μέσα. Στα χέρια του τότε κρατούσε τον φάκελο μου και διάβαζε το ιστορικό μου. Πράγμα που τώρα δεν με έκανε έξαλλη γιατί το μόνο που με ένοιαζε ήταν να τον ξανά συναντήσω. Αφού κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μου δώσει καμία περεταίρω πληροφορία, σηκώθηκα αργά από την θέση μου και φόρεσα τις γόβες μου. Ήταν μία καλή κίνηση για να σταθώ και πάλι στο ύψος μου. Τίναξα τα μαλλιά μου προς τα πίσω με αυτοπεποίθηση. Δεν έπειθα όμως κανέναν. Μέσα μου και κυρίως στο πρόσωπο μου ζωγραφιζόταν μία απελπισία. Ερωτική απελπισία. Από αυτές που παρατηρούσα καμία φορά στις ρομαντικές ταινίες που δεν είχαν πάντα happy end.

«Καλύτερα να πηγαίνω…» Της είπα τσεκάροντας στον καρπό μου την ώρα. «Πέρασε και η ώρα του ραντεβού μας…»

«Θα τα ξανά πούμε την επόμενη Παρασκευή…» Αποκρίθηκε η Αντριάνα με σιγουριά. Πριν φύγω όμως μου ξανά απεύθυνε το λόγο.

«Ξέχασα να σου πω!» Γύρισα προς το μέρος της. «Την Κυριακή θα πάρω τα παιδιά μου και θα είμαστε οικογενειακώς σε έναν παιδότοπο κοντά στην περιοχή που μένεις. Αν έχεις ακουστά «Ζουζουνοπόλεμος» λέγεται ο παιδότοπος… Θα ήταν ωραίο να βρεθούμε εκεί τυχαία, τι λες;» Μου έσκασε ένα χαμόγελο και μου έκλεισε το μάτι. Τα μάτια μου έλαμψαν από ευτυχία. Το χαμόγελο μου έδωσε την πολυπόθητη απάντηση και η καρδιά μου κάλπαζε αναζητώντας ήδη στην περιοχή τον παιδότοπο. Αυτή ήταν η βοήθεια της και εγώ έπρεπε να την αρπάξω από τα μαλλιά και να την σύρω μέχρι το σπίτι μου χωρίς δεύτερες σκέψεις αυτή τη φορά! Οι ευκαιρίες στη ζωή μπορεί να είναι και λίγο στημένες…

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 ~

 

Τι κάνει μία τρελή, ερωτοχτυπημένη Κυριακή απόγευμα;

Πάντως σίγουρα δεν κόβει βόλτες γύρω – γύρω στην περιοχή του σπιτιού της για να βρει έναν παιδότοπο με το όνομα ¨Ζουζουνοπόλεμος¨! Μόνο εγώ θα μπορούσα να το κάνω αυτό με σύμμαχο στην τρέλα φυσικά την Αλέκα, η οποία όση ώρα έκοβα στροφές αναζητώντας το μόνο μέρος που θα μπορούσα επιτέλους να συναντήσω τυχαία τον έρωτα της ζωής μου, εκείνη είχε κολλήσει το πρόσωπο της στην οθόνη του κινητού της στέλνοντας ασταμάτητα μηνύματα με τον Μιχάλη. Της έριξα μία κοφτή ματιά την ώρα που το χαμόγελο της έκανε για χιλιοστή φορά την επανεμφάνιση του στο πρόσωπο της. Τελικά γίναμε δύο οι χαζοχαρούμενες σε αυτή την παρέα.

«Τι θα γίνει ρε Αλέκα; Θα μου δώσεις λίγο σημασία μπας και εντοπίσουμε επιτέλους τον πόλεμο των ζουζουνιών;» Παραπονέθηκα.

«Τι είπες;» Με κοίταξε για λίγο σοβαρή αλλά η σαστιμάρα της την έκανε να δείχνει χαρούμενη ακόμα και εκείνη τη στιγμή. Δεν με άκουγε γιατί πολύ απλά όλο το ενδιαφέρον της ήταν στην επικοινωνία της με τον Μιχάλη. Ξανά κοίταξα πεταχτά την οθόνη του κινητού της που κουδούνιζε σαν τρελό με τις ειδοποιήσεις των μηνυμάτων.

«Ζουζούνια λέω! Θα μας φάνε τα ζουζούνια!»

«Εννοείς εμένα και τον Μιχάλη;» Με κοίταξε για λίγο ξαφνιασμένη αλλά σύντομα και πάλι το ενδιαφέρον της το έκλεψε η οθόνη του κινητού της. Πάτησα απότομα το φρένο όταν τα μάτια μου εντόπισαν με δυσκολία μέσα από το καταπράσινο των δέντρων μπροστά μου την ταμπέλα που έγραφε «Ζουζουνοπόλεμος» και τριγύρω ήταν ζωγραφισμένα αμέτρητα ζουζούνια. Τα μάτια της Αλέκας καρφώθηκαν πάνω μου όταν πάτησα το φρένο.

«Επιτέλους! Ο ζουζούνος θα συναντήσει τη ζουζούνα! Ελπίζω μόνο αυτή τη φορά να ζουζουνίσετε!» Έπνιξε ένα γέλιο που με εκνεύρισε για λίγο. Δεν ήμουν και σίγουρη όμως αν ήταν εκνευρισμός ή άγχος τελικά γιατί η σκέψη ότι σε λίγο θα βρισκόμουν πολύ κοντά του, με τρέλαινε. Αναταράχτηκε το στομάχι μου από ευτυχία και αμηχανία μαζί. Είχα τόσες μέρες να τον δω. Η Αλέκα απάντησε στην κλήση του Μιχάλη όσο βαδίζαμε προς τον παιδότοπο.

«Ναι… Ζουζουνάκι μου… Σε κλείνω τώρα γιατί πρέπει να πάμε σε αυτό το ραντεβού που είναι πολύ σημαντικό! Σε φιλώ γλυκά…» Άρχισε να ρουφάει τα χείλη της κάνοντας συνεχόμενους ήχους προς το κινητό της και εγώ έπιασα το κούτελο μου σαν απελπισμένη μπροστά σε αυτή την εικόνα. Η Αλέκα με κοίταζε όση ώρα ο ήχος είχε γίνει μία ανεξέλεγκτη ερωτική πρόκληση προς τον Μιχάλη. Λίγο αργότερα, έκλεισε το κινητό κοιτάζοντας με ανέκφραστη. Μου έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο.

«Είχα ξεχάσει πόσο ωραίος είναι ο έρωτας τελικά… Και είμαι σίγουρη πως τώρα που θα δεις τον Μάκη θα το θυμηθείς και εσύ!»

Άρχισα να τρέμω. Χωρίς λογική το μυαλό μου έκοβες βόλτες ήδη μπροστά στο θέαμα του. Ήθελα τόσο πολύ να πέσω στην αγκαλιά του μόλις τον συναντήσω. Να του πω πόσο μου έλειψε και μετά, να του αστράψω και ένα χαστούκι που εξαφανίστηκε έτσι. Τόσο ξαφνικά. Αλλά είμαι σίγουρη ότι με το χαστούκι θα έκανε συνειρμούς για το τόσο ξύλο που του είχα δώσει τόσο καιρό. Οπότε ίσως καλύτερα θα ήταν να το βγάλω από την τόση φαντασία μου. Ας αρκεστώ στην αγκαλιά γιατί έτσι και αλλιώς τα γόνατα μου ένιωθα να κόβονται μιας και είχαμε φτάσει πια στην είσοδο του παιδότοπου.

Και μόλις συνειδητοποίησα το λόγο που δεν ήθελα οικογένεια και παιδιά.

Ο παιδότοπος μπροστά μου έμοιαζε μέσα από την τεράστια τζαμαρία του σαν πεδίο μάχης. Στριγκλιές, φωνές, κλάματα, υστερία… Γονείς να τρέχουν πανικόβλητοι πάνω – κάτω. Άλλοι να κρατάνε τα κεφάλια τους απελπισμένοι. Άλλοι να μαλώνουν τα παιδιά τους και να τα απειλούν ότι θα τα πάνε σπίτι. Άλλοι να κοιτάζουν αδιάφορα από τις θέσεις τους προς τον κακό χαμό που γινόταν μέσα στον χώρο του παιχνιδιού που εμένα αυτός ο χώρος μου έμοιαζε περισσότερο με μάντρα. Ούτε που σκεφτόμουν εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα να τον αναζητήσω με το βλέμμα μου. Η εικόνα μπροστά μου ήταν η απόλυτη καταστροφή για όποιον ήθελε προφανώς να ζήσει την ερωτική αλλά και γενικότερα τη ζωή του.

«Σόνια! Τι έπαθες; Προχώρα;»

Η Αλέκα με σκουντούσε αλλά εγώ είχα μαρμαρώσει πάνω στο πεζοδρόμιο χωρίς να είμαι σίγουρη ότι θέλω να κάνω αυτό το βήμα. Ένιωθα ένα τεράστιο κενό μέσα μου. Κάτι μου φώναζε να μην κάνω αυτό το βήμα.

«Τι έπαθες καλέ;» Με ρωτούσε με ένα βλέμμα επίμονο ενώ εγώ την κοίταζα σαν να είχα ζαλιστεί απότομα από το θέαμα που είχα μπροστά μου.

«Που πάμε να μπούμε;»

Αναρωτήθηκα φωναχτά και τότε η Αλέκα με πλησίασε.

«Το μετάνιωσες; Δεν θέλεις να τον δεις;»

«Εδώ μέσα Αλέκα είναι η απόλυτη καταστροφή! Όλο αυτό με αγχώνει και το ξέρεις πολύ καλά! Αυτό το μέρος δεν είναι το κατάλληλο για να συναντηθώ μαζί του μετά από τόσο καιρό!»

«Δεν νομίζω ότι στην περίπτωση σας υπάρχουν κατάλληλα μέρη για συνάντηση! Προχώρα…»

Αντί αυτού, εγώ δεν έκανα ούτε ένα βήμα. Η Αλέκα κοίταζε την άρνηση μου στο να την ακολουθήσω. Στένεψε τα μάτια της επάνω μου μελαγχολικά.

«Τι σε έπιασε; Έκανες σαν τρελή για να τον συναντήσεις…»

«Έχω ταχυκαρδία… Αυτή η εικόνα με όλα αυτά τα παιδιά με έχει αγχώσει…»

«Άσε τις δικαιολογίες και κάνε απλά ότι δεν υπάρχουν όλα αυτά τα παιδάκια…»

«Μα πώς να το κάνω αυτό; Αφού τρέχουν πάνω – κάτω σαν σβούρες! Τσιρίζουν! Ουρλιάζουν σαν να τα σφάζεις!»

Η Αλέκα πλησίασε προς την είσοδο, κοιτάζοντας με απειλητικά.

«Ωραία. Μην έρθεις! Εγώ μπαίνω και εσύ μπορείς να φύγεις μακριά από αυτό που πρέπει να διεκδικήσεις!»

Εξαφανίστηκε από μπροστά μου.

Μένοντας πιο πίσω να χαζεύω την εξεταστική ματιά της που διερευνούσε το χώρο γύρω της προφανώς για να εντοπίσει τον Μάκη. Κάποια στιγμή την είδα να εστιάζει με ένα αχνό χαμόγελο και να προχωράει προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ακολουθούσα τα βήματα της αλλά από την απόσταση που ήμουν ήταν αδύνατον να τον εντοπίσω και εγώ με το βλέμμα μου πίσω από την τεράστια κολόνα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Σχεδόν αμέσως όμως είδα την Αλέκα να έρχεται και πάλι πίσω, με γοργό βήμα και έπειτα το βλέμμα της αναζητούσε το δικό μου όσο με πλησίαζε. Εγώ πάλι με τα μάτια μου προσπαθούσα να εντοπίσω τον άντρα της ζωής μου. Όταν με πλησίασε πια για τα καλά με έπιασε από το μπράτσο να με σύρει προς την μεριά του δρόμου.

«Τον είδες; Είναι μέσα;»

Η Αλέκα κόμπιασε.

«Ε; Ναι… Αλλά καλύτερα να φύγουμε…»

Εγώ ένευσα να με αφήσει για να προχωρήσω μερικά βήματα πιο μπροστά αναζητώντας να τον δω έστω και από απόσταση.

«Καλύτερα να πηγαίνουμε…» Αναφώνησε η Αλέκα ξανά εστιάζοντας στην τελευταία της λέξη.

«Γιατί; Μα που είναι; Δεν τον βλέπω…»

«Πήγε τουαλέτα! Πάμε να φύγουμε!»

Κάνοντας μερικά βήματα μπροστά άνοιξα το στόμα μου διάπλατα – έκπληκτη. Γύρισα και κοίταξα εμβρόντητη την Αλέκα.

«Στο είπα! Καλύτερα να φύγουμε…»

«Ποια είναι αυτή που κάθεται δίπλα του; Της κρατάει το χέρι;»

«Δεν ξέρω ποια μπορεί να είναι… Αλλά πάμε να φύγουμε και μαθαίνεις νεότερα από την Αντριάνα!»

Ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάματα αλλά ήθελα τόσο πολύ να του σπάσω τα μούτρα. Ούτε που κατάλαβα για πότε ξέφυγα από τα χέρια της Αλέκας, γιατί έκανε αγώνα για να με κρατήσει εκεί. Μπήκα στο εσωτερικό του μαγαζιού, προσπέρασα όλα αυτά τα μικρά ζουζουνοτέρατα που με ξεκούφαναν με τις φωνές τους και έφτασα επιτέλους στο τραπέζι κοιτάζοντας επίμονα τον Μάκη. Εκείνος είχε μείνει άφωνος καθισμένος στη θέση του. Η Αντριάνα από απόσταση που ήταν άρχισε να βηματίζει προς το μέρος μου.

«Τι συμβαίνει;» Ρώτησε η μελαχρινή καλλονή δίπλα του και εγώ έμεινα να την κοιτάζω εκνευρισμένη. Ο Μάκης σηκώθηκε έκπληκτος και μου χαμογέλασε. Κουνούσα το πόδι μου ρυθμικά ενώ σταύρωσα τα χέρια μπροστά από το στήθος μου.

«Τι θράσος!» Σχεδόν ούρλιαξα καρφώνοντας το βλέμμα του. Όταν πήγε όμως να ανοίξει το στόμα του δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Του άστραψα ένα ξεγυρισμένο χαστούκι που ήμουν σίγουρη ότι θα το θυμόταν σε όλη του τη ζωή. Γύρισε όλος ο παιδότοπος και μας κοίταξε. Ακόμα και οι μικρές κινούμενες σειρήνες που κάποιοι τα ονόμαζαν παιδιά, σταμάτησαν το παιχνίδι και μας χάζευαν. Απομακρύνθηκα σχεδόν αμέσως βγαίνοντας έξω. Μόλις αντίκρισα την Αλέκα με ρωτούσε τι ήταν αυτό που έκανα και εγώ στο πρώτο βήμα μας για να κατευθυνθούμε προς το αμάξι, έβαλα τα κλάματα τελικά σαν μικρό παιδί μέσα στην αγκαλιά της.

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 ~

 

«Σόνια ηρέμησε!»

Τα μάτια μου είχαν πρηστεί από το κλάμα. Το μόνο που ήθελα πραγματικά ήταν απλά να τον στήσω στον τοίχο του σπιτιού μου απέναντι μου και να τον πυροβολήσω. Ήταν ένοχος. Η Αλέκα προσπαθούσε να με ηρεμήσει. Ένα βουνό από χαρτομάντιλα όμως είχε σχηματιστεί δίπλα μου στον καναπέ και εγώ κλαψούριζα σαν παιδί που δεν του έπαιρναν παγωτό.

«Να πάω να πάρω παγωτό;» Στην ερώτηση της Αλέκας πάγωσα κοιτάζοντας την. Δεν ήξερα ότι είχε και τηλεπαθητικές ικανότητες. Ξανά κλαψούρισα αυτή τη φορά μπαίνοντας στην αγκαλιά της.

«Δεν θέλω τίποτα…» Γκρίνιαξα ενώ ανάσαινα βαριά.

«Μπορεί να κάνεις λάθος… Περίμενε να δούμε τι θα μας πει και η Αντριάνα… Κάποια παρεξ…»

Τεντώθηκα όρθια μπροστά της. Την κοίταζα απειλητικά ενώ διέκοψα την τελευταία της φράση.

«Παρεξήγηση θέλεις αν πεις; Όχι! Αρνούμαι να χτίζουμε αυτή τη σχέση μας με παρεξηγήσεις… Αν πραγματικά ήθελε θα με έψαχνε τόσο καιρό! Αλλά; Όλα τα σημάδια είναι μπροστά! Προφανώς εξαφανίστηκε γιατί τσιλιμπούρδιζε ο κύριος! Χα! Τρομάρα του! Θέλει και γκόμενες μικρότερες από εκείνον!»

Η Αλέκα με κοίταζε με μάτια γουρλωμένα.

«Παραλογίζεσαι πάλι Σόνια!» Μου βροντοφώναξε όσο ξεσπούσα μπροστά της με μία έκφραση θυμού.

«Παραλογίζομαι; Το λες παραλογία αυτό;»

Με κοίταξε για λίγο σκεπτική.

«Ναι. Ο απόλυτος παραλογισμός!» Ανταπάντησε κοιτάζοντας με ακόμα πιο προβληματισμένη. «Που πήγε η Σόνια! Η μεθοδική, η ήρεμη; Εκείνη που ήταν γεμάτη αυτοπεποίθηση; Που άλλαζε τους άντρες σαν το εσώρουχο της; Που έλεγε ¨Περνώ και μόνη μου καλά… Δεν σε έχω ανάγκη τελικά;¨»

Είχα σταματήσει τα ξεσπάσματα μου και άκουγα την Αλέκα πολύ προσεκτικά. Κάπως ηρέμησα μέσα μου.

«Μα είμαι όλα αυτά ακόμα!» Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου.

«Όχι Σόνια μου! Δεν είσαι! Αυτός ο άνθρωπος σε έχει αλλάξει ολοκληρωτικά!»

«Δεν είναι έτσι…»

«Προφανώς και είναι έτσι! Να σου θυμίσω ότι λίγο πιο πριν σε έναν χώρο ασφυκτικά γεμάτο με γονείς και παιδιά, ξεκατινιαζόσουν με τόση μαεστρία;»

Μόλις συνειδητοποίησα τις αντιδράσεις μου που ήταν εκτός ελέγχου, κάπως είχα δυσανασχετήσει μέσα μου για την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά μου. Ένιωσα ενοχές που είχα γίνει μία κατίνα στην κοινή θέα όλων. Ένιωσα θυμό πρώτα με τον εαυτό μου και μετά με εκείνον που μου το προκάλεσε όλο αυτό.

«Έγινα εγώ ρεζίλι! Και μάλιστα για έναν άντρα!» Παραδέχτηκα σαστισμένα όσο στο μυαλό μου στριφογυρνούσε η εικόνα με εμένα να κάνω σαν μανιακή μέσα σε τόσο κόσμο. Κάπως απομόνωσα στη σκέψη μου την αντίδραση του Μάκη. Το βλέμμα του έμοιαζε φιλόξενο και ξαφνιασμένο όταν με αντίκρισε, ασχέτως αν αργότερα άλλαξε απότομα σουφρώνοντας τα φρύδια του. Παρέμεινε όμως σιωπηλός. Στο τέλος μάλιστα έδειχνε αντί να τα έχει χαμένα, να το απολαμβάνει κιόλας ενώ η κοπέλα δίπλα του είχε μείνει άφωνη να με χαζεύει.

«Αλέκα! Χάνω εντελώς τα λογικά μου…» Το κινητό της Αλέκας χτύπησε σε αλλεπάλληλα μηνύματα. Κοιτάξαμε και οι δύο προς το κινητό της. Εκείνη χαμογέλασε, παίρνοντας το στα χέρια της. «Έτσι είναι ο έρωτας…» Ξεφώνησε με έναν βαθύ αναστεναγμό, ενώ με τα μάτια της αναζήτησε τα μηνύματα του Μιχάλη.

«Σε αποτρελαίνει! Σε κάνει να πετάς στα σύννεφα!» Συνέχισε αναστενάζοντας ακόμα πιο βαθιά.

«Μα εγώ δεν πετάω στα σύννεφα!» Ούρλιαξα γιατί κάπως με ενόχλησε που το κινητό της απέσπασε όλη την προσοχή της ξαφνικά.

«Σόνια! Σταμάτα να κάνεις σαν εγωκεντρικό παιδί! Πάρε το χρόνο σου να δεις τι πραγματικά συμβαίνει! Μίλα με την Αντριάνα!»

Η Αλέκα είχε ωριμάσει κάπως απότομα τελευταία. Εγώ ήμουν εκείνη που της έδινα πάντα συμβουλές. Ξαφνικά όλο αυτό είχε αντιστραφεί. Μέσα μου διατηρούσα την ντροπή μου απέναντι στην Αντριάνα. Πως θα την αντίκριζα μετά από αυτό το ξεφτιλίκι; Η Αλέκα με κοίταξε με ένα πελαγωμένο ύφος. Ξανά έπιασε το κινητό στα χέρια της ενώ στα χείλη της σχηματίστηκε ένα εκνευριστικό χαμόγελο ευτυχίας. Γιατί με ενοχλούσαν όλα τόσο ξαφνικά;

«Θες να πας κοντά του…» Διαπίστωσα μαλώνοντας σιωπηλά τον εαυτό μου για τον παραλογισμό του. Έπρεπε να ενεργοποιήσω την λογική μου. Έπρεπε να τα δω όλα πιο ξεκάθαρα. Εκείνη κατένευσε ναζιάρικα.

«Αλλά αν δεν θες εγώ θα παραμείνω εδώ. Κοντά σου…» Αρκέστηκα σε μία βαθιά αναπνοή. Κάθισα στον καναπέ αργά και έπειτα την κοίταξα μελαγχολικά. «Όχι. Είναι εγωιστικό όλο αυτό… Καλύτερα να περνάει μία από τις δυο μας καλά… Και μιας και εγώ δεν γίνεται… Πήγαινε εσύ και απόλαυσε το!» Άφησα το βλέμμα μου να διασκορπιστεί όλο σιγουριά τριγύρω. «Θα είμαι εντάξει! Ίσως μου κάνει καλό να κάνω φασίνα και να συνειδητοποιήσω όλα όσα έχουν γίνει! Να τα βάλω μέσα μου σε μία σειρά!»

 

*

 

Η αίσθηση της χλωρίνης με έκανε να αποτραβηχτώ από την παράλογη φύση μου. Με επανέφερε αυτόματα στα γνώριμα στέκια του εαυτού μου. Κάθε φορά όμως που περνούσε από το μυαλό μου η εικόνα εκείνης της μελαχρινής ύπαρξης δίπλα του, έτριβα μανιωδώς τα πλακάκια της μπανιέρας μου τριγύρω. Τελικά αυτό που όφειλα να κάνω είναι να προετοιμάσω ψυχολογικά τον εαυτό μου για το χειρότερο σενάριο αυτής της ιστορίας. Το χειρότερο, αλλά και το πιο λογικό. Ότι ο Μάκης δηλαδή μετά από τις απανωτές χυλόπιτες και κρυολουσίες που είχε βιώσει μαζί μου, ήταν δεδομένο ότι θα αναζητούσε την αγκαλιά κάποιας άλλης. Κάποιας που θα ένιωθε πιο αποδεκτός και πιο ελεύθερος να είναι ο εαυτός του. Κάποιας που θα τον είχε στην αγκαλιά του με ζεστά, ίσως και καυτά συναισθήματα και όχι με απανωτές σφαλιάρες!

Πέταξα μακριά το σφουγγάρι που κρατούσα στα χέρια μου και αναστέναξα. Να ήταν η έντονη μυρωδιά της χλωρίνης που μου έκαψε τα ρουθούνια ή η σκέψη ότι εκείνος βρισκόταν μέσα στην αγκαλιά της και απολάμβανε τα τρυφερά φιλιά της; Επιβεβαιώθηκα στη δεύτερη εκδοχή που είχε πλάσει το μυαλό μου, όταν η σύγκριση μέσα στην αίσθηση του φιλιού έγινε αυτόματα μέσα μου με το δικό μας φιλί να έχει την αίσθηση του σκόρδου. Τίποτα καλό δεν είχε να θυμάται από εμένα. Μόνο τσιρίδες. Νεύρα. Ξύλο. Γρήγορα και λάθος συμπεράσματα και η σχέση αυτή είχε τη γεύση τζατζικιού! Ήθελα απλά να ουρλιάξω! Αλλά η φωνή μου να φτάσει μέχρι τα αυτιά του μήπως και τον έκανα τελικά να έρθει για μία και μοναδική φορά κοντά μου.

Όταν το κουδούνι χτύπησε, ήμουν σίγουρη ότι η Αλέκα είχε επιστρέψει. Σε αντίθεση με την πρωταρχική μου σκέψη όμως και ενεργοποιώντας την σαστιμάρα μου, έμεινα με τα χέρια μου μετέωρα να κρατάω μέσα στα θεόρατα πλαστικά γάντια μου, τη χλωρίνη και το σφουγγάρι που είχε αρχίσει να στάζει νερά.

«Καιρός ήταν να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα…»

Ο Μάκης έβαλε τα χέρια μέσα στις τσέπες του και βημάτισε προς το σαλόνι αφήνοντας με πίσω του να κοιτάζω μέσα από την ανοιχτή πόρτα το απόλυτο κενό. Γύρισα μόνο το κεφάλι μου αργά προς το μέρος του. Ο άτσαλος κότσος – τύπου κεφτεδάκι – στο κεφάλι μου μετακινήθηκε έτοιμος να λύσει από το χαλαρό πιάσιμο. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το να με δει σε αυτή την κατάσταση δεν ήταν και ότι πιο ερωτικό.

