“η ΕΡΓΕΝΙΣΣΑ” ~ ΝΕΟ ~

VoulaGkemisi Copyright2020
Απαγορεύεται αυστηρά η κλοπή, αντιγραφή ή αναδημοσίευση των κειμένων ή της ιστορίας 
χωρίς την έγκριση της δημιουργού.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΤΗ ΝΕΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟ SITE! 

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΕΔΩ! 

Για να λαμβάνετε ενημερώσεις σχετικά με τα νέα Κεφάλαια που θα ανεβαίνουν – Κάντε Εγγραφή στο Newsletter!

*

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στον μικρόκοσμο μου απολαμβάνω την τελειομανία μου, εργάζομαι μανιωδώς και παθιάζομαι με το να χρησιμοποιώ τους άντρες όπως ακριβώς κάνουν και εκείνοι όταν αυτοαποκαλούνται ορκισμένοι εργένηδες!

Είμαι η Σόνια και το επίθετο μου θα μπορούσε άνετα να ήταν εργένισσα.

Στον δικό μου κόσμο δεν υπάρχουν περιθώρια λάθους. Όλα γίνονται σωστά, προβλέψιμα και βάση του τέλειου προγράμματος. 

Μέχρι που στη ζωή μου έρχεται σαν από μηχανής Θεός ο Μάκης, ο οποίος από την πρώτη νύχτα θα αντισταθεί να υποκλιθεί στις ερωτικές μου προθέσεις και θα γίνει η αφορμή να κάνει την κοσμοθεωρία μου να βουλιάξει σαν χάρτινο καραβάκι στον ωκεανό. 

Την ώρα που εγώ – η καπετάνισσα – ουρλιάζω σπαραχτικά να πέσει στα βαθιά νερά και να με σώσει, εκείνος επιδεκτικά απολαμβάνει το θέαμα από ψηλά χασκογελώντας! 

************************************************************************************

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ~

Η ιδιόρρυθμη ζωή μου και ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν την ερωτική διάσταση των γυναικών θα μπορούσε να ήταν άκρως κατακριτέος στην κοινωνία που ζούμε. Πως γινόταν άλλωστε μία γυναίκα να χρησιμοποιεί τους άντρες με τέτοιο τρόπο και έπειτα να τους πετάει στην άκρη σαν στημένη λεμονόκουπα;

Στην δική μου κοσμοθεωρία είχα τον απόλυτο έλεγχο και στην ζωή μου δεν μπορούσε να εισχωρήσει κανείς περισσότερο από το επιτρεπόμενο χρονοδιάγραμμα που του είχα ορίσει εξαρχής μέσα στο κεφάλι μου. Και αν κάποιος προσπαθούσε να το κάνει, τον απέφευγα με συνοπτικές διαδικασίες. Τόσο απλά, λιτά και απέριττα και τη στιγμή που το κατάφερνα, σχεδόν πάντα ξεφυσούσα ικανοποιημένη ισιώνοντας την φούστα μου μέχρι να πάρει τη σωστή της κατεύθυνση έως τα γόνατα μου. Περήφανα κοίταζα τα ψηλοτάκουνα μου και αφού φούσκωνα σαν μπαλόνι το πλούσιο στήθος μου, τίναζα και το καστανόξανθο μου μαλλί με μία περίσσια θηλυκότητα. Εκείνη ήταν ακριβώς η στιγμή που στο μυαλό μου γυρνούσα το διακόπτη και τον έκανα να τερματίζει αυτόματα στο μηδέν. Καμία ανάμνηση, κανένα απολύτως συναισθηματικό δέσιμο.

Η εργασιομανία μου και άλλοτε τελειομανία μου, με έκαναν πάντα να αποδεσμεύομαι ακαριαία. Η μέρα μου ήταν γεμάτη από ένα σορό επιχειρηματικά προβλήματα που όφειλα να λύσω για τις αμέτρητες επιχειρήσεις που έδειχναν να γονατίζουν μέσα στην κρίση. Το γραφείο μου άλλωστε ήταν από τα κορυφαία της Αθήνας και όλοι οι επιχειρηματίες έσπευδαν να πλησιάσουν την επιτυχημένη σύμβουλο επιχειρήσεων για να τους μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Διατηρούσα κάποιες υποψίες ότι μερικοί από εκείνους με πλησίαζαν σαν κλαρινογαμπροί για τη φήμη που με συνόδευε ότι ήμουν μία στυγνή δολοφόνος του έρωτα. Ότι ήμουν μια ορκισμένη εργένισσα που στα βαθιά της γεράματα θα ξεψυχούσε αγκαλιά με τις αμέτρητες γάτες της.

Δάγκωσα το στυλό μου στην εικόνα αυτή, με εμένα γερασμένη, να φοράω μία μεταξωτή ρόμπα και τα μαλλιά μου να είναι καλοχτενισμένα σε ένα υπέροχο σινιών. Τα ρυτιδιασμένα χείλη μου σχεδόν επιβαλλόταν να είναι με εκείνη την κατακόκκινη απόχρωση του κραγιόν μου που φώτιζε φλογισμένο σαν το πάθος που σκορπούσα σε κάθε αρσενικό που είχε περάσει από την – κατά τα άλλα – πληθωρική ερωτική ζωή μου. ¨Αν πληρωνόμουν για τις «υπηρεσίες» που τους πρόσφερα θα είχα χτίσει πολυκατοικίες¨ Σκεφτόμουν την ώρα που το καπάκι από το στυλό, έμοιαζε με ζελεδάκι ανάμεσα από τα πλαϊνά μου δόντια, με τον κυνόδοντα μου να το καρφώνει επίμονα.

Το χτύπημα στην πόρτα με έκανε να αναταραχτώ και να ανασηκώσω τα κοκάλινα γυαλιά μου πεταρίζοντας τα βλέφαρα μου.

«Παρακαλώ…» Απάντησα και με ένα λοξό βλέμμα έκανα μία γρήγορη ανασκόπηση πάνω στο γραφείο μου για να τσεκάρω ότι όλα ήταν στην θέση τους. Με την άκρη του ματιού μου εντόπισα ότι ο φάκελος μπροστά μου δεν ήταν στην ευθεία του και πιάνοντας τον σχεδόν ευλαβικά, εστίασα επάνω του και τον γύρισα ελαφρά με τα δυο μου χέρια για να φαίνεται ολόισιος και να μην χαλάει την αισθητική μου. Η πόρτα άνοιξε σε κλάσματα του δευτερολέπτου και η θεότρελη Αλέκα πήρε μία πόζα που έμοιαζε με εκείνες που συμμετείχαν στα reality μόδας. Από τα χέρια της τινάχτηκαν δύο κατακόκκινες χάρτινες σακούλες και μπαίνοντας μέσα με φόρα και βήμα πασαρέλας πλησίασε το γραφείο μου πετώντας την μία από αυτές πάνω του.

«Είσαι τρελή παιδάκι μου;;;» Τσίριξα και μάζεψα αμέσως τη σακούλα τακτοποιώντας τα πράγματα που είχαν διασκορπιστεί από την άτσαλη κίνηση της. Έγειρα το σώμα μου πάνω από το φάκελο και τις θήκες των στυλό που είχαν αποτραβηχτεί από τα σημεία που τα είχα τοποθετημένα. Εκείνη αναμασούσε μία τσίχλα νευρικά στριφογυρίζοντας τα μάτια της.

«Αμάν πια με αυτόν τον ψυχαναγκασμό σου ρε Σόνια! Καταντάς σπαστική!»

Αφού τα τοποθέτησα όλα συμμετρικά, της έριξα ένα βλέφαρο σηκώνοντας ελαφρά το πρόσωπο μου.

«Αφού το γνωρίζεις το κόλλημα μου…»

Εκείνη αναστέναξε.

«Φυσικά και το γνωρίζω καλή μου φιλενάδα… Εδώ και τριάντα κάτι… χρόνια! Τα πόσα είπαμε ότι κλείνεις τελικά;» Το στόμα της ανοιγόκλεινε ασταμάτητα και φαινόταν σαν να μην έπαιρνε ούτε αναπνοή.

«Είσαι η μόνη που έχεις αρχείο μέχρι και με τους αμέτρητους γκόμενους σου! Αλήθεια, που έχει φτάσει αυτό το νούμερο; Αν είναι να το πάμε στο ρεκόρ Γκίνες να βγάλουμε και κανένα φράγκο! Άσε που θα είσαι σαν ερωτική μετοχή που θα είναι μονίμως σε άνοδο!»

Χαμογέλασα περήφανα και σταύρωσα τα πόδια μου. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της κοιτάζοντας για λίγο πίσω από το γραφείο μου.

«Και να φανταστεί κανείς ότι ώρες και φορές ντύνεσαι σαν … καλόγρια! Οι φούστες που δεν είναι μίνι απλά θα έπρεπε να καταργηθούν!» Είπε κατηγορηματικά και άπλωσε τα γυμνά πόδια της όλο νάζι στο πλάι, τεντώνοντας με τα δυο της χέρια επιδεκτικά το κομμάτι ύφασμα που φορούσε και ήθελε να αποκαλεί φούστα. «Δεν βλέπεις τα δικά μου; Σε κοινή θέα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο!»

Κάγχασα δυνατά. Η Αλέκα είχε πάντα αστείρευτο χιούμορ.

«Τι να το κάνεις γλυκιά μου; Τέτοια πόδια με μόνιμη σχέση που καταντάει πιο βαρετή και από την ερωτική ζωή της γιαγιάς μου, άστο … Καλύτερα να μου λείπει!»

Εκείνη αναμάσησε την τσίχλα της ακόμα πιο νευρικά και σκεπτόμενη. Το βλέμμα της βυθίστηκε στο κενό και όταν έκανε μία φούσκα και έσκασε πάνω στα χείλη της με κοίταξε απογοητευμένη.

«Δεν έχεις και άδικο… Από την άλλη, καλύτερη είσαι εσύ; Που όλους τους χρησιμοποιείς; Θα καταντήσεις μόνη σου μέχρι τα βαθιά γεράματα και έπειτα θα αναμετράς τις ερωτικές σου περιπέτειες μέσα από ένα άλμπουμ γεμάτο αρσενικά… Άσε που θα έχεις πάθει και Αλτσχάιμερ και θα χάνεις το μέτρημα και ξανά μανά από την αρχή… Αλήθεια, τους θυμάσαι όλους αυτούς;»

«Δικαίωμα μου να ζω όπως θέλω! Δεν θέλω κανέναν τους! Όλοι τους είναι άχρηστοι και έτσι και αλλιώς και σχέση να κάνω, το κέρατο δεν το γλυτώνω! Οπότε… Καλύτερα έτσι! Αυτοί στον κόσμο τους και εγώ στον δικό μου! Εξηγημένα πράγματα από την αρχή! Δεν είμαι εγώ για σχέσεις και τέτοια μπερδέματα…» Άρχισα να τοποθετώ μία στοίβα από έγγραφα μέσα στο χαρτοφύλακα μου. «Βιάζομαι Αλέκα μου! Πρέπει να τρέξω μέχρι την τράπεζα να κάνω κάτι καταθέσεις! Θα έρθεις μαζί μου ή θα κάτσεις να αναπολείς τον ρουτινιασμένο σου… έρωτα;»

Με κοίταξε μελαγχολικά και σηκώθηκε αργά από τη θέση της με πρόθεση να με ακολουθήσει προς την έξοδο. Έτρεξα πίσω στο γραφείο και έπιασα την κατακόκκινη, χάρτινη σακούλα στο χέρι μου ρίχνοντας της ένα βλέμμα όλο νάζι για την αφηρημάδα μου. Λίγο πριν φύγουμε, της έσκασα ένα φιλί στο μάγουλο.

«Σ ευχαριστώ πολύ για το δώρο! Ευτυχώς έχω και εσένα και με σκέφτεσαι… Τι θα έκανα εγώ χωρίς εσένα;» Την ρώτησα παιχνιδιάρικα τσιμπώντας ελαφρά το μάγουλο που είχα φιλήσει λίγο πιο πριν και εκείνη την ώρα που κοίταζα επίμονα το ρολόι στον καρπό μου και παράλληλα έκλεινα την πόρτα του γραφείου κλειδώνοντας την, άρχισε να με κατακλύζει το πηγαίο άγχος που ήταν μόνιμο στο στομάχι μου.

«Το βράδυ όπως είπαμε… Μην ξεχνάς ότι πρέπει να γιορτάσουμε και τα γενέθλια σου!»

Μου είπε παιχνιδιάρικα, την ώρα που είχα τελειώσει με τις δουλειές μου, αφήνοντας την έξω από το σπίτι της και εγώ της έκλεισα το μάτι ζωηρά σαν ένδειξη ότι η σκανδαλιάρικη ερωτική μου διάθεση δεν έφευγε ούτε λεπτό από το πιστό μας ραντεβού. Εκείνη έβγαινε μαζί μου για να χορεύει μέχρι το πρωί και να ξεχνάει τον ρουτινιασμένο της έρωτα και εγώ για να καλύπτω το ερωτικό μου κενό με όποιον φυσικά μου έκανε το περιβόητο «κλικ».

 

 

*

«Για να προχωρήσω στο επόμενο βήμα, πρέπει πρώτα το οπτικό μου πεδίο να τον έχει περάσει από ακτίνες Χ και να έχει τερματίσει στο επόμενο στάδιο δίνοντας το περιβόητο ¨πράσινο¨ φως… Έπειτα, όλα κυλάνε μόνα τους. Μέχρι τώρα, κανένα αρσενικό δεν μου έχει αντισταθεί… Και κάθε φορά αυτή η διαδικασία του παιχνιδιού ανάμεσα στις πρώτες εντυπώσεις και μετέπειτα στη διαδικασία του φλερτ, με εξιτάρει όσο τίποτα. Το αμέσως επόμενο βήμα, είναι να πάω το υποψήφιο θήραμα μου στο σπίτι μου. Πάντα στο σπίτι μου, για να έχω και τον απόλυτο έλεγχο. Κάνουμε ότι κάνουμε και με ένα ανεξήγητο προγραμματισμένο εσωτερικό ρολόι που με κυνηγάει χρόνια, την ώρα που σκέφτομαι ότι μπορεί να μου κλέβει και άλλο από το οξυγόνο του σπιτιού μου, τον διώχνω με συνοπτικές διαδικασίες… Καταλαβαίνετε ποιο είναι το πρόβλημα γιατρέ μου; Το ότι δεν συνειδητοποιούν και αυτοί ότι είναι η ώρα να φύγουν και να με αφήσουν στην ησυχία μου… Με φέρνουν εκείνη τη στιγμή σε πολύ δύσκολη θέση… Καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι;»

«Όχι, Σόνια. Νομίζω ότι το πρόβλημα σου δεν είναι ότι τα υποψήφια θύματα σου δεν συνειδητοποιούν ότι είναι η ώρα να σε αποδεσμεύσουν από την παρουσία τους και να σε αφήσουν στην ησυχία σου… Ίσως το πρόβλημα να μην είναι τόσο επιφανειακό όσο πιστεύεις. Μέσα στην τελειομανία σου έχεις ευνουχιστεί συναισθηματικά. Δεν επιθυμείς κανένα είδους συναισθηματικού δεσίματος…»

Συνοφρυώθηκα κοιτάζοντας για λίγο στο κενό, ακούγοντας προσεκτικά την απάντηση της Ανδριάνας. Της ψυχολόγου που εδώ και τρεις μήνες γνώριζε όλες μου τις ερωτικές περιπέτειες μαζί με την πλήρη ανασκόπηση της υπόλοιπης ζωής μου. Ένιωσα να πιέζομαι ξαφνικά από το πουθενά και για δευτερόλεπτα ήθελα απλά να χτυπήσω τα χέρια μου στο γραφείο της και να της πω ότι διαφωνώ κάθετα. Χμ! Πως μπορούσε να μου πει ότι εγώ ήμουν ευνουχισμένη συναισθηματικά; Φυσικά και δεν το δεχόμουν. Κάθε ερωτική μου περιπέτεια θα ντρόπιαζε μέχρι και τις πιο καλοπληρωμένες ερωτικές φαντασιώσεις. Κοίταξα το ρολόι μου, με το ένα φρύδι μου σηκωμένο και έπειτα βυθίστηκα για δευτερόλεπτα μέσα στο βλέμμα της που περίμενε ανυπόμονα και εξεταστικά την επόμενη αντίδραση μου. Τη μίσησα για λίγο εκείνη τη στιγμή και έπειτα αποτράβηξα το βλέμμα μου γιατί ένιωθα ότι θα διάβαζε απόλυτα μέχρι και το ψέμα που ήμουν έτοιμη να της ξεστομίσω.

«Δυστυχώς πρέπει να φύγω! Μόλις συνειδητοποίησα ότι είχα ένα έκτακτο ραντεβού και με όλη αυτή την κουβέντα μας εδώ και τόση ώρα κοντεύω να το χάσω… Θα τα πούμε την άλλη Παρασκευή!»

Με συνοπτικές διαδικασίες σηκώθηκα και αφού την χαιρέτησα έγινα στην κυριολεξία καπνός, ενώ εκείνη παρέμεινε στη θέση της με ένα αχνό χαμόγελο να παρατηρεί τα πάντα. Πόσο με εκνεύρισε! Βγήκα στο δρόμο σαν κυνηγημένη αποζητώντας μανιωδώς το αμάξι μου, μπήκα μέσα και έκλεισα δυνατά την πόρτα. Χτύπησα με το ένα χέρι μου το τιμόνι και αν και ένιωσα να πονάω, ρουθουνίζοντας όλο θυμό, μετά από λίγο έβαλα μπρος και πάτησα νευρικά το γκάζι. Στα μισά όμως της διαδρομής συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει το χαρτοφύλακα μου πίσω.

«Γαμώτο!» Αναφώνησα γιατί δεν ήθελα με τίποτα να επιστρέψω ξανά στον τόπο του εγκλήματος γιατί η αλήθεια είναι ότι εκεί μέσα – λίγο πιο πριν – είχε γίνει ένα τεράστιο έγκλημα και ήταν η δολοφονία του ψυχικού μου κόσμου. Πως μπορούσε να με στήσει στον τοίχο αυτή η άσχετη που με γνωρίζει μόνο τρεις μήνες; Ακούς εκεί; Εγώ συναισθηματικά ευνουχισμένη!

Έκανα γρήγορη αναστροφή αφού πρώτα κοίταξα τον κεντρικό καθρέφτη του αυτοκινήτου μου και ξανά πήρα το δρόμο της επιστροφής για το γραφείο της. Μέσα στο μυαλό μου έκανα χιλιάδες σενάρια για να μπω βιαστικά, να αρπάξω τον χαρτοφύλακα μου και να εξαφανιστώ. Αν ήταν δυνατό, δεν ήθελα να ανταλλάξουμε ούτε μία κουβέντα. Την ώρα που πάρκαρα έξω από το γραφείο της, με τα σενάρια να χοροπηδάνε στο μυαλό μου, νόμιζα ότι ο κόσμος μου κατέρρεε μπροστά μου στη σκέψη ότι πλησίαζε η στιγμή που θα την ξανά αντίκριζα. Μπαίνοντας στο γραφείο της για πρώτη φορά παρατήρησα ότι η γραμματέας της έλειπε. Φώναξα το όνομα της ψυχολόγου στον αέρα αλλά τίποτα. Έπειτα, χτύπησα ελαφρά την πόρτα, αλλά και πάλι τίποτα. Κοίταξα το ρολόι μου περισσότερο από συνήθεια και μετά για κάποιο λόγο έστρεψα το κεφάλι μου προς το ταβάνι με ένα πλατύ χαμόγελο ενώ τα χέρια μου είχαν ενωθεί σαν να προσευχόμουν:

«Σ ευχαριστώ Μεγαλοδύναμε!» Μουρμούρισα και με πλημμύρισαν συναισθήματα ευτυχίας μιας και συνειδητοποιούσα ότι πρέπει να ήμουν πολύ τυχερή που έλειπε.

Με φανερό θράσος, άνοιξα την πόρτα και έμεινα να κρατάω το χερούλι, τη στιγμή που η γυριστή, δερμάτινη καρέκλα του γραφείου της στράφηκε προς το μέρος μου από την μεριά που έβλεπε προς τον τοίχο. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και ένα φωτεινό χαμόγελο ξεπρόβαλε στο πρόσωπο του γοητευτικού άντρα που καθόταν εκεί, κρατώντας στα χέρια του ένα χαρτί, το οποίο πρέπει να μελετούσε λίγο πιο πριν με πολύ προσοχή. Το βλέμμα μου κατηφόρισε μπροστά στο φάκελο που ήταν ορθάνοιχτος επάνω στο γραφείο και εκείνος άφησε το χαρτί να πέσει απαλά μέσα από τις παλάμες του.

«Ποιος είσαι εσύ;» Τον ρώτησα αγενέστατα λες και είχε κάνει εισβολή στο χώρο μου. Εκείνος σηκώθηκε τρέχοντας και αφού έπιασε το χέρι μου από το χερούλι της πόρτας, έκλεισε την πόρτα αργά κοιτάζοντας προς τα έξω και με κατεύθυνε μέχρι την καρέκλα μπροστά από το γραφείο δείχνοντας μου την για να κάτσω.

«Ηρεμήστε… Νομίζω ότι αυτό θα έπρεπε να το ρωτήσω εγώ…»

Χαμογέλασε και η φωνή του ήταν βραχνή και άκρως ερεθιστική. Σταύρωσα τα χέρια μου σε στάση άμυνας κοιτάζοντας τον λοξά.

«Εσείς κάνατε εισβολή στο χώρο μου… Όχι εγώ στον δικό σας…» Συνέχισε ευγενικά και εγώ στριφογύρισα αργά τα μάτια μου συνειδητοποιώντας το πόσο δίκιο είχε. Αναστέναξα.

«Ας είναι… Η Ανδριάνα που είναι; Ξέχασα τον χαρτοφύλακα μου!»

Εκείνος άφησε το σώμα του να βυθιστεί μέσα στην τροχήλατη καρέκλα και έδειχνε άνετος σαν να απολάμβανε την επιθετική μου στάση. Αυτό το χαμόγελο του με εκνεύριζε όμως τόσο πολύ!

«Αν εννοείται αυτό το δερμάτινο πράγμα που μοιάζει με τσάντα, είναι εκεί…» Αποκρίθηκε με ένα παγωμένο χαμόγελο και με το δάχτυλο του, έδειξε πίσω μου στο σημείο όπου ήταν τοποθετημένος ένας καλόγερος δίπλα από την πόρτα.