«Άντε θα έρθεις;»

Με προσκάλεσε στο εσωτερικό του σαλονιού και με μία κίνηση έκατσε στον ευρύχωρο καναπέ μου περιμένοντας με.

«Σαν το σπίτι σου…» Απάντησα αποσβολωμένη.

«Στις ομορφιές σου βλέπω…» Με πείραξε με την ήρεμη χροιά της φωνής του και αμέσως έπνιξε μισό χαμόγελο στα χείλη του. Κούνησα ανεπαίσθητα το κεφάλι μου. Κοίταξα την φαρδιά φόρμα μου και έπειτα γύρισα αμήχανα το βλέμμα μου προς εκείνον.

«Δεν περίμενα κόσμο… Αλλά έτσι κάνεις! Εμφανίζεσαι και εξαφανίζεσαι αντίστοιχα από το πουθενά!» Έδειχνα θιγμένη.

«Ζητάς και τα ρέστα;» Παρά την επιθετική διάθεση της φράσης του εκείνος έδειχνε απόλυτα ήρεμος. «Μάλλον εσύ εμφανίζεσαι από το πουθενά! Ξεχνάς μάλλον τι έγινε στον παιδότοπο!» Συνέχισε προκαλώντας με.

«Γενικά ξεχνάω να ξέρεις! Έχω επιλεκτική μνήμη!» Παράτησα στο πάτωμα τη χλωρίνη και το σφουγγάρι και σταύρωσα όπως ήμουν φορώντας τα γάντια, τα χέρια μου μπροστά από το στήθος μου. Εκείνος έβαλε το χέρι του στο πιγούνι του κοιτάζοντας με εξεταστικά.

«Πόσο sexy μπορεί να είναι κάποια με την εμφάνιση σου τώρα;» Με έκανε να τα χάσω.

«Σίγουρα πιο sexy από ένα ψιλόλιγνο ξυλάγγουρο που σέρνουν κάποιοι άντρες δίπλα τους!» Ανασήκωσα το στήθος μου λύνοντας τα χέρια μου.

«Πολύ προσβλητικό για μία γυναίκα…» Το ύφος του σοβάρεψε.

«Για γυναίκα ναι. Για κοριτσάκια που είναι ένα βήμα μετά το στάδιο ενηλικίωσης τους, όχι!» Γκρίνιαξα βγάζοντας από μέσα μου όλο το δηλητήριο. Εκείνος χαμογέλασε.

«Ήμουν σίγουρος ότι δεν το είχες ξεπεράσει ακόμα!» Με προκάλεσε ακόμα μία φορά. Το βλέμμα μου μαλάκωσε. Όχι να μοιάζω και απελπισμένη στα μάτια του. Αυτό πήγαινε πολύ!

«Για να ξεπεράσεις κάτι θα πρέπει να υπάρχει… κάτι!»

«Σε πείραξε που ήμουν με την Άντζελα!»

«Όχι, βέβαια! Χα!» Αποκρίθηκα όλο σιγουριά. «Απλά δεν μου αρέσουν οι άντρες που δεν ξεκαθαρίζουν την θέση τους! Τι είμαι εγώ για να παίξει κάποιος μαζί μου;»

«Σωστά… Αν και δεν θυμάμαι να είχα πάρει κάποια θέση! Εσύ άλλωστε δεν μπορείς να μπαίνεις σε παιχνίδια που δεν μπορείς να διαχειριστείς, σωστά; Στους δικούς σου κανόνες εσύ παίζεις με τους άντρες!» Τα μάτια μου έβγαλαν σπίθες οργής. Παρέμεινα σιωπηλή γιατί δεν είχα τίποτα να του πω. Σηκώθηκε αργά από τη θέση του. Με πλησίασε. Οι χτύποι της καρδιάς μου άρχισαν να του φωνάζουν πόσο πολύ τον ήθελα. Εκείνος με κοίταζε εστιασμένος στο βλέμμα μου που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το δικό του. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το μπράτσο μου τρυφερά. Το άγγιγμα του με έκανε να λιώσω δίπλα από το μπουκάλι της χλωρίνης. Για μία στιγμή σκέφτηκα ότι αντί το αισθησιακό μου άρωμα, εγώ βρωμοκοπούσα με ότι πιο αποστειρωμένο και ενοχλητικό υπήρχε. Ήμουν σίγουρη ότι η μυρωδιά της χλωρίνης είχε ποτίσει μέχρι και το πετσί μου. Δεν μας έφτανε μόνο η μυρωδιά του τζατζικιού! Τώρα είχαμε και αυτό!

«Δεν αναζητάμε τα ίδια πράγματα Σόνια! Μείνε με την αντρική λίστα σου να παίζεις με τα συναισθήματα τους. Εγώ αρνούμαι να γίνω μέρος του δικού σου παιχνιδιού! Άσε με εμένα με την Άντζελα!»

Ένας κόμπος έδεσε τον λαιμό μου. Αυτό έμοιαζε περισσότερο με προσβολή. Τα μάτια μου έγιναν υγρά. Σχεδόν βούρκωσα όταν με προσπέρασε, έτοιμος να φύγει.

«Ώστε το παραδέχεσαι ότι είστε μαζί;» Φώναξα απελπισμένη λίγο πριν πιάσει το χερούλι της πόρτας. Τον κοίταζα πιο πληγωμένη από ποτέ.

«Για την ακρίβεια είμαστε μαζί πάρα πολλά χρόνια… Τόσα που δεν βάζει ο νους σου γιατί για να σκεφτείς το αυτονόητο θα πρέπει να έχεις και μυαλό!» Γύρισε το χερούλι και χτύπησε δυνατά την πόρτα πίσω του. Έμεινα να σκέφτομαι το τι λάθος μπορεί να είχα κάνει σε όλο αυτό. Τα δάκρυα λυτρώθηκαν τελικά από τα μάτια μου, αυλακώνοντας τα μάγουλα μου. Γιατί με πονούσε τόσο η σκέψη ότι αυτός ο άντρας ήταν με κάποια άλλη; Και τι μπορεί να σήμαιναν όλα αυτά τα αινιγματικά λόγια που μου είπε στο τέλος;

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17 ~

Η Αλέκα γύρισε στο σπίτι ξημερώματα. Με κοίταζε ενοχικά την στιγμή που άνοιξα την πόρτα.

«Δεν μου έχεις δώσει κλειδιά… Περάνει τόσο γρήγορα η ώρα όταν είσαι με αυτόν που πραγματικά θες!»

Εγώ ξεφύσησα. Έσερνα τα βήματα μου προς το σαλόνι. Η Αλέκα με ακολούθησε διστακτικά. Ήταν σίγουρη ότι θα έβαζα τις φωνές που με ξύπνησε τέτοια ώρα και μου χάλασε τον προγραμματισμένο ύπνο. Αυτά όμως άνηκαν στο παρελθόν. Η νέα εκδοχή της Σόνιας με ήθελε να με έχει πάρει ο ύπνος πάνω στον καναπέ. Άπλυτη. Αχτένιστη. Με τη φόρμα που έκανα ώρες πριν φασίνα. Το βλέμμα της Αλέκας έπεσε στο άδειο μπουκάλι που ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Το έπιασε κοιτάζοντας το αιφνιδιασμένη.

«Εσύ το ήπιες όλο αυτό;» Κατένευσα. Έπειτα, τίναξα μερικές τούφες μαλλιών που είχαν πέσει μπροστά στο πρόσωπο μου ενώ ο κότσος – τύπου κεφτεδάκι – ήταν έτοιμος να αφήσει τα μαλλιά μου να αγκαλιάσουν τους ώμους μου.

«Ήρθε ο Μάκης…» Ψιθύρισα με θλίψη και στην άκρη των ματιών της διέκρινα ένα ψήγμα δυσπιστίας.

«Μήπως το είδες στον ύπνο σου; Σαν την άλλη φορά;»

Την κοίταξα σχεδόν έκπληκτη. «Ερωτευμένη είμαι Αλέκα! Όχι τρελή!»

«Καλά καλά… Ηρέμησε! Πες μου τι έγινε;»

«Με πρόσβαλε και μετά έφυγε!»

«Δηλαδή;»

«Μου είπε εν συντομία ότι είμαι μία εξώλης και προώλης!»

Η Αλέκα νευρίασε. Έγινε έξαλλη για την ακρίβεια.

«Έτσι σου είπε; Θα του σπάσω τα μούτρα!»

«Δεν μου το είπε ακριβώς έτσι… Μου το είπε κάπως πιο κομψά! Αλλά αυτό εννοούσε!»

«Και εσύ; Τι έκανες εσύ;»

«Τι να κάνω εγώ; Με έπιασε απροετοίμαστη! Τίποτα δεν έκανα… Και στο τέλος μου παραδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο ότι είναι με αυτή την ψιλέγκο!»

Η Αλέκα με κοίταζε αρκετά προβληματισμένη. Σκεπτική. Ανέκφραστη.

«Τι σκέφτεσαι; Με τρομάζεις…» Την σκούντηξα όσο στένευε τα μάτια της κοιτάζοντας στο κενό.

«Τίποτα! Πήγαινε να ξαπλώσεις… Χρειάζεσαι ξεκούραση! Ποτέ δεν θυμάμαι να έχεις πιει εσύ ένα μπουκάλι κρασί μόνη σου! Δεν θα γίνεις και αλκοολική στο τέλος για τον κύριο Μάκη! Άντε μπράβο!»

Πρώτη φορά την έβλεπα σε τόσο επιθετική στάση απέναντι σε αυτό το γεγονός που με ήθελε σταδιακά να χάνω τον εαυτό μου. Όταν ανέβηκα τα πρώτα σκαλοπάτια γύρισα και την κοίταξα απογοητευμένη. Η Αλέκα έμεινε να με κοιτάζει από τον διάδρομο.

«Πήγαινε κοιμήσου Σόνια! Αν δεν είναι γραπτό να είστε μαζί τότε ας μην είστε! Υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν … Καρπούζια!»

«Καρπούζια;»

«Ναι! Καρπούζια γιατί στην δική του περίπτωση μας βγήκε εντελώς μάπα!»

Δεν μπορούσα να συλλάβω το σκεπτικό της πάντως έμοιαζε κάπως παρήγορο το γεγονός ότι την είχα έστω και με αυτόν τον τρόπο δίπλα μου. Ήθελα να ξανακατέβω τα σκαλιά και να την αγκαλιάσω αλλά το σώμα μου ήταν αδύνατον να υπακούσει στις εντολές του μυαλού μου. Ένιωθα εξουθενωμένη. Δεν θυμάμαι για πότε έκλεισα τα μάτια μου και έπεσα ξερή στο κρεβάτι μου.

 

*

 

¨Καλημέρα πριγκίπισσα! Κοιμήθηκα στον καναπέ γιατί … ροχάλιζες! Μου πήρες τα αυτιά! Έφυγα πολύ πρωί γιατί είχα μία επείγουσα εκκρεμότητα να διεκπεραιώσω! Τα λέμε το μεσημέρι! Σε φιλώ, Αλέκα!»

Σίγουρα δεν το είχε γράψει η Αλέκα αυτό το σημείωμα.

Πρώτον, εγώ αποκλείεται να ροχάλιζα και δεύτερον, η λέξη διεκπεραιώσω δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της. Που την σκαρφίστηκε πρωί – πρωί. Βρομούσε η δουλειά λοιπόν αλλά εγώ δεν είχα καμία διάθεση να ασχοληθώ με όλο αυτό. Καιρός να βρω τα πατήματα στην παλιά, καλή Σόνια. Θα ορκιζόμουν ότι μετά τη χθεσινή απροειδοποίητη συνάντηση είχα βάλει σκοπό να μην ξανά κάνω κανένα από αυτά τα εγκλήματα που έκανα στον εαυτό μου. Σηκώθηκα λοιπόν αφήνοντας το νερό από το ντουζ να τρέξει επάνω στο καλοσχηματισμένο μου κορμί. Όση ώρα έτριβα το σφουγγάρι του μπάνιου επάνω μου, τόσο επιβεβαίωνα το λόγο που δεν έπρεπε να με παίρνει από κάτω. Αυτοσυγκέντρωση όση ώρα απολάμβανα το ντουζάκι μου. Αυτοσυγκέντρωση πάνω σε ζητήματα δουλειάς. Οι δείκτες στο μυαλό μου άρχισαν να μοιάζουν με ψυχογράφημα και εγώ ήδη είχα βάλει σε ένα πρόγραμμα το υπόλοιπο της ημέρας. Τίναξα το πόδι μου από τα νερά λίγο πριν βγω από την ντουζιέρα και άρχισα να απλώνω στο σώμα μου την κρέμα σώματος μου. Πόσο αισθησιακή μυρωδιά. Μπορεί να μην ήμουν έτοιμη ακόμα ψυχολογικά για να βγω στο κυνήγι των αντρών αλλά θα ξεκινούσα από όλα αυτά που ευχαριστούσαν την παλιά και γνώριμη Σόνια. Ήταν καιρός να αποτάξω από επάνω μου την ερωτοχτυπημένη γυναίκα που δεν αναγνώριζα. Ακούς εκεί να κυκλοφορώ σαν παραδουλεύτρα και μάλιστα να με πετυχαίνει έτσι και εκείνος. Τραγικό!