«Ναι, αυτό το δερμάτινο πράγμα εννοώ! Ευχαριστώ πολύ!» Ανταπάντησα όλο ειρωνεία και αφού έλυσα τα χέρια μου, σηκώθηκα αργά και έπιασα το χαρτοφύλακα. Λίγο πριν γυρίσω το χερούλι της πόρτας, έστριψα τον κορμό μου προς το μέρος του και τον είδα να παίρνει στα χέρια του ένα από τα χαρτιά του φακέλου που είχε μπροστά του.

«Και αν θέλετε να ξέρετε… Αυτό το δερμάτινο πράγμα… Κοστίζει μία περιουσία… Απλά για την πληροφορία!» Πετάρισα τα βλέφαρα μου όλο τσαχπινιά, με ένα υποτιμητικό ύφος να με συντροφεύει την ώρα που σοβάρεψα απότομα και εκείνος μου έδωσε τη χαριστική βολή.

«Μα και φυσικά δεν περίμενα κάποια καλύτερη αντίδραση από εσάς! Είστε η κα Φερμίδου! Και ας παραδεχτούμε και οι δύο ότι η τσάντα αυτή μπορεί να είναι ένα επαγγελματικό εργαλείο, αλλά δεν παύει να είναι κακόγουστη!»

Είπε και εκείνος χλευαστικά και εγώ εστιάζοντας στο χαρτί που κρατούσε κουνώντας το επιδεικτικά, γύρισα το βλέμμα μου ξανά μέσα στο δικό του ενώ λίγο πιο κάτω το εκνευριστικό του χαμόγελο με έκανε χωρίς λόγο να τα χάσω. Κοπάνησα την πόρτα πυροδοτώντας τα πάντα μπροστά μου με σπίθες που έβγαιναν από τα μάτια μου και έφυγα από εκεί σχεδόν αγανακτισμένη. Πήρα το δρόμο για το σπίτι μου, με τις σκέψεις μου να χοροπηδάνε μέσα μου όλο οργή κάθε φορά που συνειδητοποιούσα ότι ο ανοιγμένος φάκελος μπροστά του ήταν η ψυχολογική διάγνωση της τελευταίας ασθενούς που είχε περάσει εκείνη τη μέρα από το γραφείο της Ανδριάνας. Εμένα δηλαδή! Και αυτή η ανεύθυνη; Πως ήταν δυνατόν να αφήνει εκτεθειμένα τα πολύτιμα ιατρικά συμπεράσματα της και μάλιστα να μπορεί να έχει ο κάθε άσχετος πρόσβαση σε αυτά; Έλεος!

Και τώρα που το καλοσκέφτομαι, ποιος ήταν τελικά αυτός ο άγνωστος; Ούτε το όνομα του δεν είχα καταφέρει να μάθω. Πατώντας απότομα το φρένο έκανα μία απότομη κίνηση μπροστά με τη ζώνη του αυτοκινήτου μου να πιέζει το σώμα και κυρίως το πλούσιο στήθος μου. Γούρλωσα τα μάτια μου από τρομάρα όταν άκουγα τις φωνές ενός περαστικού που τσίριζε. Αν και το βλέμμα μου κοίταξε επίμονα προς το φανάρι εκείνη την ώρα που έδειχνε πράσινο, εκείνος επέμενε να φωνάζει ότι όφειλα να σταματήσω και η αλήθεια είναι ότι δεν είχε και άδικο. Ούτε που τον είχα δει τον Χριστιανό. Ξανά έβαλα μπρος τη στιγμή που μία ουρά αυτοκινήτων από πίσω μου πατούσε επίμονα τις κόρνες και με χέρια που έτρεμαν γύρισα το τιμόνι, μαλώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό μου που με έπιασα να σκέφτομαι επίμονα εκείνον τον παράξενο τύπο που η υπεραισιοδοξία και η ετοιμολογία του, τέντωνε τα νεύρα μου και τα έφτανε μέχρι τον ουρανό.

 

*

Λίγες ώρες αργότερα, τα είχα ξεχάσει όλα.

Απολάμβανα ένα καυτό αφρόλουτρο με έντονη την μυρωδιά από τα άγρια φρούτα του δάσους να αχνίζουν μέχρι το ταβάνι. Τα κεράκια και η lounge μουσική ήταν ότι καλύτερο για να χαλαρώσω και να ξαναβρώ τον παλιό, καλό, ερωτικό μου εαυτό. Εκείνον που όλοι οι άντρες λάτρευαν και έπεφταν στα πόδια μου ο ένας μετά τον άλλον. Παρά το γεγονός όμως ότι οι επιλογές μου ήταν πολλές, ήμουν και επιλεκτική μέσα σε όλα εκείνα τα αρσενικά που έτρεχαν από πίσω μου. Έπρεπε να μου κάνουν αυτό το «κλικ». Διαφορετικά, δεν μπορούσα να δοθώ στον καθένα. Και στην τελική, αν ήταν ο άλλος ικανός ας έμπαινε στη διαδικασία να ενεργοποιήσει την ερωτική μου επιθυμία για εκείνον. Έτσι δεν είναι;

Το επίμονο κουδούνισμα μου επισήμανε ότι είχε έρθει η τρελή φίλη μου. Η Αλέκα, ήταν σε όλα της εκνευριστικά επίμονη κάνοντας παντού αισθητή την παρουσία της. Βγήκα όπως ήμουν από την μπανιέρα με τους αφρούς και αφού τράβηξα το μπουρνούζι μου, διέσχισα το διάδρομο γυμνή τυλίγοντας το γύρω μου.

«Ακόμα δεν είσαι έτοιμη;» Με ρώτησε με ένα υπεροπτικό ύφος και με κοίταξε με μισή ματιά από πάνω μέχρι κάτω. Έκλεισα την πόρτα και βημάτισα μέχρι το δωμάτιο μου.

«Ανυπόμονη σε όλα σου…» Σχολίασα και εκείνη στεκόταν μπροστά από κάτι ξεχασμένα cd που είχε ξετρυπώσει από ένα ντουλάπι. Αλλάζοντας μουσική σε βαρύ λαϊκό πρόγραμμα του ’90 με κοίταξε πελαγωμένη την ώρα που πλησίασε στο δωμάτιο μου, μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη.

«Αυτά πάλι που τα βρήκες;» Την ρώτησα και της γύρισα την πλάτη μου κρατώντας τα μαλλιά μου στον αέρα. Εκείνη σηκώνοντας το φερμουάρ του στενού φορέματος μου, μουρμούρισε με σφιγμένα δόντια. «Όχι, θα άφηνα την προηγούμενη μουσική να μας πάρει ο ύπνος!»

Μόλις σκαρφάλωσα στις κατακόκκινες γόβες μου και έβαλα και το φλογερό κόκκινο κραγιόν – το κραγιόν του πάθους – εκείνη έμεινε σε απόσταση χαζεύοντας με μέσα από τον καθρέφτη.

«Αχ! Πάλι από τα πατώματα θα μαζεύω τα θύματα σου… Να δω ποιος θα είναι ο τυχερός σήμερα!»

Της χαμογέλασα πονηρά και την τράβηξα κοντά μου.

«Σήμερα, κανείς! Γιορτάζουμε τα γενέθλια μου και υπόσχομαι να μην φέρω κανέναν εδώ! Για μία φορά στη ζωή μου είναι καιρός να αφιερώσω αυτή τη μέρα μόνο στην κολλητή μου και στον εαυτό μου! Δεν θα κοιτάξω κανέναν! Θα χορεύουμε μέχρι το πρωί και μετά… Σαν καλό κορίτσι που είμαι, θα έρθω μόνη μου στο σπίτι και θα κάνω δώρο στον εαυτό μου έναν υπέροχο ύπνο! Εξάλλου, μου χρειάζεται λίγος ύπνος παραπάνω…»

Η Αλέκα σίγουρα δεν το πίστευε αυτό, αλλά εγώ μέσα μου είχα ορκιστεί ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ενδώσω σε καμία ερωτική πρόκληση. Θα διασκέδαζα και θα γυρνούσα σπίτι για να κάνω το πολυτιμότερο δώρο στον εαυτό μου. Την ξεκούραση που χρειαζόμουν. Άλλωστε τίποτα δεν μπορούσε να ξεπεράσει την εργασιομανία μου και αυτό ήταν γνωστό πια σε όλους.

 

 

*

Στο αγαπημένο μας κλαμπ δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα.

Ευτυχώς η Αλέκα είχε κλείσει ένα γωνιακό τραπέζι και έτσι ο Στράτος – ο υπεύθυνος – μόλις μας είδε, μας πλησίασε και μας οδήγησε αμέσως στη θέση μας. Αφού με φίλησε πάνω από τρεις φορές για να μου ευχηθεί, μόλις απομακρύνθηκε, η Αλέκα άρχισε να φωνάζει στο αυτί μου μιας και η ξέφρενη μουσική σκέπαζε τα πάντα.

«Του τρέχουν πάλι τα σάλια του κακομοίρη… Είναι δυνατόν να μη σου αρέσει αυτός ο παίδαρος; Πόσα χρόνια σου την πέφτει;» Την κοίταξα με ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο σαν να την παρακαλούσα να σταματήσει την κουβέντα. Εκείνη μου χαμογέλασε και αφού έβγαλε το παλτό της με παρότρυνε να κάνω και εγώ το ίδιο, χορεύοντας. Την ώρα που άρχισα να το βγάζω κοίταξα ολόγυρα μου και εκείνη με τράβηξε από το μανίκι. Μόλις τα μάτια μας διασταυρώθηκαν μέσα στο μισοσκόταδο, διαπίστωσα το παραπονεμένο βλέμμα της. Πλησίασα το αυτί της ενοχικά.

«Έχεις δίκιο. Δεν θα ξανά κοιτάξω γύρω μου. Στο υπόσχομαι! Σήμερα θα χορεύουμε μέχρι να ξημερώσει. Τέρμα τα ερωτικά καλέσματα!»

Άρχισε να τσιρίζει χοροπηδώντας στον αέρα κάνοντας μία παρέα αντρών λίγο πιο δίπλα μας να την κοιτάζουν επίμονα, ενώ εγώ έσκασα στα γέλια. Το μπουκάλι ήρθε σχεδόν αμέσως στο τραπέζι μας και εγώ σέρβιρα, θέλοντας να περιποιηθώ τη φίλη μου σαν να ήμασταν οι δυο μας μέσα στο μαγαζί. Άρχισα να χορεύω και τότε νιώθαμε και οι δύο ότι όλα τα βλέμματα έπεσαν επάνω μας. Χαμογελούσα από ευτυχία που ήμουν νέα, όμορφη και επιτυχημένη με μία καριέρα που ήταν επιλογή μου και όλο και εκτοξευόταν. Δεν είχα κανένα λόγο να μην γιορτάσω τα γενέθλια μου και μάλιστα όπως τα ήθελα εγώ.

Λίγο αργότερα, εκεί που ο χορός μας είχε συνεπάρει με μικρές διακοπές για να βρέχουμε τα χείλη μας με βότκα, ένιωσα ένα χέρι να με χουφτώνει έντονα από πίσω. Σε δευτερόλεπτα γύρισα και χωρίς να δω μπροστά μου άστραψα ένα δυνατό χαστούκι σε όποιον βρισκόταν πίσω μου. Όλοι πάγωσαν τριγύρω σταματώντας να χορεύουν. Ενώ από την άλλη μισή μεριά του κλαμπ δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Συνέχιζαν να χορεύουν και να ουρλιάζουν ρυθμικά.

Άρχισα να βρίζω σαν νταλικέρης, ενώ η Αλέκα σταμάτησε αυτόματα και έτρεξε πίσω μου κρατώντας με από το μπράτσο. Το στόμα μου είχε παραλύσει από τις απανωτές βρισιές και ο άντρας μπροστά μου κρατούσε το μάγουλο του. Μέσα στον παραλογισμό μου, την ώρα που χτυπιόμουν και τα πολύχρωμα φωτορυθμικά εστίαζαν στο πρόσωπο του μέσα από τις εναλλαγές τους, έμεινα εμβρόντητη να τον κοιτάζω. Λες και κατάπια τη γλώσσα μου ξαφνικά, ένιωσα ένα δυνατό κόμπο μέσα στο στομάχι μου.

«Πως τόλμησες;» Τσίριξα ακόμα πιο νευριασμένα όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν εκείνος ο άγνωστος που είχα συναντήσει στο γραφείο της Ανδριάνας λίγες ώρες πριν. Εκείνος δεν μιλούσε. Με κοίταζε παγωμένος ενώ ήταν ολοφάνερο ότι προσπαθούσε να βρει λέξεις για να δικαιολογηθεί. Η Αλέκα από πίσω με σκουντούσε προσπαθώντας να με ηρεμήσει. Έκανε ένα βήμα μπροστά στην προσπάθεια του να μου μιλήσει και εγώ αμέσως τον αποπήρα:

«Μην πεις λέξη! Θα τα κάνεις χειρότερα! Παλιοκαθίκι!»

Ούρλιαξα κλαψουρίζοντας και κατευθύνθηκα προς το τραπέζι μας νευριασμένη κουνώντας εκνευρισμένη τα χέρια μου, φωνάζοντας στην Αλέκα να με αφήσει ήσυχη ενώ πάλευε να με καθησυχάσει. Ήπια μονορούφι το ποτό μου και την ώρα που γέμιζα το ποτήρι μου από το μπουκάλι ξανά, η Αλέκα μου φώναξε δυνατά.

«Άσε με να σου μιλήσω επιτέλους!»

Την κοίταξα σχεδόν βουρκωμένη ενώ ήπια και το δεύτερο ποτό αμέσως.

«Τι να μου πεις; Μου χάλασε τη βραδιά το παλιοκάθαρμα!»

«Κάνεις λάθος Σόνια! Άσε με να σου εξηγήσω…» Τα μάτια μου τον έψαχναν μέσα στο πλήθος αλλά αυτός έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί. Δεν ήταν και λίγο το ρεζιλίκι του. Η Αλέκα αφού ακολούθησε το βλέμμα μου αναζητώντας τον και εκείνη, κόλλησε το στόμα της στο αυτί μου.

«Δεν σε χούφτωσε εκείνος… Από τη διπλανή παρέα ήταν… Την στιγμή που εσύ τον χαστούκισες,  ο φαλακρός τύπος που ήταν πίσω σου ξέσπασε στα γέλια. Αυτός ήταν! Αλλά έτσι όπως χτυπιόσουν εσύ, που να το καταλάβεις! Έτυχε και περνούσε εκείνη την ώρα ο άλλος από πίσω σου! Τσάμπα το χαστούκι που έφαγε!»

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα μόλις σταδιακά άκουγα τις λέξεις της Αλέκας να με οδηγούν σε ένα θολό συμπέρασμα μέσα από την ζάλη μου. Πως ήταν δυνατόν; Εκείνη συνέχιζε να μουρμουράει δίπλα μου ενώ τον αναζητούσε μέσα στο πλήθος με ένα πελαγωμένο ύφος.

«Πρέπει να του ζητήσουμε συγνώμη… Δεν φταίει εκείνος…»

Η παρέα δίπλα μας εννοείται και λίγο αργότερα έφυγε και εγώ έμεινα να αρχίζω να σκιαγραφώ μέσα μου ενοχές για την άδικη συμπεριφορά μου προς εκείνον τον γοητευτικό άγνωστο. Ένιωσα τόσο ντροπή  ξαφνικά που ταπεινώθηκα όσο ποτέ στη ζωή μου και ας μην τον είχα μπροστά μου για να ζητήσω συγνώμη. Πράγμα που όλοι γνώριζαν πόσο δύσκολο μου ήταν.

«Το χειρότερο από όλα δεν είναι αυτό…» Συνέχισε η Αλέκα κοιτάζοντας με απογοητευμένη και εκείνη από την εξέλιξη της βραδιάς.

«Ξέρω, τι θα πεις… Ότι μας χάλασε τη βραδιά! Και είχαμε τόσο όρεξη…»

«Ναι, είναι και αυτό… Αλλά όχι. Δεν ήθελα να πω ακριβώς αυτό! Το χειρότερο από όλα είναι ότι και να τον βρούμε εσύ δεν πρόκειται να του ζητήσεις συγνώμη… Γιατί είσαι ξεροκέφαλη! Δεν τον άφηνες εκείνη τη στιγμή να σου εξηγήσει!»

Την κοίταξα απολογητικά ενώ εκείνη έδειχνε να νιώθει πραγματικά άσχημα. Και να φανταστεί κανείς ότι δεν είχα προλάβει να της πω ότι αυτός ο άγνωστος, δεν μου ήταν και τόσο άγνωστος τελικά.

Ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχαμε καμία όρεξη πια να συνεχίσουμε να διασκεδάζουμε. Ο Στράτος έφτασε κοντά μας με σφηνάκια θέλοντας να μας φτιάξει τη διάθεση αλλά ήταν μάταιο.

«Μου είπαν τα παιδιά μέσα από το μπαρ για το όλο σκηνικό. Ήμουν από την  άλλη μεριά της εισόδου και δεν είχα ορατότητα μέχρι εδώ… Διαφορετικά δεν θα τον άφηνα να φύγει… Εσείς, ξέρετε ποιος είναι; Να τον περιποιηθώ την επόμενη φορά;»

Η Αλέκα του είπε ότι δεν είχαμε ιδέα και του εξήγησε την όλη κατάσταση. Και την ώρα που τελείωνε τη φράση της ο Στράτος την κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Ποιος τύπος; Αυτός ο φαλακρός που ήταν εδώ με έναν άλλον δίπλα σας;»

«Ναι, αυτός ήταν! Και άδικα την πλήρωσε ο άλλος… Έτυχε και περνούσε εκείνη τη στιγμή… Εγώ που χόρευα μπροστά από την Σόνια τον είδα ότι εκείνη τη στιγμή απομακρύνθηκε από το φίλο του και πήγε για δευτερόλεπτα πίσω της και επανήλθε μετά στη θέση του και χασκογελούσαν! Αλλά εσύ γιατί μας κοιτάζεις τώρα έτσι καλέ;»

«Α, τον αλήτη! Γιατί πριν φύγουν, σας πλήρωσαν το μπουκάλι και είπαν στον μπάρμαν να σας πούνε ότι σας ευχαριστούνε πολύ!»

Στα λόγια του Στράτου έβγαλα καπνούς μέχρι και από τα αυτιά. Τα νεύρα μου ήταν ανεξέλεγκτα. Τόσο που έπιασα ένα ποτήρι και το έσπασα μπροστά τους. Η Αλέκα έμεινε άναυδη να με κοιτάζει και ο Στράτος χάζεψε στο θέαμα του ξεσπάσματος μου.

«Ακόμα και έτσι πάντως μία κούκλα είσαι…» Φώναξε και εγώ κοιτάζοντας απειλητικά την Αλέκα, την πρόσταξα με το βλέμμα μου να φύγουμε. Έπιασε τα παλτό και τις τσάντες μας και με τράβηξε διακριτικά προς την έξοδο, χαιρετώντας τον Στράτο όσο βγαίναμε προς τα έξω.

«Μα καλά! Είναι όλοι τους ηλίθιοι;;;» Άρχισα να ουρλιάζω όταν η πόρτα του κλαμπ έκλεισε πίσω μας και μείναμε μπροστά από την είσοδο. Η Αλέκα προσπαθούσε να μου κάνει νοήματα με τα μάτια της ενώ χαμογελούσε σαν χαζή. Εγώ ούτε που την κοίταγα από τον εκνευρισμό μου.

«Το μόνο που τους νοιάζει είναι πως θα σου την πέσουν! Μέρα που είναι σήμερα και μου βγήκε ξινή!» Κλαψούριζα τσιρίζοντας και εκείνη προσπαθούσε να μου κάνει διακριτικά νόημα με το δάχτυλο της για να κοιτάξω προς τα πίσω.

«Τι θες και εσύ και κάνεις όλες αυτές τις σπαστικές κινήσεις…» Ούρλιαξα και γυρίζοντας το σώμα μου προς τα πίσω, κόντεψα να πάθω ανακοπή βλέποντας εκείνον τον άγνωστο να δείχνει ότι απολαμβάνει τις αντιδράσεις μου μέσα από πνιχτά γέλια. Η καρδιά μου άρχισε να καλπάζει και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα έντονα το συναίσθημα της ντροπής. Εγώ. Που δε σήκωνα μύγα στο σπαθί μου! Ένιωσα τόσο μικρή και άβουλη εκείνη τη στιγμή στο να διαχειριστώ αυτή τη «συγνώμη» που έφτανε μέχρι την άκρη της γλώσσας μου και μετά την τραβούσα ξανά πίσω αναμασώντας την. Εκείνος προσπαθούσε να συγκρατήσει ευγενικά τα γέλια του, παρατηρώντας την Αλέκα πίσω μου να με σκουντάει ελαφρά και να στραβώνει το στόμα της, ψιθυρίζοντας μου: «Πες το… Τι περιμένεις;»

Κοίταξα αμήχανα γύρω μου και έσκυψα το κεφάλι μου θέλοντας να αποδεσμευτώ από αυτό το ανοιχτόχρωμο βλέμμα του που ένιωθα να με μαγνητίζει εκείνη τη στιγμή.

«Ήταν λάθος μου…» Κατάφερα τελικά να ψελλίσω στο τέλος και η Αλέκα αναστέναξε όλο απογοήτευση, σαν να ήμουν κανένα παιδάκι που δεν διορθωνόταν με τίποτα. «Δεν είχα καταλάβει ότι…» Μουρμούρισα κομπιάζοντας ενώ μέσα μου δεν μπορούσα να παραδεχτώ ότι έμοιαζα σαν να είχα χάσει για πρώτη φορά τα λόγια μου. Επιτόπου σφράγισα το στόμα μου γιατί είχα αρχίσει να θυμώνω με τον εαυτό μου, που τον έπιανα αδιάβαστο στο να το διαχειριστεί όλο αυτό που μου συνέβαινε.

«Εντάξει, όλα καλά…» Αποκρίθηκε εκείνος μετά από αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής θέλοντας να δώσει τέλος σε αυτή την αμηχανία.

«Ωραία τότε! Ας πηγαίνουμε…» Είπα κάπως λυτρωτικά και η Αλέκα με ένα ψεύτικο χαμόγελο με πήρε αγκαζέ.