Όπως κατευθυνόμουν προς το γραφείο μου πάνω στις γόβες μου μέσα από τα γοργά βήματα μου, σταμάτησα απότομα στο ανθοπωλείο της γειτονιάς.

«Δώσε μου ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα! Από τα πιο ακριβά!» Επισήμανα στον ανθοπώλη και εκείνος έσπευσε να με εξυπηρετήσει. Μόλις έπιασα στα χέρια μου την ανθοδέσμη, έφερα τα άνθη πολύ κοντά στα ρουθούνια μου. Τα μύρισα απολαμβάνοντας το άρωμα τους.

«Ταιριάζουν με το κραγιόν σας…» Παρατήρησε ο ηλικιωμένος άντρας και μου χαμογέλασε. «Το πρόσωπο που θα του τα προσφέρεται θα πρέπει να είναι πολύ τυχερό! Όμορφη αυτή η χειρονομία!»

«Φυσικά και είναι πολύ τυχερό!» Αναφώνησα και ανταπέδωσα το θερμό του χαμόγελο. «Τα λουλούδια είναι για εμένα! Γιατί ξεχνάω πως πρέπει να φροντίζω τον εαυτό μου!»

Όταν γύρισα πια την πλάτη μου, ο ηλικιωμένος άντρας με κοίταζε εμβρόντητος. Σίγουρα θα με πέρασε για ψώνιο αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος να του πω ψέματα. Αυτά τα λουλούδια τα είχα πάρει για εμένα και μόνο! Όφειλα να σταθώ στο ύψος των γοβών μου και να αναθεωρήσω τελικά για εκείνον τον φτερωτό έρωτα που με είχε τρελάνει στην καζούρα. Πάνω από όλα ήμουν ερωτευμένη με τον εαυτό μου εγώ!

Μπαίνοντας στο γραφείο μου το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω την Αντριάνα για να κλείσω το πολυπόθητο ραντεβού που αν μη τη άλλο θα με έκανε να μάθω όλες τις λεπτομέρειες για αυτή την αντίπαλο. Γιατί αντίπαλος ήταν όταν μπροστά σου ξεσπάει μάχη. Ξεπερνώντας κάθε είδους ντροπής και ενεργοποιώντας το ατίθασο θράσος μου, ήμουν πολύ περήφανη για εμένα που τα είχα καταφέρει τελικά και που ένιωθα και πολύ καλά με τον εαυτό μου. ¨Ώρα για δουλειά!¨ Συλλογίστηκα και αμέσως άνοιξα τον υπολογιστή μου ενώ από το δεύτερο συρτάρι μου έβγαλα ένα σορό φακέλους έτοιμη να πέσω με τα μούτρα μέσα τους.

«Η απάντηση σε όλα Σόνια είναι: Εργασιοθεραπεία!» Μονολογούσα και ρούφηξα το ποτήρι με το νερό δίπλα μου.

Ναι. Όλο το πρωινό είχε περάσει με πολύωρη δουλειά και αν και μέσα στα έγγραφα μου η φιγούρα του Μάκη ζωγραφιζόταν κάθε τρεις και λίγο πάνω στο χαρτί και στον υπολογιστή μου, κάνοντας με να διακόπτω για λίγο διατηρώντας μικρά ολιγόλεπτα διαλείμματα, έπειθα τον εαυτό μου ότι πρέπει να συνεχίσω ότι και αν είχα αρχίσει να κάνω. Λίγο πριν το μεσημέρι, τσέκαρα δυο τρεις φορές το κινητό μου. Η Αλέκα δεν είχε δώσει κανένα σημείο ζωής και είχα αρχίσει να ανησυχώ. Σίγουρα θα ήταν με τον Μιχάλη και θα έσταζαν μέλια σε κάποια γωνιά της πόλης. Τους έκανα εικόνα να μην ξεκολλάνε τα χείλη τους και γέλασα στη σκέψη και μόνο. Είχε έρθει η ώρα επιτέλους να πάω στο σπίτι. Αυτή τη φορά ένιωθα πιο ασφαλής μέσα στο καθημερινό πρόγραμμα μου που απορροφούσα συνεχώς από το πρωί. Κοίταξα τα κατακόκκινα τριαντάφυλλα που είχα μπροστά μου πάνω στο γραφείο και άντλησα όρεξη για ζωή μέσα από το βαθύ κόκκινο τους. Τι όμορφα που ήταν! Μου έφτιαχναν τη διάθεση!

 

*

 

Μπαίνοντας στο σπίτι κρατούσα ένα μόνο τριαντάφυλλο στα χέρια μου θέλοντας να το δώσω στην μία και μοναδική Αλέκα. Η ώρα είχε πάει τρεις πια και εκείνη όμως δεν έλεγε να έρθει. Άνοιξα τα πορτοπαράθυρα και ξετρύπωσαν από το πουθενά η pixie, η catten και ο logy. Θυμήθηκα πως είναι το να σου δείχνουν τόσο απλόχερα την αδυναμία τους. Με πλησίασαν αμέσως αρχίζοντας να τρίβονται στα πόδια μου. Λύγισα και έπαιξα για λίγο μαζί τους μέσα από τα χάδια που τους έκανα.

«Εργένισσα και βλακείες! Η πραγματική ζωή ίσως να μην είναι τόσο εικονική όσο θα ήθελα να φαντάζομαι!»

Στο μυαλό μου χοροπήδησε για λίγο κάθε σκηνή που με είχε βγάλει εκτός εαυτού το τελευταίο διάστημα με αφορμή τον Μάκη. Γέλασα με τον εαυτό μου και τις αντιδράσεις του. Ακόμα και το κρασί που ήπια, έμοιαζε να είναι μία καλή αφορμή για να δραπετεύω από την τόσο προγραμματισμένη και ίσως αποστειρωμένη ζωή μου. Δεν ήξερα να ζω. Ήξερα απλά να επιβιώνω μέσα στα κουτάκια της ζωής μου που είχα θέσει η ίδια για εμένα, για να διατηρούμαι ασφαλής. Κάποια λόγια της Αντριάνας που έδειχναν το ψυχολογικό μου προφίλ ήρθαν σαν ψίθυροι στα αυτιά μου και ξαφνικά ένιωσα να την έχω τόσο πολύ ανάγκη εκείνη την ώρα.

Μία ώρα αργότερα το κουδούνι κελαηδούσε μέσα στο σπίτι επίμονα. Έτρεξα προς την πόρτα αναζητώντας την Αλέκα. Μου είχε λείψει τόσο πολύ.

«Σκέφτηκα πολλές φορές να σε πάρω τηλέφωνο αλλά έλεγα μήπως ενοχλούσα!» Της είπα και εκείνη μπήκε αλαφιασμένη μέσα χωρίς να πάρει ανάσα. «Έτρεχες;» Την ρώτησα όσο είχε πιάσει το μπουκάλι από το ψυγείο πίνοντας νερό. Τα μάτια μου έπεσαν στα ποτήρια που δέσποζαν δίπλα της αλλά είπα να μην της κάνω παρατήρηση.

«Αχ! Ξεδίψασα!» Απάντησε και με το χέρι της μου έδειξε ένα σορό σακούλες που είχε αφήσει ήδη στο πάτωμα. Έστρεψα το κεφάλι μου προς τον σορό.

«Ψώνια, ε;» Της χαμογέλασα.

«Άστα Σόνια! Πανικός γίνεται στα εμπορικά! Αλλά… Το ευχαριστήθηκα!»

«Καλά έκανες! Αλίμονο! Το χρειαζόσουν!»

«Νιώθω σαν να ξαναζώ την εφηβεία μου! Η σχέση με τον Μάκη με έχει ανανεώσει!» Η Αλέκα γούρλωσε τα μάτια της και εγώ την κοίταξα ευθυτενής. Δάγκωσε τα χείλη της.

«Γλώσσα λανθάνουσα την αλήθεια λέει!» Τσίριξα και εκείνη έμεινε άναυδη μπροστά στην διαπίστωση μου.

«Καλά! Ούτε ένα λάθος δεν μπορούμε να κάνουμε; Όλη μέρα δεν ακούω και άλλο όνομα! Ο Μάκης… Ο Μάκης… Ο Μάκης!»

Δεν είχε άδικο, οπότε δεν μπορούσα να της πω το παραμικρό. Πήρα στα χέρια μου το τριαντάφυλλο και της το πρόσφερα.

«Για εσένα το έφερα! Για να σου φτιάξει την ήδη φτιαγμένη σου διάθεση!»

Η Αλέκα το πήρε αρχικά συγκινημένη στα χέρια της και έπειτα το προσπέρασε κάπως γρήγορα κατευθυνόμενη προς τις σακούλες της όλο ενθουσιασμό.

«Και εγώ σου πήρα κάτι! Κάτι που θα σε ξετρελάνει πιστεύω!»

Μετά την γρήγορη ανασκόπηση, έβγαλε μέσα από μία χάρτινη σακούλα, ένα κρεμ ταγεράκι που όντως με ξετρέλανε. Έδειχνε πανάκριβο και ήταν λες και το είχαν ράψει στα μέτρα μου. Κοίταξα το brandname και δυσανασχέτησα.

«Μα αυτό είναι πανάκριβο! Που βρήκες τόσα λεφτά εσύ;»

Η Αλέκα αναταράχτηκε. Με κοίταξε για λίγο άφωνη και έπειτα μου χαμογέλασε.

«Ε; Μου έστειλαν χρήματα οι γονείς μου! Δεν αξίζεις ένα πανάκριβο δωράκι; Ήθελα να σου φτιάξω λίγο τη διάθεση και να ξεχάσεις όλα τα άσχημα που έχουν έρθει στη ζωή σου!»

Την αγκάλιασα.

«Η αλήθεια είναι ότι βοήθησες και βοηθάς πάρα πολύ! Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα!» Εκείνη με έσφιξε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά της.

«Σόνια! Ότι και αν συμβεί θα ήθελα να παραμείνεις η Σόνια που γνώρισα, σύμφωνοι;» Κατένευσα.

«Δεν μπορεί να συμβεί τίποτα χειρότερο…»

«Μην το λες…» Μουρμούρισε εκείνη και αφού πήρε τις σακούλες στα χέρια της ανέβαινε προς τον πάνω όροφο σαν να ήθελε να με αποφύγει.

«Δεν μου έδειξες τι άλλο ψώνισες;» Παραπονέθηκα όσο την κοίταζα να ανεβαίνει τα σκαλιά.

«Έχεις δίκιο… Αλλά τώρα πεινάω σαν λύκος! Θα σου τα δείξω άλλη ώρα! Παρήγγειλε κάτι να φάμε γιατί αλλιώς θα κατέβω και θα φάω εσένα ή μήπως να βάλουμε τα γατιά σου στον φούρνο με λίγες πατατούλες;»

«Ίου! Παγώσαμε!» Της ένευσα με τα χέρια μου να χαϊδεύουν τα μπράτσα μου σαν να κρύωνα.

«Τότε θα έπρεπε ήδη να έχεις πιάσει το τηλέφωνο!»

Σε μισή ώρα δύο πίτσες γίγας διακοσμούσαν το τραπεζάκι του σαλονιού μου. Πάνε και οι υστερίες για την καθαριότητα, πάνε όλα. Είχα φάει σχεδόν όλη την πίτσα με τα λαχανικά που είχα παραγγείλει ενώ η Αλέκα έτριβε τα χείλη της για να τα σκουπίσει από τις σάλτσες που έτρεχαν πάνω της.

«Που είναι ο Μιχάλης μου τώρα να μου γλείψει λίγο τα χειλάκια!» Αναστέναξε και εγώ έκανα τον Μάκη εικόνα να γλείφει τα δικά μου. Πόσο ήθελα να το νιώσω αυτό. Ξανά και ξανά. Να μπορούσα να ζήσω όπως θα ήθελα εκείνο το φιλί μας. Σαν να είχε παγώσει ο χρόνος τα χείλη του επάνω στα δικά μου. Αναστέναξα μακρόσυρτα.

«Δύο καψούρες που σαβουριάζουν ότι πιο ανθυγιεινό!»

«Εσύ τουλάχιστον έχεις ανταπόκριση ενώ εγώ… το έχασα το παιχνίδι οριστικά! Πήρα όμως τα μέτρα μου!»

«Τι εννοείς;» Η Αλέκα αναδεύτηκε στη θέση της. Με κοίταζε προσεκτικά.

«Εννοώ ότι έκανα το βήμα να πάρω την Αντριάνα και αυτή τη φορά θα μου τα πει όλα» Την είδα να χαμογελάει και έπειτα μου φάνηκε σαν να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το χαμόγελο της.

«Καλή τύχη!» Απάντησε και ξανά έκατσε αναπαυτικά πίσω στον καναπέ. Την κοίταξα όλο περιέργεια. Νομίζω ότι η απάντηση της δεν ήταν και τόσο ενθαρρυντική εκείνη τη στιγμή.

«Καλή τύχη; Μόνο αυτό έχεις να μου πεις;»

«Ναι… Εύχομαι να μην είναι τίποτα σοβαρό με αυτή την ψιλή!» Αναμασούσε αδιάφορα και εκνευριστικά.

«Σίγουρα δεν είναι! Είναι πρόσφατο… Αλλά γιατί είπε ο Μάκης ότι είναι πολλά χρόνια μαζί; Όλο αινίγματα ήταν οι λέξεις του…»

«Γιατί ο Μάκης είναι πονηρός και αυτά που σου λέει μην τα τρως! Από τις έντεκα και μπρος κυκλοφοράει για… γαμπρός!»

Κοίταζα την Αλέκα με ορθάνοιχτα μάτια.

«Παραλήρημα;» Την ρώτησα και εκείνη ένευσε θετικά.

«Τελευταία με έχει πιάσει η μούρλα μου… Πάντως, καλού κακού κράτα ότι σου είπα!»

Σαν σπόντα έμοιαζε όλο αυτό.

«Να κρατήσω ότι ο Μάκης κυκλοφοράει σαν γαμπρός;»

Εκείνη χαμογέλασε.

«Όχι! Ότι ο Μάκης είναι πονηρός!»

«Αλέκα! Δεν θα συνεννοηθούμε σήμερα! Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;»

Σοβάρεψε απότομα.

«Όχι, βέβαια! Από πού και ως που;»

«Δεν ξέρω. Μου βγήκε αυθόρμητα αυτή η διαπίστωση»

Η Αλέκα με κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω. Ανασκουμπώθηκε.

«Ακόμα και ο τρόπος που τρως τα γεύματα σου άλλαξε μετά Μάκη εποχή. Αυτό δεν σε προβληματίζει;»

«Πολλά είναι αυτά που με προβληματίζουν…»

«Όπως;»

«Όπως για παράδειγμα, ότι το τζατζίκι δεν μου φαίνεται πια και τόσο χάλια! Και το ότι φέρεσαι περίεργα!»

«Καιρός ήταν να βγεις από το δρομολογημένο πρόγραμμα της ζωής σου… Εγώ χαίρομαι καταβάθος που άλλαξες! Καθόλου περίεργα δεν φέρομαι! Μην τα μεγεθύνεις όλα! »

Της χαμογέλασα.

«Ίσως στη ζωή μας όλα να γίνονται τελικά για κάποιο λόγο… Αν και δεν το πίστευα αυτό παλιότερα…»

«Ίσως…» Η Αλέκα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. Κοίταξε τα σχεδόν άδεια κουτιά μπροστά μας.

«Καλά λένε ότι ο έρωτας περνάει από το στομάχι…» Μου γέλασε. «Τελικά με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο έρωτας θα μας παχύνει!»

Σηκώθηκα λικνίζοντας το κορμί μου σε μία πόζα που με έκανε να μοιάζω περισσότερο με μοντέλο. Τίναξα το μαλλί μου.

«Τι νόημα έχει να είμαι κορμάρα; Αφού αυτός δεν πρόκειται να τρυγήσει αυτό το θεσπέσιο κορμί;»

Η Αλέκα με κοίταξε με ένα παιχνιδιάρικο βλέμμα.

«Έχουμε σαλτάρει και οι δύο τελικά! Μόνο που δεν με πείθει το επιχείρημα σου! Ίσως θα ήταν προτιμότερο να πεις ότι δεν έχει νόημα αν δεν αρμέξει αυτά τα τεράστια στήθη που βγάζουν μάτι!»

Ξεσπάσαμε σε γέλια και τελικά το βράδυ μας βρήκε να παρακολουθούμε το ένα θρίλερ μετά το άλλο, πλάι – πλάι μέχρι τα μεσάνυχτα. Είχαμε ορκιστεί ότι δεν θα ξανά δούμε ρομαντικές ταινίες με πρίγκιπες που τάραζαν τον ύπνο μας μέσα από τα όνειρα μας. Καλύτερα λοιπόν να ξυπνούσαμε με εφιάλτες παρά με εκείνα τα όνειρα που μας γέμιζαν αόρατη χρυσόσκονη που το πρωί ξυπνώντας το μόνο που καταφέρναμε ήταν απλά να φτερνιζόμαστε!

 

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ~

 

« Αντριάνα! Επιτέλους! Δύο ώρες σε περιμένω!»

Η Αντριάνα κοίταξε φευγαλέα το ρολόι στον καρπό του χεριού της και έπειτα την γραμματέα της που δυσανασχετούσε για ακόμα μία φορά.

«Όπως πάντα νωρίτερα… Πέρασε μέσα…» Είπε ήρεμα και εγώ έκλεισα βροντερά την πόρτα πίσω μου. Είχα κολλήσει σχεδόν από πίσω της όσο την ακολουθούσα λες και επρόκειτο να μου πει τα πάντα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Εκείνη όμως κάθισε αργά στην καρέκλα του γραφείου της και εγώ την ακολούθησα την ώρα που έκατσα ακριβώς απέναντι της. Χαμήλωσα το βλέμμα μου όλο ντροπή και έπειτα την ξανά κοίταξα στα μάτια.

«Πες τα μου όλα! Ποια είναι αυτή; Αγαπιούνται; Πόσο καιρό είναι μαζί;» Ούτε αναπνοή δεν πήρα. Οι ερωτήσεις έπεσαν απανωτά στα αυτιά της. Η Αντριάνα άνοιξε τα μάτια της σταδιακά αλλά διάπλατα.

«Τελείωσες;» Με πείραξε ενώ παρέμενε σοβαρή και ανέκφραστη. Πράγμα που με προβλημάτισε έντονα. Το ύφος της δεν ήταν καθόλου αισιόδοξο.

«Λοιπόν… Δεν έχω και τόσο ευχάριστα νέα για εσένα… Ο Μάκης πάει σοβαρά με αυτή την κοπέλα…»

Βούρκωσα. Ένιωσα ότι με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα πάντα θόλωσαν μπροστά μου. Σε σημείο που νόμιζα ότι σκοτείνιασε ο χώρος γύρω μου. Άγγιξα το στήθος μου στο σημείο της καρδιάς μου μετρώντας από μέσα μου τους παλμούς μου. Ένιωθα να καταρρέω. Σχεδόν χλόμιασα. Το ανησυχητικό βλέμμα της Αντριάνας έπεσε επάνω μου.

«Μήπως δεν έπρεπε να στα πω;» Αναρωτήθηκε φωναχτά μα εγώ δεν την άκουγα καν. Μέσα από τις κινήσεις των χειλιών της κατάλαβα το τι μου έλεγε.

«Φυσικά και έπρεπε να μου τα πεις…» Ψέλλισα ξεψυχισμένα. Τα μάτια μου την κοίταζαν ανυπόμονα περιμένοντας την συνέχεια.

«Υπάρχει και κάτι χειρότερο Σόνια… Αλλά επειδή δεν είσαι σε θέση να το ακούσεις, ίσως να στο πω κάποια άλλη στιγμή…»

Χτύπησα την παλάμη μου εξοργισμένη επάνω στο γραφείο.

«Τώρα θα μου το πεις!» Σχεδόν ούρλιαξα την ώρα που σηκώθηκα από τη θέση μου πλησιάζοντας το σώμα μου πολύ κοντά της απειλητικά. Εκείνη ξεροκατάπιε.

«Μα δεν είσαι ήρεμη!» Είπε ήπια και αποτραβήχτηκε μαζί με την καρέκλα της προς τα πίσω. Μόλις αντιλήφθηκα την αντίδραση μου και το βλέμμα του τρελού που είχα στα μάτια μου κάθισα στη θέση μου ήρεμα και αργά. Σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα προσπαθούσα να πάρω χρόνο για να προετοιμαστώ ψυχολογικά.

«Απολύτως ήρεμη είμαι! Σε ακούω…» Απάντησα ψύχραιμα και τόσο η φωνή αλλά και το ύφος μου άλλαξε προσποιητά.

«Παντρεύεται…» Γέλασα δυνατά και αμήχανα. Ξεκαρδίστηκα από τα γέλια. Την ώρα που έπιασα την κοιλιά μου μέσα από τα χαχανητά μου, έβλεπα την Αντριάνα να με κοιτάζει παρακολουθώντας κάθε μου αντίδραση. Σχεδόν πανικοβλήθηκε νομίζω. Μετά το ξέσπασμα μου, την κοίταξα παγωμένη σαν να με είχε χαστουκίσει κάποιος που μου φώναζε να συνέλθω!

«Παντρεύεται;» Αποκρίθηκα βαρύθυμα και την κοίταζα σαν χαζή. Η Αντριάνα κατένευσε. Τώρα μπορούσα να εξηγήσω τις σπόντες του χωρίς δεύτερη σκέψη.

«Την άλλη Κυριακή. Με πολιτικό…»

«Γιατί όλα τόσο βιαστικά; Αφού δεν είναι πολύ καιρό μαζί;»

«Την Άντζελα την γνωρίζει πολλά χρόνια. Είχαν σχέση κάποτε και τώρα όλο αυτό ξανά φούντωσε!»

«Μα το Θεό Αντριάνα είμαι στα πρόθυρα να τον κρεμάσω τον αδερφό σου!» Εκείνη έπνιξε το κρυφό της γέλιο.

«Και τώρα τι κάνω; Σαν ψυχολόγος τι ακριβώς με συμβουλεύεις;» Συνέχισα απελπισμένα.

«Να προχωρήσεις τη ζωή σου Σόνια… Εσύ έχεις δρομολογήσει το πώς θέλεις να ζεις. Ο Μάκης ονειρεύεται οικογένεια και παιδιά. Κάτι που στο δικό σου ψυχολογικό χάρτη έχεις αποκλείσει… Έτσι δεν είναι;»

«Απολύτως!» Ούρλιαξα αβέβαια.

«Μόνο που δεν έχω βρει ακόμα την αιτία που είσαι τόσο αρνητική απέναντι στο θεσμό του γάμου. Αν και υποψιάζομαι ότι αυτό συνδέεται άμεσα και με την στάση που διατηρείς όλα αυτά τα χρόνια απέναντι στους άντρες…»

Η Αντριάνα ξαφνικά είχε γίνει ξανά η ψυχολόγος που ήθελε να βρει την ρίζα του κακού για να την ξεριζώσει. Με κοίταζε σαν ασθενή της. Αν και ήμουν ασθενής της εγώ περίμενα ότι θα με έβλεπε σαν αδερφή της μετά την εξομολόγηση μου ότι ήμουν ερωτευμένη με τον αδερφό της. Παρέμεινα σιωπηλή, χαμένη μέσα στις αμέτρητες σκέψεις μου.

«Υποψιάζομαι επίσης ότι δεν μου τα έχεις πει όλα για τη ζωή σου…»

Ένιωσα να με στριμώχνει στη γωνία του δωματίου. Κοίταξα τον καναπέ – τύπου κρεβάτι.

«Θέλεις να ξαπλώσεις μήπως νιώσεις πιο έτοιμη για την κουβέντα μας;» Με ρώτησε ήρεμα όταν τσάκωσε το βλέμμα μου. Σηκώθηκα και ξάπλωσα αναπαυτικά. Εκείνη με πλησίασε. Κάθισε στην καρέκλα της λίγο πιο δίπλα μου.

«Ξανά πάμε στα παιδικά σου χρόνια Σόνια; Δεν μου είπες ποτέ πως πέθανε ο πατέρας σου…»

Αναταράχτηκα εσωτερικά. Γύρισα και την κοίταξα και έπειτα το λευκό φόντο του ταβανιού αγκάλιασε το βλέμμα μου.

«Αντριάνα σου είπα ψέματα. Συνηθίζω να το κάνω σε πολύ συγκεκριμένες στιγμές της ζωής μου. Κρύβομαι πίσω από το ψέμα μου γιατί δεν μπορώ ούτε και εγώ η ίδια να σκέφτομαι τα γεγονότα όπως έγιναν…»

«Άρα; Ο πατέρας σου ζει;»

«Και βέβαια ζει! Αλλά δεν μαθαίνω νέα του. Παράτησε εμένα και την μητέρα μου όταν ήμουν δύο ετών. Ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνον. Μεγαλώνοντας, η απώλεια του ήταν τεράστια μέσα μου. Βλέποντας το πόσο υπέφερε η μητέρα μου… Ορκίστηκα ότι δεν χρειαζόταν ποτέ μου να παντρευτώ…»

Η Αντριάνα δεν μιλούσε.