«Μάκης…» Έσπευσε να τονίσει εκείνος και μας άπλωσε το χέρι του, ενώ εγώ λίγο πριν λυγίσω το σώμα μου για να φύγω γύρισα ξανά προς το μέρος του και κλείδωσα την παλάμη μου μέσα στη δική του. Κοιταχτήκαμε για λίγο μέσα στα μάτια και ήταν βέβαιο ότι μέχρι και η Αλέκα που με κρατούσε από το μπράτσο ένιωσε τον ηλεκτρισμό μου. Το βλέμμα μου είχε καρφωθεί μέσα στο δικό του και για πρώτη φορά διαπίστωνα ότι αυτά τα μάτια ήταν όλο υποσχέσεις. Η έκφραση μου γαλήνεψε απότομα και στο θέαμα αυτό, η Αλέκα μία κοίταζε εμένα και μία εκείνον μένοντας άφωνη. Κάπου στο τέλος πρέπει να κοίταξε τις ενωμένες παλάμες μας που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Χωρίς να το καταλάβω μου έδωσε μία σπρωξιά και εγώ με μία άτσαλη κίνηση έπεσα μέσα στην αγκαλιά του ενώ εκείνη χαμογελούσε.

«Λοιπόν, εγώ παιδιά σας αφήνω γιατί έχω και το αγόρι μου που με περιμένει στο σπίτι! Άντε φεύγω και… καλά ξεμπερδέματα!»

 

(Όποια και αν ήταν τα συναισθήματα που σου προκάλεσε αυτό το κεφάλαιο Μην Ξεχάσεις να αφήσεις τις αντιδράσεις & το σχόλιο σου! Σ ευχαριστώ που είσαι εδώ!)

 


~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ~

Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου η Αλέκα μας παράτησε εκεί και γύρω μας όλα έμοιαζαν να έχουν απομονωθεί. Κάποιες σκόρπιες φωνές μεθυσμένων έφταναν μέχρι τα αυτιά μας την ώρα που ανοιγόκλεινε η πόρτα του κλαμπ και η μουσική ανεβοκατέβαζε ρυθμικά την ένταση της στα αυτιά μας.

Παραμείναμε σιωπηλοί, με τα χέρια μας ενωμένα για παραπάνω από ένα λεπτό. Έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι ναζιάρικα και ένιωθα να μην μπορώ να αποτραβήξω το βλέμμα μου μέσα από το δικό του. Τα μάτια του είχαν κάποιες σταχτή αποχρώσεις που έμοιαζαν με καλοσχηματισμένα κύματα μέσα στην ανοιχτόχρωμη γαλάζια θάλασσα τους και με έκαναν να βυθίζομαι σταδιακά όλο και περισσότερο. Τράβηξα το χέρι μου απότομα και αμήχανα και το έχωσα μέσα στην τσέπη από το παλτό μου. Αποτράβηξα το βλέμμα μου για λίγο και έπειτα τον ξανά κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια σαν να με πρόσταζε να το κάνω. Εκείνος με πλησίασε και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να φυλακίζομαι μέσα σε ένα έντονο καρδιοχτύπι. Με μάτια υγρά από πόθο, η ερωτική του επιθυμία αγκάλιασε ολόκληρο το κορμί μου, τη στιγμή που κλείδωσε το πρόσωπο μου μέσα στις δυο παλάμες του και με τράβηξε κοντά στο δικό του σφραγίζοντας τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα σε αυτή την παρορμητική στιγμή σαν κοριτσόπουλο που της δίνουν το πρώτο της φιλί. Σίγουρα η αίσθηση αυτού του φιλιού με είχε απογειώσει σε ένα άλλο σύμπαν. Δεν ένιωθα, δεν άκουγα και δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο πέρα από το ότι το κορμί μου αναζητούσε να ενωθεί με το δικό του.

«Πάμε σπίτι μου…» Ψιθύρισα κάποια λεπτά αργότερα την ώρα που στο πρόσωπο μου ήμουν σίγουρη ότι είχε ζωγραφιστεί ένα πάθος που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Εκείνος έκανε ότι δεν με άκουσε και αμέσως με τράβηξε από το χέρι μέσα σε ένα μικρό στενό που υπήρχε ανάμεσα από το κλαμπ και ένα κλειστό, παρακμιακό μπαρ. Μέσα στο μισοσκόταδο ένιωθα τη γλώσσα του να παιχνιδίζει τόσο έντονα με τη δική μου που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ αυτό το φιλί. Με κόλλησε απαλά πάνω στον τοίχο και με τις παλάμες του κλείδωσε τις δικές μου σφίγγοντας τες, την ώρα που το σώμα του είχε ενωθεί με το δικό μου στριμώχνοντας με όλο και περισσότερο στον τοίχο.

«Σε θέλω…» Κατάφερα να του πω με βραχνή φωνή την ώρα που εκείνος είχε αρχίσει να κατηφορίζει με τα υγρά χείλη του προς τον λαιμό μου ενώ το στήθος μου έκαιγε. Σε ένα ανεπαίσθητο άνοιγμα των βλεφάρων μου λύγισα το κεφάλι μου προς το σκοτεινό ουρανό που μας σκέπαζε, ενώ ένιωθα ένα ρίγος να διαπερνάει ολόκληρο το κορμί μου σαν φωτιά που έκαιγε τα πάντα.

«Πάμε σπίτι μου;» Τον ξανά ρώτησα λίγο αργότερα ψιθυριστά και σταματώντας τη διαδικασία άφησε το υγρό και εκστασιασμένο βλέμμα του μέσα στο δικό μου. Μου χαμογέλασε και τα μάτια μου κοίταξαν τα χείλη του που μου χάρισαν εκείνη τη στιγμή το ωραιότερο χαμόγελο του κόσμου. Έσφιξα το χέρι του μέσα στο δικό μου και με συνοπτικές διαδικασίες βγήκαμε από το στενό κατευθυνόμενοι προς το αμάξι μου. Μέχρι να φτάσουμε ως εκεί, ο ένας έριχνε κλεφτές ματιές στον άλλον όλο ερωτικές υποσχέσεις. Τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα του οδηγού, τον είδα να κάνει ένα διστακτικό βήμα προς τα πίσω.

«Καλύτερα να σε ακολουθήσω με το δικό μου αμάξι…» Αποκρίθηκε με ένα λάγνο ύφος που δεν μου άφηνε περιθώρια να αρθρώσω το παραμικρό.

Ένευσα με ένα χαμόγελο και γυρίζοντας μου έδειξε το αυτοκίνητο του που ήταν παρκαρισμένο λίγο πιο πέρα από το δικό μου. Μου έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και ένιωσα ξαφνικά ότι θα μπορούσα να υποκλιθώ σε αυτή του την κίνηση. Όπως και να το κάνουμε, οι άντρες που σε περιποιούνται σε όλα ανεβαίνουν στα μάτια σου λίγο παραπάνω. Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο, με χέρια που έτρεμαν και από τον εσωτερικό καθρέφτη κάθε τρεις και λίγο σε όλη τη διαδρομή τσέκαρα ότι με ακολουθούσε αφήνοντας τις περισσότερες φορές το αμάξι του να είναι πολύ κοντά στο δικό μου σαν να με προκαλούσε. Μέσα στο μυαλό μου το μόνο που επικρατούσε ήταν το ότι στο σπίτι μου ένιωθα πάντα ασφαλής. Ήταν ο χώρος μου άλλωστε.

Φτάνοντας προς το φανάρι με την ένδειξη του κόκκινου, φρέναρα κάπως απότομα ενώ εκείνος πήρε θέση με το δικό του αυτοκίνητο ακριβώς δίπλα μου αλλάζοντας λωρίδα. Τον είδα να κατεβάζει το τζάμι του συνοδηγού και αφού μου ένευσε, κατέβασα και εγώ το δικό μου με ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη μου. Το βλέμμα του με διαπέρασε σαν μαχαιριά και το αχνό χαμόγελο του με έκανε να τα χάσω. Ανταπέδωσα το πονηρό του βλέμμα και τον κοίταζα με μάτια που έσταζαν από ερωτικές διαθέσεις. Τον είδα να ρίχνει μία πεταχτή ματιά στο φανάρι και την ώρα που άλλαξε σε πράσινο, έγειρε το σώμα του προς τη θέση του συνοδηγού και χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά.

«Τα λέμε!» Μου φώναξε και έκλεισε το μάτι του πατώντας τέρμα το γκάζι, αφήνοντας πίσω του έναν στριγκό ήχο από την εξάτμιση του αυτοκινήτου του. Έμεινα με μία παγωμένη έκφραση να κοιτάζω το δρόμο μπροστά μου ενώ από πίσω μου ένα αυτοκίνητο κόρναρε σαν τρελό για να ξεκινήσω. Κοίταξα σαστισμένη μέσα από τον καθρέφτη μου, αδιαφορώντας για την επιμονή του, ώσπου τον είδα να αλλάζει λωρίδα και να με προσπερνάει σαν σίφουνας.

«Τα λέμε…;» Ψιθύρισα απογοητευμένη και πάτησα ελαφρά το γκάζι για να συνεχίσω επιτέλους το δρόμο για το σπίτι μου. Σε όλη τη διαδρομή το κεφάλι μου ένιωθα να κάνει σβούρες ενώ μονολογούσα συνέχεια αυτές τις δύο λέξεις… «Τα λέμε…» Τι εννοούσε ακριβώς; Πως θα τα ξανά λέγαμε; Αφού δεν είχα κανένα στοιχείο δικό του. Στα χείλη μου επικρατούσε η γεύση του φιλιού του και μέσα στις σκέψεις μου χοροπηδούσαν όλα τα συναισθήματα που μου είχε ξυπνήσει την ώρα που με είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού! Και εγώ που νόμιζα ότι η ζωή μου χαμογέλασε μετά από αυτό το φριχτό βράδυ που μου χάλασε τόσο απότομα τη διάθεση. Ήταν το καλύτερο δώρο των γενεθλίων μου τελικά αυτό το κλείσιμο της βραδιάς ή τουλάχιστον αυτό πίστευα μιας και η κατάληξη δεν ήταν τελικά η αναμενόμενη.

Την ώρα που πάρκαρα, προσπαθούσα να βάλω στην άκρη όλο τον συναισθηματισμό μου που είχα νιώσει λίγα λεπτά πριν μαζί του. Το μυαλό μου κλείδωσε πάνω σε έναν εγωισμό που έκανε την επανεμφάνιση του μέσα μου και ο εκνευρισμός μου άρχισε να ξεσπαθώνει απειλητικά και πάλι. ¨ Πως μπόρεσε και το έκανε σε εμένα αυτό;¨ Συλλογιζόμουν όση ώρα προσπαθούσε με τρεμάμενα χέρια από οργή να ανοίξω την εξώπορτα μου. Κοπάνησα την πόρτα πίσω μου και αφού έκανα μία κίνηση και πέταξα τις γόβες μου όπου βρήκα, τσίριξα στον αέρα προσπαθώντας να καλμάρω τα νεύρα μου. Η τσάντα μου εκτοξεύτηκε κάπου στον αέρα μαζί με τις τσιρίδες μου.

«Θα μου το πληρώσει!» Ούρλιαξα στον εαυτό μου και έριξα μία ματιά όλο μίσος στον καθρέφτη της εισόδου μου, την ώρα που άνοιξα το μικρό φωτιστικό. Βημάτισα μέχρι το δωμάτιο μου τόσο βαριά με τα ξυπόλυτα πόδια μου, που ένιωσα να τραντάζει το πάτωμα. Έβγαλα αργά το φόρεμα μου και βυθίστηκα μέσα στα σκεπάσματα μου, ενώ από το μυαλό μου δεν είχε φύγει λεπτό η σκηνή που είχα ζήσει λίγο πιο πριν στο φανάρι και έπειτα ερχόντουσαν όλες οι σκηνές που είχα ζήσει μαζί του μπροστά μου, με την τελευταία να τερματίζει στο χαστούκι που έφαγε από το χέρι μου μέσα στο κλαμπ. Ένιωσα ικανοποίηση με αυτό το χαστούκι γιατί τώρα μέσα μου είχα πειστεί ότι του άξιζε τελικά. Ήταν δυνατόν να μου φερθεί έτσι; Σε εμένα; Που οι άντρες σέρνονται στα πόδια μου για να τους επιλέξω και να τους φέρω μέχρι το κρεβάτι μου; Ακούς εκεί ¨Τα λέμε…¨ Ποιος νομίζεις ότι είσαι κύριε;

Έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου να κοιμηθεί αλλά τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι διέσχισα όλη αυτή τη διαδρομή από την είσοδο μέχρι το υπνοδωμάτιο μου, ξυπόλυτη, πετάχτηκα πάνω σαν ελατήριο και άρχισα να τρέχω προς το μπάνιο προκειμένου να πλύνω τα πόδια μου. Κάτω από το χλιαρό νερό ένιωσα το άγγιγμα του στις παλάμες μου την ώρα που μέσα στο στενό μου τις έσφιγγε όλο και περισσότερο. Σκεπτόμενη όλες εκείνες τις μεμονωμένες στιγμές που διαρκούσαν δευτερόλεπτα, επιβεβαίωνα μέσα μου ότι και εκείνος με ήθελε όσο εγώ. Το ένιωθα άλλωστε όσο το σώμα του είχε κολλήσει επάνω μου και δεν σταματούσε λεπτό να με φιλάει. Τι άλλαξε δηλαδή λίγα λεπτά αργότερα;

«Είναι απλά κάφρος Σόνια! Σίγουρα δεν άξιζε το να τον φέρεις μέχρι το κρεβάτι σου! Μεγάλη χάρη θα του έκανες!» Μουρμούρισα στον εαυτό μου θέλοντας να τον πείσω ότι έπρεπε να μην τον ξανά σκεφτώ. Μπήκα ξανά κάτω από τα σκεπάσματα μου με τα εσώρουχα όπως ήμουν. Έκλεισα το φως και αν και ήμουν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ένιωθα το υποσυνείδητο μου να με καλεί και να μην μπορεί να ηρεμήσει. Μία υπερένταση από το πουθενά. Σηκώθηκα αρκετές φορές μέσα στον ύπνο μου, τεντώνοντας μέσα στο σκοτάδι τα σκεπάσματα μου για να τα ισιώσω. Δεν ήθελα για κανέναν λόγο να κοιμάμαι με τσαλακωμένα σκεπάσματα. Ήμουν τελικά ένα ψυχάκι, όπως έλεγε και η Αλέκα που γνώριζε όσο κανείς τα ψυχαναγκαστικά κολλήματα μου. Που να της έλεγα και για την εξέλιξη αυτής της βραδιάς. Περισσότερο με ερωτική ήττα έμοιαζε όλο αυτό που δεν ήθελα να εξομολογηθώ σε κανέναν.

«Κλείσε το διακόπτη σου και κοιμήσου!» Βροντοφώναξα την ώρα που σφράγισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ με το ζόρι και χωρίς να το καταλάβω ο ύπνος τελικά ήρθε πιο γλυκός από ποτέ.

*

Η πόρτα χτύπησε και εγώ με γοργά βήματα, σαν να τον περίμενα, έτρεξα κοντά της αφήνοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Με τα κόκκινα δαντελένια μου εσώρουχα ήμουν σκέτος πειρασμός ακόμα και αν είχε περάσει αρκετή ώρα από τη στιγμή που είχα μπει μέσα στο σπίτι. Άνοιξα την πόρτα και τον είδα να με κοιτάζει μετανιωμένος. Έγειρα στο πλάι θέλοντας να κρυφτώ μέσα στο μισοσκόταδο που επικρατούσε, αφού πρώτα τον άφησα να διακρίνει το γυμνασμένο σώμα μου. Ήμουν σκέτη πρόκληση και ήμουν έτοιμη να του δοθώ. Τον λαχταρούσα τόσο πολύ ερωτικά που το μόνο που με ένοιαζε ήταν να τον ρίξω επιτέλους στο κρεβάτι μου. Είχα ξεχάσει τα πάντα εκείνη τη στιγμή που ο εγωισμός μου τροφοδοτήθηκε μέσα από τον ερχομό του. Σε κανονικές συνθήκες δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου, μιας και θα του είχα κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Απλά τώρα όλα έμοιαζαν διαφορετικά και εγώ επιθυμούσα όσο τίποτα να το ζήσω όλο αυτό μαζί του. Το βλέμμα του, τα χείλη του και ο τρόπος που με άγγιζε ένιωθα ότι μου ανήκαν όλα. Το φιλί μας ήταν η απόδειξη ότι και εκείνος δεν άντεχε και είχε μετανιώσει πικρά για τη στάση που είχε κρατήσει. Τον τράβηξα στο πάτωμα, όπου ξάπλωσα και άρχισα να τρίβομαι επάνω του σαν να του ζητούσα διακαώς να μου κάνει έρωτα. Ξάπλωσα στο πάτωμα… Ξάπλωσα στο πάτωμα… Τι;;; Ξάπλωσα στο πάτωμα;;;

Τσίριξε το υποσυνείδητο μου και πετάχτηκα από το κρεβάτι την ώρα που κρύος ιδρώτας με έλουζε. Κοίταξα ολόγυρα μου και έπειτα έπιασα το ξυπνητήρι που ήταν δίπλα μου στο κομοδίνο. Ήταν πέντε παρά τέταρτο το πρωί. Πήρα μία βαθιά αναπνοή και αφού ξεφύσησα, τράβηξα τις κουρτίνες από το παράθυρο μου απολαμβάνοντας για λίγο το ξημέρωμα. Έτριψα τα μάτια μου θέλοντας να επαναφέρω τον εαυτό μου από αυτό το όνειρο. Ένιωθα να τρέμω από μία ακόλαστη ερωτική επιθυμία. Αυτό το όνειρο είχε ξυπνήσει τον ερωτισμό μου για τα καλά και η αλήθεια είναι ότι είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που το είχα νιώσει αυτό στον ύπνο μου.

Έφτασα μέχρι την κουζίνα φτιάχνοντας με νωχελικές κινήσεις τον καφέ μου και έπειτα αποτραβήχτηκα στο να πλυθώ και να απολαύσω την πρωινή μου ρουτίνα. Λίγο αργότερα, ανοίγοντας το ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη, τράβηξα ένα κουτί και κατευθύνθηκα προς την αυλή. Την ώρα που έσκυψα και εστίασα το κουτί μέσα στο μπολάκι, τρεις γάτες σε διαφορετικές αποχρώσεις ήρθαν κοντά μου νιαουρίζοντας, ενώ οι δύο από αυτές άρχισαν να τρίβονται στα πόδια μου. Η pixie, η catten και ο logy, ήταν τα μόνιμα γατιά της αυλής μου και η μόνη μου συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια. Τα είχα από μωρά κοντά μου και τα φρόντιζα και εκείνα υστερικά. Τόσο που κάθε τρεις και λίγο τα καθάριζα με αντιβακτηριδιακά μαντιλάκια. Αν με έβλεπε κανείς θα καλούσε τη φιλοζωική. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που έκανα εικόνα τα γατιά μου από την πολύ αποστείρωση να τους πέφτει το τρίχωμα. Αναστέναξα όταν άπλωσα το χέρι μου να τα χαϊδέψω και έπειτα ατένισα το αγουροξυπνημένο βλέμμα μου προς το απέραντο γαλάζιο του ουρανού. Για μια στιγμή σαν αστραπή έπεσαν μέσα μου οι σκηνές από τη χθεσινή νύχτα. Σηκώθηκα αργά και αφού παράτησα τη συσκευασία με τη γατοτροφή πάνω στον πάγκο της κουζίνας φανερά εκνευρισμένη, κατευθύνθηκα προς το υπνοδωμάτιο μου.

Πάντα με γοήτευε η διαδικασία να σηκώνομαι πολύ πιο νωρίς και να περιποιούμαι. Τα μαλλιά μου έμοιαζαν σαν να βγήκα μόλις από κομμωτήριο και το μακιγιάζ μου σε μία αρμονία χρωμάτων ανάμεσα στο φυσικό και στο έντονο με έκανε να δείχνω εκθαμβωτική στον καθρέφτη μου. Κούμπωσα την αυστηρή φούστα πάνω μου και έβαλα το σακάκι μου κουμπώνοντας το. Οι γόβες μου ήταν πάντα το δυνατό χαρτί της εμφάνισης μου. Κανένας άντρας δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ένα καλό ζευγάρι γόβες και μπορεί να περνούσαν και αιώνες μέχρι να κάνω την τελική μου επιλογή σε αυτές όταν έβγαινα για ψώνια. Αφού ήπια δύο γουλιές από τον καφέ μου, κοίταξα πεταχτά το ρολόι του χεριού μου και έβαλα παραμάσχαλα τον χαρτοφύλακα μου τρέχοντας προς την έξοδο.

Η πολύβουη πόλη είχε μπει για τα καλά στους τρελούς πρωινούς ρυθμούς της και εγώ είχα κολλήσει στην εθνική σε μποτιλιάρισμα. Καθόλου πρωτότυπο – αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό ήταν μία καθημερινότητα. Άνοιξα το ραδιόφωνο στον αγαπημένο μου σταθμό και τον άφησα να κατακλύσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου με την πρωινή γοητευτική φωνή ενός άντρα που καλωσόριζε το κοινό στην έναρξη της συνεργασίας του με την πιο γνωστή ραδιοφωνική εκπομπή της πόλης. Η βραχνή φωνή του μου κέντρισε αρχικά το ενδιαφέρον αλλά το βλέμμα μου έτρεχε μπροστά στα αμέτρητα αυτοκίνητα που περίμενα να μετακινηθούν μπροστά μου.

¨ Και κάπως έτσι όλα θα παίρνουν το δρόμο τους μέσα από το πρωινό μας ξύπνημα. Στην αγαπημένη σας εκπομπή από σήμερα θα βρίσκεται ο Μάκης Αλλέζος και για να μην φανώ τρομερή ψωνάρα μέσα από την αυτοπαρουσίαση μου θα ήθελα να σας εξομολογηθώ ότι ανήκω σε εκείνες τις ρομαντικές ψυχές που λυγίζουν πάνω από μία ερωτική μπαλάντα…¨

Στο άκουσμα του ονόματος του γούρλωσα τα μάτια μου και ενστικτωδώς ψήλωσα το ραδιόφωνο και να φανταστεί κανείς ότι τόση ώρα έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ τι μου θύμιζε αυτή η χαρακτηριστική βραχνάδα στη χροιά της φωνής του. Τι και αν πέρασε αρχικά από το μυαλό μου το πρόσωπο του, μέσα μου προσπαθούσα να θάψω αυτή την φριχτή σκέψη. Δεν ήταν δυνατόν να με καταδιώκει παντού! Στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου και στο ενδιάμεσο ύπνου και ξύπνιου. Κι όμως! Αυτός ήταν! Ήμουν απολύτως σίγουρη. Ακούς εκεί, ανήκει στις ρομαντικές ψυχές! Μη ξεράσω ιπποπόταμους πρωί – πρωί!