Με άκουγε πολύ προσεκτικά. Άρχισα να της εξιστορώ της δυσκολίες που βιώναμε. Τον τρόπο που αντιμετώπιζα τα αγόρια στο σχολείο. Το ξύλο που τους έριχνα στα διαλείμματα. Την επιθετικότητα και τον τσαμπουκά που κουβαλούσα από παιδί. Μετά από δύο ώρες ψυχολογικής ανάλυσης, η Αντριάνα είχε πειστεί πια ότι μπροστά της είχε την ψυχή μου διάπλατα ανοιχτή. Μου ήταν δύσκολο αλλά έπρεπε να το κάνω. Πονούσα τόσο πολύ με τη σκέψη ότι εκείνος θα παντρευόταν. Όλα είχαν καταρρεύσει τόσο γρήγορα.

«Τώρα εξηγούνται όλα Σόνια μου… Η άρνηση σου για τον θεσμό του γάμου και γενικότερα της οικογένειας. Η στάση σου προς τους άντρες αλλά και στον ίδιο σου τον εαυτό που τις περισσότερες φορές μοιάζεις σαν να τον μαστιγώνεις μέσα από τις επιλογές σου… Ο έρωτας αυτός σε ωρίμασε άθελα του συναισθηματικά. Σε μαλάκωσε και σε έφερε αντιμέτωπη με τα πραγματικά σου βιώματα. Σε ξεκλείδωσε κατά κάποιο τρόπο… Σε έκανε να μην φοβάσαι…»

«Φοβάμαι όμως…» Παραδέχτηκα ήρεμα και έγειρα το κεφάλι μου προς το μέρος της κοιτάζοντας την με μάτια υγρά. «Παντρεύεται και αυτό με πόνεσε όσο τίποτα… Με τρομάζει η σκέψη ότι όλα τελείωσαν πια…» Ξάπλωσα στο πλάι κοιτάζοντας την. Σίγουρα δεν περίμενε αυτή τη στάση μου αλλά εγώ είχα αρχίσει και της έδειχνα όλο τον εσωτερικό κόσμο των ανασφαλειών μου και μέσα μου πραγματικά εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι δεν είχα απέναντι μου μία ψυχολόγο αλλά μία πολύ κοντινή μου φίλη, που ευχόμουν κάπου στο βάθος να γινόταν αδερφή μου τελικά.

«Ένιωθα ότι με το να χρησιμοποιώ τους άντρες έπαιρνα την εκδίκηση μου… Με πλήγωνε που δεν άφηνα τον εαυτό μου να παρασυρθεί από τον πραγματικό έρωτα αλλά γνώριζα ότι το να πληγωθώ ήταν αναπόφευκτο. Όπως και έγινε. Και η μητέρα μου από έρωτα παντρεύτηκε και τίποτα δεν έμοιαζε ιδανικό στην δική της περίπτωση…»

«Η μητέρα σου όμως είναι μία ξεχωριστή περίπτωση από εσένα Σόνια. Δείχνεις σαν να έχεις ταυτιστεί απόλυτα με τα βιώματα της και είναι λογικό γιατί είναι το πρότυπο σου…»

Η Αντριάνα σηκώθηκε αργά και με πλησίασε. Σκούπισε τα πρώτα δάκρυα που κύλησαν από τα μάτια μου. Έπιασε τις παλάμες μου με τα χέρια της.

«Προσπάθησε να το ξεπεράσεις όλο αυτό… Εγώ θα είμαι εδώ για όσο χρειαστεί… Και αν αγαπάς όντως τον Μάκη, τότε βρες τον τρόπο και δείξε του το!»

«Μα είναι πολύ αργά…»

«Ίσως και να είναι… Αλλά τουλάχιστον την τελευταία ουσιαστική προσπάθεια θα την έχεις κάνει πρώτη εσύ… Πρώτα για εσένα! Γιατί αν αξίζει να είσαι σίγουρη ότι δεν θα το μετανιώσεις ποτέ! Ακόμα και αν αυτός ο γάμος τελικά σημαίνει το τέλος σε όποια ευκαιρία σας…»

Δεν ήθελα να το πιστέψω. Μέσα σε μία στιγμή ήρθαν τα πάνω – κάτω και σβήστηκε και η τελευταία ελπίδα που είχα για την προοπτική να είμαστε κάποτε μαζί. Βγαίνοντας από το γραφείο της Αντριάνας ένιωθα πιο ώριμη και πιο απογοητευμένη από ποτέ. Μέσα μου το μόνο που ήθελα απεγνωσμένα ήταν να τρέξω και να τον βρω. Από την άλλη η ηθική μου, μου υπαγόρευε ότι αυτό δεν ήταν σωστό. Όση ώρα οδηγούσα από τα μάτια μου έτρεχαν ανεξέλεγκτα δάκρυα διατηρώντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου τη σκέψη ότι όφειλα να τον συναντήσω έστω για μία και τελευταία φορά. Το χρωστούσα στον εαυτό μου και ίσως τελικά αυτό να ήταν το δικό μου δώρο για τον γάμο του. Η δική μου έκπληξη.

Σταμάτησα αποφασιστικά το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Πιάνοντας το κινητό μου αναζήτησα στις επαφές το άτομο που μπορούσε να μου δώσει την πιο βασική πληροφορία για εκείνον. Θα έπαιρνα το ρίσκο μου είτε ήταν με την μελλοντική γυναίκα του είτε όχι, εγώ θα πήγαινα και θα τον έβρισκα. Σκουπίζοντας τα δάκρυα μου και με μία βαθιά αναπνοή πάτησα την κλήση περιμένοντας απάντηση.

«Αντριάνα! Θέλω να μου πεις που μένει ο αδερφός σου…»

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 ~

 

Με την ψυχή στο στόμα ήμουν όση ώρα πλησίαζα προς το σπίτι του Μάκη.

Μέχρι να φτάσω εκεί, μέσα στο κεφάλι μου επικρατούσε ένα δυνατό flash back που έδειχνε την προετοιμασία που έκανα μία ώρα πριν στο σπίτι μου. Φόρεσα ότι πιο sexy είχα. Έφτιαξα μαλλιά, νύχια και το πιο εντυπωσιακό μου μακιγιάζ ενώ παράλληλα μιλούσα ακατάπαυστα στο κινητό με την Αλέκα, η οποία προσπαθούσε να με πείσει να μην το κάνω. Μέσα σε όλα όσα μου επισήμανε, ήταν και το γεγονός ότι πλέον εκείνος άνηκε σε κάποια άλλη.

Στη ζωή μου όμως διεκδικούσα τα πάντα και μπορεί αρχικά να φαινόμουν δειλή σε όλο αυτό που είχε χτιστεί με τον Μάκη, αλλά μέσα μου ράγιζα από τη στιγμή που μου ανακοίνωσε η Αντριάνα ότι παντρεύεται. Όχι ότι όλα πριν τα είχα δεδομένα, απλά τώρα όλα έτρεχαν σε άλλη τροχιά. Σε μία τροχιά που ο χρόνος δεν μπορούσε να προσδιοριστεί για το πόσο λίγος – ελάχιστος έμοιαζε πλέον στα μάτια μου. Στένευαν τα περιθώρια της διεκδίκησης και στένευαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αναποδογύρισα το κεφάλι μου όσο βρισκόμουν μπροστά από τον καθρέφτη της εισόδου μου και έπειτα τίναξα τα μαλλιά μου σηκώνοντας το σώμα μου προς τα πίσω. Πήρα μία βαθιά αναπνοή. Κοίταξα το είδωλο μου στον καθρέφτη και σχεδόν με καμάρωσα για την τόση ομορφιά που διέκρινα. Αδύνατον να μπορούσε  να μου αντισταθεί άντρας. Ούτε εγώ η ίδια δεν μπορούσα να μου αντισταθώ. Και ναι! Ψωνιζόμουν κανονικά στα τελευταία δευτερόλεπτα που είχα μόνη μου πριν πάω και τον συναντήσω. Κάπως έπρεπε να αντλήσω αυτοπεποίθηση και αφού δεν είχα ούτε την Αλέκα κοντά μου για να μου τονώσει το ηθικό, έπρεπε να το κάνω εγώ! Δεν είχα σκοπό να με δει σε μαύρα χάλια. Ούτε να αφήσω την αύρα μου να του προδώσει το πόσο απελπισμένη ήμουν.

Και όση ώρα πλησίαζα στην περιοχή του σπιτιού του με το GPS στα αυτιά μου κάθε τρεις και λίγο να μου αναφωνεί ότι ήμουν σε λάθος δρόμο, τόσο εξοργιζόμουν. Όλα έλαβαν καλό τέλος όταν πλέον κατέβηκα από το αμάξι διαπιστώνοντας ότι η διεύθυνση που είχα μπροστά μου ήταν η σωστή. Το σπίτι του ήταν ακριβώς όπως μου το είχε περιγράψει η Αντριάνα. Στα δικά μου μάτια εκείνη την ώρα έμοιαζε με παλάτι. Εκείνος ήταν ο πρίγκιπας μου και εγώ… Εγώ αλήθεια τι ήμουν; Ήμουν μία γυναίκα φοβισμένη καταβάθος για τις δυσκολίες της δέσμευσης. Φυσικά αυτό ήμουν και τίποτα περισσότερο. Όλα τα υπόλοιπα περί θηλυκής εργένικης ζωής ήταν απλός μία φτηνή δικαιολογία προς τον φοβισμένο εαυτό μου. Είχε σε όλα δίκιο η Αντριάνα. Άγγιξα τα χρυσά κάγκελα της πόρτας μπροστά μου. Με την άκρη του ματιού μου χάθηκα στις χρυσές λεπτομέρειες που έντυναν μέσα από αυτά τα κάγκελα περιμετρικά την περιποιημένη αυλή του. Βημάτισα αργά προς το εσωτερικό αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή πίσω μου. Το πολύ – πολύ να έφευγα τρέχοντας αν διαπίστωνα ότι ήταν με την μελλοντική γυναίκα της ζωής του. Μα εγώ θα έπρεπε να είμαι η γυναίκα της ζωής του. Καμία άλλη!

Κοντοστάθηκα για λίγο, πριν απλώσω το χέρι μου και πατήσω το κουδούνι, το οποίο μου επιβεβαίωσε ότι ήταν το σωστό σπίτι τελικά, τράβηξα την παλάμη μου και έριξα μία κλεφτή ματιά στα δύο παράθυρα δίπλα μου. Το σπίτι φαινόταν άδειο.

Και όμως! Το έκανα! Πάτησα το κουδούνι και έπειτα κλείνοντας τα μάτια μου άρχισα αγχωμένη να μετράω από μέσα μου έως το τριάντα. Η πόρτα άνοιξε όμως και εγώ πετάρισα τα βλέφαρα μου. Η σκέψη ότι μπορεί να ήταν με εκείνο το ξυλάγγουρο με τρέλαινε. Ο Μάκης όμως φαινόταν ότι ήταν ολομόναχος. Έμεινε έκπληκτος να με κοιτάζει.

«Γεια! Μόνο εσύ θα κάνεις εκπλήξεις;» Είπα με θράσος αφήνοντας ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη μου. Σπρώχνοντας τον ελαφρά προς τα μέσα, μπήκα στο εσωτερικό χωρίς πολλές κουβέντες.

«Συμβαίνει κάτι;» Με ρώτησε αμήχανα και εγώ αφού πρώτα έκανα μία γρήγορη ανασκόπηση τριγύρω μου επιβεβαιώνοντας ότι ήταν μόνος, όρμησα στην κυριολεξία επάνω του κλείνοντας του το στόμα με ένα φιλί. Ενώ αρχικά σάστισε, κάπως γρήγορα ξεπέρασε τις δεύτερες σκέψεις του και με άρπαξε από τη μέση. Δεν άφησα κανένα περιθώριο να αλλάξει γνώμη. Κλώτσησα διακριτικά την ανοιχτή πόρτα αφήνοντας την να κλείσει δυνατά πίσω μας ενώ τον έσπρωχνα με το σώμα μου κολλημένο επάνω του προς οποιαδήποτε γωνιά του σπιτιού. Τα κοινά μας βήματα προς τα πίσω μας έφτασαν χωρίς να το καταλάβω σε έναν τεράστιο καναπέ. Έβαλα το χέρι μου ανάμεσα από το στήθος μου και το δικό του και τον έσπρωξα ακόμα πιο δυνατά προς τα πίσω, αφήνοντας τον να πέσει πάνω στα μαξιλάρια. Άρχισα να ξεκουμπώνω αργά τα πρώτα κουμπιά από το μπούστο μου. Έπειτα σήκωσα ελαφρά το φουστάνι μου αφήνοντας τους μηρούς μου να ξεπροβάλλουν. Εκείνος χαμογέλασε. Ανταπέδωσα. Ένιωσα ότι αυτή η μικρή στιγμή μεταξύ μας ήταν ότι πολυτιμότερο μπορούσαμε να δώσουμε ο ένας στον άλλον.

Ο Μάκης άπλωσε τα χέρια του αγκαλιάζοντας τους γοφούς μου. Εγώ έσκυψα επάνω του φιλώντας απαλά τα χείλη του και έπειτα το αυτί του.