Μόλις έφτασα στο γραφείο μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου, πέταξα τον χαρτοφύλακα μου πάνω στον μικρό, δερμάτινο καναπέ μου εξοργισμένη. Δεν μπορούσα με τίποτα να συγκεντρωθώ. Την ώρα που συνειδητοποιούσα μέσα στο αυτοκίνητο μου ότι όντως ήταν εκείνος στο ραδιόφωνο έκλεισα το ράδιο με περίσσια οργή ξεφυσώντας. Παρήγγειλα τον καφέ μου με εκνευρισμό και δύο ώρες μετά προσπαθούσα να εστιάσω πάνω σε κάτι οικονομικούς ετήσιους δείκτες ενός ομίλου. Ήταν μάταιο να δουλέψω σαν επαγγελματίας σήμερα! Άφησα τα κοκάλινα γυαλιά μου πάνω στο γραφείο αναστενάζοντας, ενώ έπιασα τον εαυτό μου να αναζητάω με τα μάτια μου το κινητό μου. Με τα ακροδάχτυλα μου διατύπωνα πάνω στην οθόνη του κινητού μου στην αναζήτηση της google το όνομα του ραδιοφωνικού σταθμού, ενώ αμέσως το έκλεισα και το έσπρωξα απαλά μακριά μου. Δύο χτυπήματα στην πόρτα με έκαναν να γυρίσω το κεφάλι μου ενοχικά προς τα εκεί.

«Καλημέρα….» Ακούστηκε η συρτή φωνή της Αλέκας την ώρα που έμπαινε μέσα κρατώντας μία αχνιστή τυρόπιτα. Την κοίταξα να αναμασάει με δυσκολία το κομμάτι που μόλις είχε δαγκώσει και έπειτα εστίασα στις πλεξούδες που είχε κάνει τα μαλλιά της. Αυτό το στυλ – μπέμπας που υιοθετούσε πάντα, την έκανε να φαίνεται σαν να έχει ξεφύγει από το group των spice girls στη δεκαετία του ’90. Μονίμως με αυτό το ντύσιμο και πάντα φορώντας πολύχρωμα ρούχα που στα δικά μου μάτια έμοιαζαν παιδικά και αταίριαστα.

«Δε σε ρώτησα αν ήθελες κάτι από το φούρνο…» Είπε στην προσπάθεια της να μην καεί από το μάσημα της και τότε άνοιξα το αριστερό συρτάρι του γραφείου μου αφήνοντας πάνω του ένα πακέτο.

«Έχω τα κράκερ μου…»

Η Αλέκα τα πήρε αμέσως στα χέρια της και αφού περιεργάστηκε για λίγο τη συσκευασία κούνησε ειρωνικά το κεφάλι της.

«Και κράκερ και ολικής άλεσης… Διπλή απογοήτευση!» Αναστέναξα. Εκείνη με κοίταξε διερευνητικά.

«Ξέρεις τι περιμένω τόση ώρα ε; Να μου πεις για χτες!»

Η αμηχανία μου κατέκλυσε τα πάντα. Έμεινα για αρκετά δευτερόλεπτα σιωπηλή προσπαθώντας να ανακτήσω από μέσα μου μία πολύ καλή δικαιολογία ή ένα προσωρινό ψέμα για να ξεφύγω από το αδιάκριτο και επίμονο βλέμμα της.

«Δεν έγινε τίποτα». Κατάφερα να της πω κοφτά και σφράγισα το στόμα μου. Εκείνη ανασηκώθηκε. «Μα αφού τον είδα πως σε κοίταγε καλέ; Κόντεψε να σε βιάσει με τα μάτια του! Αλλά και εσύ…» Χτύπησα εξοργισμένη το χέρι μου πάνω στην ξύλινη επιφάνεια. Εκείνη τρόμαξε.

«Δεν θέλω να ξανά συζητήσουμε για αυτό και κυρίως γι αυτόν! Περίμενα ότι θα περνούσα όμορφα στα γενέθλια μου και τελικά… Κατέληξα να μετανιώνω για κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε από τη χθεσινή νύχτα! Σε παρακαλώ Αλέκα!» Ρουθούνισα αγανακτισμένη και εκείνη ένευσε θετικά το κεφάλι της. «Εντάξει! Ότι πεις!» Είπε έντρομη και με κοίταζε για αρκετά λεπτά μαρμαρωμένη.

«Να παραδεχτούμε όμως ότι ο άτιμος είναι τέρμα γοητευτικός!» Χαμογέλασε πνιχτά μέσα στον αυθορμητισμό της και την ώρα που συνάντησε το βλέμμα μου που ήταν ικανό να τη σκοτώσει, ξεροκατάπιε και έβγαλε τον σκασμό. «Ωραίος καιρός σήμερα, δε συμφωνείς;» Ρώτησε αργά και από το παράθυρο άκουγα τις σταγόνες της δυνατής βροχής που είχε ξεσπάσει. Η Αλέκα προσπαθούσε να αλλάξει θέμα, μήπως και καταφέρει να ξανά αντικρίσει την παλιά φυσιολογική έκφραση μου.

«Τελικά θα ξανά πας σε εκείνη την ψυχολόγο που σε εκνευρίζει ή θα την αλλάξεις;» Στο άκουσμα της ερώτησης της, έγινα ακόμα πιο έξαλλη!

«Σου είπα! Δεν θέλω να μου ξανά πεις για αυτόν!» Ούρλιαξα και τα καλοχτενισμένα μαλλιά μου αναμοχλεύτηκαν μέσα από τις έντονες κινήσεις του ξεσπάσματος μου. Εκείνη με κοίταζε σαστισμένη.

«Μα… Δεν σου είπα γι αυτόν…» Τραύλισε πασχίζοντας να απολογηθεί και μόλις συνειδητοποίησα ότι δεν της είχα αναφέρει τίποτα για τη πρώτη συνάντηση μου με εκείνον τον τύπο στο γραφείο της ψυχολόγου μου, τραβήχτηκα στην καρέκλα μου ήρεμα.

«Έχεις τα νεύρα σου σήμερα… Καλύτερα να έρθω κάποια άλλη στιγμή!» Είδα την Αλέκα να σηκώνεται αργά και να με κοιτάζει μέσα από ένα αμυδρό χαμόγελο ενώ τα δόντια της ήταν σφιγμένα.

«Περίμενε! Αυτό είναι!» Αναφώνησα με έναν ήρεμο τόνο στη φωνή μου και έπιασα το κινητό μου αναζητώντας στις επαφές μου την Ανδριάνα.

«Επειδή δεν καταλαβαίνω τίποτα… Εγώ καλύτερα να πηγαίνω γιατί την θέλω και τη ζωούλα μου…» Χαμογέλασε και πάλι αμήχανα και εγώ έτρεξα προς την πόρτα κρύβοντας την με το σώμα μου σαν να μην την άφηνα να περάσει, ενώ από το αυτί μου κρεμόταν το κινητό μέσα από το χέρι μου.

«Ανδριάνα! Καλημέρα!» Μία μικρή παύση με έκανε να κοιτάζω την Αλέκα σοβαρή μέσα στα μάτια όσο μιλούσα στην ψυχολόγο μου.

«Ήταν να έρθω Παρασκευή… Μήπως γίνεται να έρθω την Δευτέρα; Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τέλος της βδομάδας!»

Μόλις έκλεισα το κινητό αγκάλιασα την Αλέκα.

«Είσαι όντως τρελή!» Αποκρίθηκε εκείνη μέσα από μια βαθιά ανάσα.

«Εγώ είμαι τρελή και κάποιος άλλος πάει να με αποτρελάνει! Και για να βρω άκρη πρέπει να ξεκινήσω από τη ρίζα του κακού…»

Μουρμούρισα την ώρα που η Αλέκα μου έκανε παντομίμα ότι με έδενε ένας ζουρλομανδύας.

«Δεν είχες τελειώσει καλέ με αυτή την ψυχολόγο;» Με ρώτησε με ύφος αποκαρδιωμένο. Την κοίταξα ανέκφραστη, την ώρα που το μυαλό μου έκοβε χιλιόμετρα και έτρεχε κοντά του.

«Μόλις τώρα άρχισα…»

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ~

Την Δευτέρα το πρωί βρισκόμουν έξω από το γραφείο της Ανδριάνας. Η γραμματέας της μου έριχνε λοξές ματιές, όσο εγώ κοίταζα το ρολόι μου εκνευρισμένη κουνώντας ρυθμικά και ανυπόμονα το πόδι μου.

«Θα αργήσει να έρθει;»

Την ρώτησα όσο πλησίαζα το γραφείο της και εκείνη μου χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο.

«Δεσποινίς Φερμίδου… Το ραντεβού σας είναι δύο ώρες αργότερα από την ώρα που έχετε έρθει…» Σαν να μου φάνηκε ότι με ειρωνεύτηκε μέσα από την απάντηση της. Ξανακοίταξα το ρολόι μου νευρικά και επέστρεψα στην θέση μου, σταυρώνοντας τα χέρια μου. Άρχισα και πάλι να κουνάω το πόδι μου εκνευρισμένα.

Μία ώρα μετά η Ανδριάνα έκανε επιτέλους την επανεμφάνιση της.

Την ώρα που μπήκε μέσα με κοίταξε σχεδόν έκπληκτη. Εγώ της χαμογέλασα πλατιά. Σαστισμένα γύρισε προς το μέρος της γραμματέως της και εκείνη κούνησε αδιάφορα τους ώμους της σαν να μην είχε τίποτα να της πει. Η Ανδριάνα ξαναγύρισε προς το μέρος μου κλειδώνοντας το χέρι της μέσα στο δικό μου. Αφού πρώτα κοίταξα για λίγο την παλάμη της και έκανα ανασκόπηση μέσα μου στα πιθανά μικρόβια που θα μπορούσαν να μεταφερθούν από αυτή μας τη χειραψία, με δυσκολία κατάφερα να της δώσω το χέρι μου.

«Καλημέρα Σόνια … Είναι κάτι επείγον;» Κοίταξα τριγύρω αμήχανα και έπειτα έβγαλα ένα αντισηπτικό μαντιλάκι από τον χαρτοφύλακα μου σκουπίζοντας σχολαστικά τα χέρια μου. «Καλημέρα… Δεν το λες και επείγον…» Κατάφερα να ψελλίσω και η έκφραση μου έδειχνε αβέβαιη.