«Σε θέλω…» Του ψιθύρισα όλο νάζι και ένιωθα να παραδίνομαι μέσα στα χέρια του. Κάθε άγγιγμα του ήταν σαν να ζούσα σε έναν μικρό Παράδεισο εκείνη τη στιγμή. Με γύρισε στον καναπέ. Γδύθηκε και με κλείδωσε κάτω από τα μπράτσα του. Όση ώρα τον ένιωθα όλο και περισσότερο, εκείνος με κοίταζε στα μάτια. Η υγρασία των ματιών μας ήταν η ένδειξη ότι ο πόθος είχε αγκαλιάσει κάθε σπιθαμή από τα κορμιά μας. Σώμα και ψυχή είχαν την απόλυτη ένωση και εγώ επιτέλους το ζούσα.

Η τελευταία ανάσα του έκαιγε το κορμί μου και εγώ σηκώθηκα αργά κοιτάζοντας τον στα μάτια σχεδόν βουρκωμένη.

«Τι ήταν όλο αυτό;» Με ρώτησε με ένα χαμόγελο ευτυχίας.

«Το δώρο μου… Για τον γάμο σου…» Ανταπάντησα με θλίψη. Χαμήλωσα το κεφάλι μου προσπαθώντας να αποφύγω το βλέμμα του. Δευτερόλεπτα μετά, έψαχνα να βρω μία απάντηση μέσα σε αυτό που θα μου έλεγε ότι έκανα λάθος. Ότι άλλαξε ίσως γνώμη. Εκείνος όμως με κοίταζε διστακτικά. Του χαμογέλασα.

«Είμαι ερωτευμένη… Ήθελα απλά να στο πω. Έστω και τώρα. Έστω και με αυτό τον τρόπο…»

Αναστέναξε.

Ανασηκώθηκε στον καναπέ με δυσφορία. Αρκετά προβληματισμένος. Ένιωσα ότι με ήθελε όσο και εγώ. Έδειχνε μπερδεμένος. Όταν το βλέμμα του εστίασε επάνω μου, όπως ήταν σιωπηλός, με πλησίασε. Οι ματιές μας κλείδωσαν μέσα στα άπλετα συναισθήματα που είχαμε ο ένας για τον άλλον. Άπλωσε το χέρι του θέλοντας να πιάσει το δικό μου. Εγώ έκανα ένα βήμα πίσω γεμάτο άρνηση.

«Τα λέμε…»

Του είπα κάπως ειρωνικά για την συνέχεια της ιστορίας μας που δεν θα ερχόταν ποτέ. Βγήκα στο δρόμο αφήνοντας τον μόνο. Τίποτα δεν με ένοιαζε. Αυτή τη φορά το μόνο που σκεφτόμουν είναι το πόσο άδικα μου είχε φερθεί η ζωή. Πλήρωνα την εργένικη ζωή μου με το χειρότερο τίμημα. Πλήρωνα όλα όσα είχα απορρίψει κάποτε. Για εμένα ο έρωτας δεν υπήρχε. Όχι πριν γνωρίσω το Μάκη. Είχε μία δική του μορφή. Ζούσε μέσα στο κουτάκι που του είχε ορίσει το μυαλό. Δεν υπήρχε μέχρι τότε στην καρδιά μου. Ακροβατούσε σε μία λογική μιας απλής ανάγκης. Νόμιζα ότι έτσι ζούσα, αλλά εγώ απλά επιβίωνα. Δεν είχα βρει ποτέ τον λόγο να τον αφήσω ελεύθερο να πετάξει μακριά από το κουτάκι του. Τον είχα στο δικό μου καλούπι. Σε αυτά τα καλούπια που είχα θέσει η ίδια πρώτα στον εαυτό μου για να νιώθω όλο και πιο ασφαλής.

Τη στιγμή που μπήκα στο αμάξι μου βάζοντας τα κλάματα, έκανα την μεγαλύτερη διαπίστωση της ζωής μου. Ότι η μαγεία δεν είναι να ζεις ασφαλής, αλλά να ζεις τελικά με το συναίσθημα ελευθερίας που φτερουγίζει μέσα στην καρδιά σου όταν είσαι ερωτευμένος.

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 ~ 

 

Και η περιβόητη μέρα του γάμου είχε ξημερώσει.

Με βρήκε στον καναπέ άυπνη. Αχτένιστη. Άβαφη. Ταλαιπωρημένη εξωτερικά και εσωτερικά. Τόσο κλάμα δεν είχα ρίξει στη ζωή μου ούτε όταν πρωτοείδα τον ¨Τιτανικό¨ που με είχαν βγάλει μισολιπόθυμη από τον κινηματογράφο οι φίλες μου στο γυμνάσιο. Ρουφούσα και ξανά ρουφούσα τη μύτη μου θέλοντας να βρω λίγο οξυγόνο από το πουθενά. Και αυτή η Αλέκα; Βρήκε εποχή να ζήσει τον απόλυτο έρωτα της με τον Μιχάλη. Έλεος δηλαδή! Μία βδομάδα τώρα έμοιαζε να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται σαν τον Κόπερφιλντ!

Γύρω στις οχτώ όμως το πρωί, η πόρτα χτύπησε και εγώ έμεινα σαστισμένη όπως ήμουν οκλαδόν πάνω στον καναπέ μου να μην έχω καμία όρεξη να σηκωθώ και να ανοίξω. Το ένστικτο μου, μου έλεγε ότι πίσω από την πόρτα ήταν η κολλητή μου που με είχε αφήσει εντελώς μόνη πάνω στα ζόρια μου γι αυτόν τον τύπο που μπήκε στη ζωή της σαν μάνα εξ ουρανού δείχνοντας της τον δρόμο προς τον απόλυτο έρωτα. Όσο έσερνα τα βήματα μου όμως πάνω στο πάτωμα ξυπόλητη τόσο σκεφτόμουν ότι και ο Μάκης είχε έρθει ουρανοκατέβατος και ξαφνικά πριν πιάσω το πόμολο να ανοίξω την πόρτα, μία εικόνα που ήθελε εμένα, τον Μάκη, την Αλέκα και τον Μιχάλη έμοιαζε να είναι η απόλυτη ευτυχία. Θα τα πηγαίναμε μία χαρά όλοι μαζί σαν ζευγαράκια.

«Καλημέρα φιλενάδα!» Μου βροντοφώναξε η Αλέκα με ένα πλατύ χαμόγελο σαν να ήθελε να με ξυπνήσει. Που την έβρισκε την όρεξη πρωί – πρωί ας μου εξηγήσει κάποιος γιατί με εκνεύρισε η τόση θετικότητα της. Θέλει η … τσαχπίνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει! Μου ήρθε να της πω αλλά μάζεψα την φαρμακόγλωσσα μου. Αρκέστηκα στο να της ρίξω μισό βλέφαρο. Δεν φτάνει το δράμα μου, είχα και τα νεύρα μου μαζί της.

«Μαύρα χάλια είσαι!» Διαπίστωσε και χτύπησε επιτόπου το νευρικό μου σύστημα. Σταύρωσα τα χέρια μου κοιτάζοντας την επίμονα.

«Σήμερα παντρεύεται αν δεν το θυμάσαι!» Σχεδόν τσίριξα.

«Πόσο καιρό θα σου πάρει Σόνια να το χωνέψεις; Μία βδομάδα; Ένα μήνα;» Την κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. Τι ακριβώς εννοούσε; Εκείνη όμως συνέχισε ατάραχη. «Εσύ παιδί μου τους άντρες τους αλλάζεις σαν τα πουκάμισα! Πολύ γρήγορα θα τα ξεχάσεις όλα αυτά και μαζί και εκείνον!» Η σιγουριά της τρυπούσε κάθε συναίσθημα μου.

«Αλέκα! Τι είναι αυτά που λες;» Σήκωσε ειρωνικά το φρύδι της.

«Την αλήθεια! Όσο σε γνωρίζω εγώ δεν σε γνωρίζει κανείς!» Ανταπάντησε με θράσος. Την κοίταξα με μάτια βουρκωμένα. Κάθισα αργά στον καναπέ.

«Το ξέρεις ότι με προσβάλει αυτό που λες;» Την ρώτησα ήρεμα.

«Αν σε προσβάλει αυτό που λέω τότε απόδειξε μου ότι κάνω λάθος!» Τα μάτια της έβγαλαν σπίθες εστιάζοντας στα δικά μου.

«Τι εννοείς; Πώς να το αποδείξω;»

«Παίρνω την Αντριάνα και μας λέει τι ώρα θα πάνε στο δημαρχείο. Ετοιμάζεσαι και πάμε ακάλεστες εκεί. Να σε κοιτάζει την ώρα που παντρεύεται! Ίσως – λέω – ίσως! Τότε κάνεις κάτι εσύ και σταματήσεις αυτό το μυστήριο, που ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί λέγεται μυστήριο γάμου!»

«Γιατί είναι ένα άλυτο έγκλημα ο γάμος! Γι αυτό!»

Η Αλέκα στριφογύρισε τα μάτια της στιγμιαία. Ξεφύσησε.

«Λοιπόν! Θέλεις ή θα μείνεις τελικά με σταυρωμένα χέρια να κλαις τη μοίρα σου στους τέσσερις τοίχους!»

«Και αν μου βγει όντως να σταματήσω αυτό το γάμο;»

«Τότε κάντο! Εσύ δεν είσαι αυτή που διεκδικείς τα πάντα;»

«Μα θα γίνω ρεζίλι!» Για μια στιγμή το ξανασκέφτηκα. Προβληματίστηκα έντονα. Η Αλέκα περίμενε μία απάντηση. Χαμήλωσα το βλέμμα μου.

«Δεν μπορώ να το κάνω…» Αποκρίθηκα κομπιάζοντας.

Η Αλέκα έκανε μεταβολή αφήνοντας τη φωνή της να με συντροφεύει όσο βημάτιζε προς τα σκαλιά για τον πάνω όροφο.

«Πολύ ωραία λοιπόν! Ελπίζω μόνο να μην χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο! Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία…»

Την ακολούθησα σαν σκυλάκι από πίσω.

«Ναι, αλλά πεθαίνει όμως! Το αποτέλεσμα δηλαδή είναι το ίδιο!»

Η Αλέκα σταμάτησε κοιτάζοντας με μπερδεμένη.

«Μη πας να με μπερδέψεις Σόνια! Καταλαβαίνεις τι εννοώ! Λοιπόν. Πάω να ξεραθώ στον ύπνο και τα λέμε μετά! Εσύ ωστόσο μπορείς να ξανά κάτσεις στη γωνιά του καναπέ σου και να … Κλωσήσεις τα αυγά σου!»

Η Αλέκα απομακρυνόταν ανεβαίνοντας αργά ένα – ένα τα σκαλοπάτια.

«Με λες κότα δηλαδή;»

«Ακριβώς αυτό λέω! Κότα! Όπως είχε διαπιστώσει και κάποτε ο πολυπόθητος Μάκης!»

Έμεινα στην αρχή των σκαλιών να την κοιτάζω εξοργισμένη. Ακούς εκεί κότα; Από πού και ως που; Εκείνος παντρεύεται άλλωστε. Εγώ θα παραμείνω έξω από οποιοδήποτε κοτέτσι! Ο γάμος είναι μία φυλακή. Δεν είναι δυνατόν να μετανιώσω ποτέ για την εργένικη ζωή μου. Ήμουν ελεύθερη σε όλα εγώ!

 

*

 

Και όμως αυτή η ελευθερία όσο γυρνούσαν οι δείκτες του τεράστιου ρολογιού μέσα στο σαλόνι μου, έμοιαζε με μία στενή φυλακή. Λες και τα συναισθήματα μου είχαν μεταμορφωθεί σε αστυνομικούς που με είχαν μόλις συλλάβει. Πιάνοντας τα κάγκελα συνειδητοποιώντας την ισόβια φυλακή μου με έβλεπα να κλαίω σπαρακτικά – κατάμονη – αναζητώντας την ελευθερία στο να ζήσω έξω από εκεί. Η ώρα κόντευε δύο το μεσημέρι και η Αλέκα δεν είχε κάνει την εμφάνιση της. Σίγουρα ροχάλιζε μέχρι τώρα. Αν σκεφτεί κανείς ότι πλέον η σεξουαλική της ζωή περνούσε κατευθείαν από τις σελίδες του κάμα σούτρα, θα γύρισε ξεθεωμένη.

Οι κόρες των ματιών μου καρφώθηκαν στους δείκτες του ρολογιού ξανά. Στο αμέσως επόμενο λεπτό τινάχτηκα από τον καναπέ. Και αν είχε όντως παντρευτεί; Και αν παντρευόταν τώρα; Τη στιγμή που τα σκέφτομαι όλα αυτά; Έτρεξα στα σκαλοπάτια ανεβαίνοντας τα δύο – δύο και άνοιξα απότομα την πόρτα του δωματίου μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη η Αλέκα δεν κοιμόταν. Το αντίθετο. Ήταν περιποιημένη στην πένα και πάνω στο κρεβάτι μου δέσποζε εκείνο το κρεμ ταγέρ που μου είχε αγοράσει.

«Το ήξερα ότι θα έσκαγες! Άντε, ετοιμάσου να πάμε σε αυτή την απόλυτη καταστροφή!»

«Έμαθες τι ώρα…» Έσπευσα να ρωτήσω αγχωμένη όσο εκείνη έβαζε τα ακριβά της σκουλαρίκια.

«Τρεις. Ίσα που προλαβαίνουμε… Προλαβαίνουμε ή θες κανένα τετράωρο για να ετοιμαστείς;»

«Για ετοιμασίες είμαστε τώρα;» Ούρλιαξα αγανακτισμένη. «Πάμε να φύγουμε τώρα!»

Η Αλέκα άφησε το βλέμμα της να με αγκαλιάσει από πάνω μέχρι κάτω.

«Σόνια σοβαρέψου! Έτσι θα πας να σε δει ο Μάκης;»

«Δε με νοιάζει!» Φώναξα, τινάζοντας το κοτσιδάκι – τύπου κεφτεδάκι.

«Μα αν πας έτσι με τις ξεχειλωμένες φόρμες, τελείως απεριποίητη τότε τι ακριβώς θα πιστεύει ότι χάνει; Τη γυναικάρα της ζωής του ή την παραδουλεύτρα του;»

Την έπιασα από το χέρι τραβώντας την προς τα έξω. Εκείνη έκανε κάποια βήματα διστακτικά.

«Αλέκα! Ήδη με τις κουβέντες μας έχουν περάσει δέκα λεπτά! Πάμε!» Της είπα απειλητικά και εκείνη έκανε το σταυρό της κατεβαίνοντας τις σκάλες.

«Καλά! Πάμε! Αν εσένα δε σε νοιάζει μία φορά που είσαι σαν το ανάποδο γαμώτο τότε εμένα σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι!» Μου άφησε στο τέλος ένα πνιχτό γέλιο και χτύπησε παλαμάκια. «Τρελαίνομαι γι αυτή την περιπέτεια της ζωής μας που θα θυμόμαστε για πάντα!»

«Προχώραααα!» Φώναξα δυσανασχετώντας.

 

*

 

Έξω από το δημαρχείο κανείς.

Τα μάτια μας έμοιαζαν με δορυφόρο. Ούτε άκουγα τον χαμό που γινόταν τριγύρω από τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα, ούτε έβλεπα κάτι το επιλήψιμο. Κάτι που να πρόδιδε ότι εδώ πέρα γινόταν ο γάμος της χρονιάς.

«Μήπως δεν παντρεύεται τελικά;» Ρώτησα διατηρώντας την τελευταία μου ελπίδα αναμμένη σαν φλόγα. «Να δεις που όλα ήταν ψέματα! Έχει να πέσει πολύ ξύλο μόλις τον δω!» Έκανα όπισθεν έτοιμη να φύγω. Η Αλέκα όμως μόλις γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω, μου έπιασε το χέρι πάνω από το μοχλό των ταχυτήτων.

«Περίμενε… Μη βιάζεσαι! Για κοίτα…»

Μου είπε ήρεμη κοιτάζοντας ευθεία μπροστά της και γύρισα αμέσως το κεφάλι μου προς την είσοδο. Η Αντριάνα κρατώντας ένα πανέρι με μπομπονιέρες ανέβαινε τα σκαλιά αργά πάνω στα ψιλοτάκουνα της. Πρώτη φορά μου την έβλεπα τόσο περιποιημένη. Και λίγο αργότερα έφτασε και ο Μάκης αγκαζέ με εκείνο το ξυλάγγουρο να φοράει ένα βαθύ κόκκινο φόρεμα μέχρι το γόνατο.

«Αλέκα… Αυτό είναι το τέλος…» Ψιθύρισα με βουρκωμένα μάτια όσο τους κοιτάζαμε. Η Αλέκα γύρισε προς το μέρος μου.

«Είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορείς να το διαχειριστείς Σόνια… Πάμε να φύγουμε…» Μου είπε καθησυχαστικά. Τα δάκρυα αυλάκωσαν τα μάγουλα μου. Έκλεισα τα βλέφαρα μου.

«Νιώθω ότι η καρδιά μου έχει γίνει δύο κομμάτια!» Παραδέχτηκα με πόνο που ούρλιαζε από μέσα μου. Η Αλέκα κοίταξε πεταχτά το ρολόι στον καρπό της. Είχαν περάσει πέντε λεπτά.

«Λοιπόν… Σήκω να πάμε να παρακολουθήσουμε από απόσταση τι γίνεται… Να, εκεί στην είσοδο θα σταθούμε για λίγο…» Έδειχνε με το δάχτυλο της μπροστά μου.

«Γιατί πίστευα ότι αυτό το κάθαρμα με αγαπούσε;» Ψιθύριζα εκνευρισμένη και μελαγχολική όσο πλησιάζαμε. Ρίχνοντας μία πεταχτή ματιά, είδαμε τις πλάτες των λιγοστών καλεσμένων και εκείνος να στέκει μπροστά από το γραφείο του δημάρχου με την ξυλοπόδαρη. Πιεζόμουν τόσο πολύ συναισθηματικά εκείνη τη στιγμή που κόντευα να σκάσω. Έκανα ένα βήμα μπροστά όλο θυμό. Η Αλέκα με έπιασε από το χέρι.

«Που πας;» Με ρώτησε χαμηλόφωνα.

«Δεν αντέχω!» Βροντοφώναξα και τα ελάχιστα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μου μαζί και το δικό του, κοιτάζοντας με. Ο δήμαρχος ξερόβηξε. Η Αλέκα με έπιασε από το χέρι τραβώντας με προς τα μέσα. Μέχρι που πλησιάσαμε το μελλοντικό ζευγάρι. Είχα μείνει άναυδη να κοιτάζω μία εκείνον και μία εκείνη. Δεν ήξερα καν τι να τους πω. Μόνο ένα παράπονο ήταν σχηματισμένο σε κάθε μου έκφραση. Ο δήμαρχος από πίσω χαμογέλασε στο θέαμα μου ενώ η εξεταστική ματιά του με έκανε να νιώσω η πιο άσχημη γυναίκα πάνω στη γη. Η ξεχειλωμένη φόρμα μου λίγο ήθελε να μου πέσει και να γίνω ακόμα πιο πολύ ρεζίλι.

«Να μαστε και εμείς! Μπορούμε να ξεκινήσουμε…» Είπε χαμογελαστά η Αλέκα. Δεν έδειχνε όμως καθόλου αμήχανη. Το ψιλόλιγνο αγγούρι με πλησίασε χαμογελώντας. Η Αλέκα έπιασε το χέρι μου και της το έδωσε την ώρα που εκείνη έτεινε το δικό της με προφανή χαρά στο πρόσωπο της.

«Χαίρομαι τόσο πολύ που γνωρίζω επιτέλους την γυναίκα της ζωής του Μάκη… Του αδερφού μου!» Χαμογέλασε πλατιά ενώ εγώ έχανα σταδιακά τη γη κάτω από τα πόδια μου. Κρύος ιδρώτας με έλουζε στην κυριολεξία. Κοίταξα εμβρόντητη την Αλέκα. Εκείνη κούνησε χαμογελαστή τους ώμους της. Για μια στιγμή απομονώθηκα από όλους και το βλέμμα μου έπεσε στον Μάκη, ο οποίος μου ένευσε να πάω κοντά του. Ξαφνικά καμπάνες ηχούσαν μέσα στα αυτιά μου. Καμπάνες που φυσικά ήταν στη φαντασία μου. Γύρισα το πρόσωπο μου αναζητώντας μέσα στα λίγα πρόσωπα των καλεσμένων, το πρόσωπο της Αντριάνας και όταν επιτέλους κατάφερα να την εντοπίσω, εκείνη μου έκανε ένα νόημα με το χέρι της σαν να με πρόσταζε να κάνω αυτό το βήμα. Έφερα αργά τα χέρια μου δένοντας τα μπροστά από το στήθος μου. Ένιωθα τους παλμούς της καρδιάς μου έτοιμους να σπάσουν. Εγώ παντρευόμουν σήμερα; Και μάλιστα σε μία ομαδική συνομωσία; Γι αυτό είχε εξαφανιστεί η Αλέκα; Τα ετοίμαζε όλα πίσω από την πλάτη μου τόσες μέρες; Γι αυτό επικρατούσε η ψευδαίσθηση ότι ο Μάκης παντρευόταν κάποια άλλη; Για να έρθω σε συναισθηματικό αδιέξοδο; Ξανά γύρισα το βλέμμα μου καρφώνοντας το στον άντρα της ζωής μου. Εκείνος μου χαμογέλασε αυτάρεσκα. Έκανε μερικά βήματα μπροστά. Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου.

«Αν και θα το μετανιώσω αυτό που κάνω τώρα γιατί είμαι σίγουρος ότι θα με δέρνεις κάθε μέρα, θέλεις να γίνεις η γυναίκα της ζωής μου;»

Μου είπε με την γλύκα του να ξεχειλίζει από παντού. Τους κοίταζα αρχικά όλους έντρομη, έπειτα ξανά γύρισα προς το μέρος του. Άφησα την απάντηση να δοθεί μέσα από το δικό μου χαμόγελο και επιτέλους, έκανα ένα βήμα προς το μέρος του κλειδώνοντας την παλάμη μου μέσα στη δική του. Με το άλλο μου χέρι αγκάλιασα την ανθοδέσμη που μου πρόσφερε και όλα οδηγήθηκαν στην αρχή του τέλους.

Η ορκισμένη εργένισσα, παντρεύτηκε και μάλιστα με έναν τρόπο που θα θυμόταν σε όλη της τη ζωή.

Για εμένα μιλάω φυσικά αλλά κάθε φορά πλέον που αναφέρομαι στην εργένισσα το κάνω σε τρίτο πρόσωπο. Όχι επειδή εκείνο το πρόσωπο δεν ήμουν εγώ. Αλλά επειδή κατάλαβα ότι η ζωή είναι απρόβλεπτη και το μόνο που χρειάζεται να κάνεις καμιά φορά είναι πολύ πιο απλό. Απλά να την ζήσεις. Μπορείς πάντα να αφεθείς σε αυτήν και να μην είσαι ποτέ μα ποτέ απόλυτος σε τίποτα.

Βγαίνοντας από το δημαρχείο, λίγο πριν απομακρυνθούμε όλοι μαζί από το κτίριο, κοντοστάθηκα με την πλάτη γυρισμένη. Όλοι με μιμήθηκαν περιμένοντας την τελευταία μου αντίδραση κρατώντας δεύτερες σκέψεις μαζί με την αναπνοή τους. Ο Μάκης για λίγο σκοτείνιασε. Είμαι σίγουρη ότι για ένα δευτερόλεπτο πίστεψε ότι εγώ θα το έσκαγα. Του χαμογέλασα καθησυχαστικά όταν μέσα στα μάτια του διαπίστωσα ότι έμοιαζε να τα έχει χαμένα. Έσφιξα την ανθοδέσμη στα χέρια μου και αφού την φίλησα, έπειτα με φόρα την πέταξα πίσω μου.

«Βίον ανθόσπαρτον μωρό μου…»

Φώναξα δυνατά πέφτοντας στην αγκαλιά του με ένα χαμόγελο ευτυχίας που ήθελα να μείνει χαραγμένο για πάντα – μα για πάντα – στα δυο μου χείλη.

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

Αγαπημένε μου αναγνώστη!

Η ιστορία αυτή έρφτασε στο τέλος της. Εδώ την διαβάζεις στην πρώτη της γραφή. 

Το βιβλίο όμως επιμελημένο και με εμπλουτισμένα κεφάλαια θα μπορείς να το βρεις διαθέσιμο σε ebook – σε πολύ οικονομική τιμή σε λίγες μέρες. Κατέβασε το στον υπολογιστή, το κινητό ή το τάμπλετ σου με ασφάλεια!

Πάτα ΕΔΩ για να μεταβείς στο σύνδεσμο!

 

Θέλεις να διαβάσεις το έντυπο βιβλίο της πρώτης Αισθηματικής Κωμωδίας μου;

Το “Λίγο Σεξ ΑΚόμη, Παρακαλώ!” & η Αξιαγάπητη Λάουρα – η πρωταγωνίστρια του – σε περιμένουν! Πάτα ΕΔΩ!

Voula Gkemisi
Η κα Γκεμίση Βούλα κατάγεται από την Καλαμπάκα Τρικάλων. Μεγάλωσε και ζει μόνιμα στη Σητεία Κρήτης. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά την ενασχόληση της με τη συγγραφή μέσα από διαφορετικές κατηγορίες ιστοριών. Οι ιστορίες της αγαπήθηκαν πολύ γρήγορα από το κοινό και το πρώτο έντυπο βιβλίο της έρχεται με τίτλο «Λίγο Σεξ Ακόμη, Παρακαλώ!». Ακολουθεί το δεύτερο σε σειρά έντυπο βιβλίο της με τίτλο «Το Μυστικό Ενός Αγγέλου», μία σειρά από e-books, καθώς και δωρεάν διαθέσιμα μυθιστορήματα, διηγήματα & Short Stories.