«Όπως και να έχει, μιας και ήρθα νωρίτερα… Πέρασε να τα πούμε…»

Πίσω από την πλάτη της ένιωσα να πανηγυρίζουν τα συναισθήματα μέσα μου. Αφού πήρα τη θέση μου στην δερμάτινη καρέκλα – τύπου καναπέ – άρχισα να της εξιστορώ για το τι είχε συμβεί στο κλαμπ, παραλείποντας όμως να της διευκρινίσω ότι αυτός ο άγνωστος δεν μου ήταν και τόσο άγνωστος. Όση ώρα της μιλούσα, μέσα μου προσπαθούσα να σκεφτώ τρόπους να γυρίσω τη συζήτηση προς αυτόν τον τύπο που τον είχα βρει να κάθεται εδώ μέσα στο γραφείο της. Θα μπορούσε άλλωστε να ήταν ο σύντροφος της ή ακόμα και ο άντρας της στην πιο τρελή εκδοχή του σεναρίου που έπλαθε το μυαλό μου! Στη σκέψη αυτή αναταράχτηκα και άφησα την παλάμη μου να ακουμπήσει στο στήθος μου σαν να πάθαινα καρδιακό.

«Είσαι καλά;» Με ρώτησε και εγώ την κοίταξα επίμονα στα μάτια ενώ τα άνοιγα σταδιακά λες και έβλεπα φάντασμα. Εκείνη ξαφνιάστηκε από την αντίδραση μου.

«Ανδριάνα είσαι παντρεμένη;» Η ερώτηση μου την αιφνιδίασε, αν και βγήκε ξεψυχισμένα από τα χείλη μου. Ανασκουμπώθηκε στη θέση της και μου χαμογέλασε αχνά.

«Τι έγινε; Αλλάξαμε ρόλους; Αν είναι έτσι σήκω να σου δώσω τη θέση μου και να πάρω εγώ την δική σου…»

«Πες μου!» Σχεδόν τσίριξα και εκείνη με κοίταζε έκπληκτη, παρατηρώντας με όμως πολύ προσεκτικά.

«Αν και δεν μπορώ να καταλάβω που μας οδηγεί αυτή η συζήτηση στα προσωπικά μου… Ναι, είμαι παντρεμένη και έχω και δύο πανέμορφες κόρες…»

Ήθελα να βάλω τα κλάματα και για κάποιο λόγο ένιωσα κάποιος να μου καρφώνει την καρδιά. Η Ανδριάνα σηκώθηκε αργά και αφού πλησίασε το γραφείο της, έπιασε στα χέρια της δύο μικρές κορνίζες που είχε τοποθετημένες επάνω και κοιτάζοντας τες για ένα δευτερόλεπτο, κατευθύνθηκε προς το μέρος μου.

«Όχι! Μη μου τις δείξεις!» Ούρλιαξα, κρύβοντας το βλέμμα μου με τις παλάμες μου αγανακτισμένη. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήθελα να δεχτώ την πραγματικότητα και αυτός ο κάφρος πως ήταν δυνατόν να είναι παντρεμένος, με δύο παιδιά και να μου την πέφτει με τέτοιο τρόπο; Ο άξεστος. Ο άνανδρος. Ο ελεεινός. Η Ανδριάνα είχε μείνει στήλη άλατος να με κοιτάζει σχεδόν άφωνη. Με δυσκολία κατάφερε να αρθρώσει την πρόταση της.

«… Μα ήθελα απλά να σου δείξω τις κόρες μου…» Έγειρε αργά τις κορνίζες προς το μέρος μου και εγώ μόλις συνειδητοποίησα την αντίδραση μου κατέβασα αργά τα χέρια μου αποδεσμεύοντας τα από τα μάτια μου. Την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και έπειτα κατηφόρισα το βλέμμα μου προς τα δυο της χέρια. Ήταν ολοφάνερο ότι αυτά τα παιδιά πρέπει να ήταν δικά του. Άλλωστε το ένα από τα δύο μάλιστα είχε και το χρώμα των ματιών του. Το βαθυγάλαζο χρώμα της θάλασσας.

«Η Άννα και η Ιωάννα… Έχουν δύο χρόνια διαφορά! Κανείς όμως δεν το καταλαβαίνει γιατί είναι πολύ κοντά στο ύψος!» Η Ανδριάνα τα καμάρωνε όσο τα κοίταζε και εγώ είχα πιάσει τη μία από τις δύο κορνίζες στα χέρια μου εστιάζοντας στο πρόσωπο του παιδιού. Από ότι φαίνεται είχα χτυπήσει φλέβα μέσα από αυτό το ραντεβού αλλά ήταν μία καλή αφορμή για να διαγράψω από μέσα μου οριστικά οποιαδήποτε επιθυμία στο να τον αναζητάει το μυαλό και η καρδιά μου.

«Και ο άντρας σου;» Την ρώτησα ανυπόμονα και ενώ περίμενα να φέρει τη φωτογραφία του, φαίνεται ότι είχα γλιτώσει εκείνη τη στιγμή την αυτοκαταστροφική επιμονή μου.

«Δεν έχω φωτογραφία εδώ… Αλλιώς θα στον έδειχνα… Από τότε που έγινα μανούλα, καταλαβαίνεις ότι εκείνος πήγε σε δεύτερη μοίρα σε όλα!» Μου χαμογέλασε με μία νοσταλγικότητα πάνω στην αίσθηση της μητρότητας και εγώ έμοιαζα σαν να της έπαιρνα συνέντευξη για την προσωπική ζωή της. Μέσα μου όμως ήδη αποτυπωνόταν μία τεράστια απογοήτευση και έπιανα τον εαυτό μου να αιφνιδιάζεται από αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα.

«Είναι και εκείνος ψυχολόγος;» Προσπάθησα να την ψαρέψω, την ώρα που τα μάτια μου καρφώθηκαν μέσα στα δικά της και οι κόρες των ματιών μου τρεμόπαιξαν πάνω στην ελπίδα ότι θα μου έλεγε ένα βροντερό «ναι», διαλύοντας κάθε επιβεβαίωση ότι ήταν ο άντρας της εκείνος ο ακαταμάχητα γοητευτικός τύπος. Ώσπου η απάντηση της έμοιαζε με μία ακόμα μαχαιριά μέσα στην καρδιά μου.

«Όχι…» Αποκρίθηκε και πάλι χαμογελώντας. Φαινόταν ότι κρεμόμουν από τα χείλη της. «Είναι… Ραδιοφωνικός παραγωγός. Καμία σχέση δηλαδή με τον κλάδο μας». Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Ένιωσα μία τεράστια δυσφορία μέσα μου. Ένα συναίσθημα με μία έντονη αποστροφή στο να συνεχιστεί αυτή η συζήτηση που με έφερε σε τρομερή σύγχυση.

Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να σηκωθώ και να το παίξω ψύχραιμη, αν και ήμουν σίγουρη ότι η Ανδριάνα καταλάβαινε απόλυτα την ψυχολογία μου αλλά δεν ήταν σε θέση να την ερμηνεύσει μιας και δεν γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες. Με τον τρόπο που σηκώθηκα, κράτησα σαστισμένη το κούτελο μου σαν να ζαλίστηκα και έπειτα εκείνη έτρεξε κοντά μου.

«Είσαι καλά; Να σου φέρω ένα ποτήρι νερό;» Την κοίταξα σαν να τα είχα χαμένα, την ώρα που με έπιασε από τη μέση και τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν. Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη και έπειτα κάπου στο τέλος, κατάφερα να της πω ότι δεν ένιωθα πολύ καλά και ότι έπρεπε να ακυρώσουμε το ραντεβού. Βγαίνοντας προς τα έξω με ρώτησε αν ήθελα να καλέσουμε ταξί και της είπα ότι ήμουν εντάξει. Αφού με κράτησε λίγα λεπτά κοντά της στον χώρο της αναμονής, η γραμματέας της μου έφερε να πιω με το ζόρι ένα ποτήρι νερό και έπειτα όταν ένιωθα να επανέρχομαι στους φυσιολογικούς ρυθμούς μου σηκώθηκα αργά αποχαιρετώντας τες. Εκείνες έμειναν πίσω από την πλάτη μου να με κοιτάζουν την ώρα που απομακρυνόμουν.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο μου άρχισα να παίρνω βαθιές αναπνοές και άνοιξα όλα τα παράθυρα του  για να μπει άπλετο οξυγόνο. Στο μυαλό μου στριφογύρισε το πρόσωπο του και το γοητευτικό χαμόγελο του. Το λάγνο βλέμμα του και η απίστευτη ερωτική του θέληση την ώρα που μέσα στο στενό κολλούσε και τριβόταν επάνω μου σαν ακόλαστος εραστής. Δεν μπορεί να τα είχα φανταστεί όλα αυτά! Με ήθελε όσο και εγώ!

Άνοιξα το ραδιόφωνο αναζητώντας τον σταθμό όπου είχα σκοντάψει τις προάλλες επάνω του, μήπως και κατάφερνα να τον εντοπίσω. Δεν ξέρω για ποιο λόγο έμπαινα σε αυτή τη διαδικασία αλλά μέσα μου προσπαθούσα να κλειδώσω κάθε τι που αφορούσε την κοινή μας συνάντηση. Δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο να τον ξεχάσω. Άλλωστε για εμένα μιλάμε που το φλερτ το είχα στο τσεπάκι μου. Που όλους τους άντρες τους χρησιμοποιούσα και τους πετούσα στα τάρταρα των σκοτεινών υπογείων μου. Εκεί δηλαδή όπου πραγματικά άνηκαν οι άντρες μετά την ερωτική μου εκμετάλλευση. Κανένας συναισθηματισμός. Κανένα ερωτικό δέσιμο. Μία χρήση όπως όλες οι άλλες και έξω από την πόρτα. Αυτό ήταν άλλωστε και τα παθιασμένα  φιλιά που είχαμε ανταλλάξει ο ένας στον άλλον. Αυτό όφειλε να ήταν και όλα τα χάδια μας και ο κάθε ψίθυρος μεταξύ μας όταν δείχναμε ξεκάθαρα μέσα από τα σώματα μας αλλά και το βλέμμα μας πόσο το θέλαμε και ας μη φτάσαμε ποτέ στο να γίνει το μοιραίο.

Ανάβοντας τα αλάρμ σταμάτησα απότομα στην άκρη του δρόμου.

Μερικοί οδηγοί με προσπέρασαν κορνάροντας επίμονα. Έκλεισα το πρόσωπο μου μέσα στις παλάμες μου σαν απελπισμένη. Προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου  και τα γεγονότα σε μια σειρά. Τώρα μπορούσα πιο εύκολα να εξηγήσω γιατί είχε ειπωθεί αυτό το «Τα λέμε…» στο φανάρι όσο ήμασταν στην αναμονή για τον δρόμο προς την ερωτική μας έκρηξη. Ίσως τελικά να μην ήταν τόσο κάφρος και άνανδρος όσο περίμενα. Κοίτα να δεις που τελικά υπάρχουν και άντρες με λίγη ηθική επάνω τους και μπορεί να έπεσε στον πειρασμό μου αλλά από την άλλη, τελευταία στιγμή αποτραβήχτηκε. Ανέβηκε στα μάτια μου ξαφνικά την ώρα που συνειδητοποιούσα αυτή του την αντίδραση και ορκίστηκα εκείνη την ώρα που κοίταξα το είδωλο μου μέσα από τον εσωτερικό καθρέφτη του αμαξιού μου, να ξεχάσω κάθε τι που είχε συμβεί μεταξύ μας.

Η σκέψη αυτή κάπου έσβησε μέσα μου τερματίζοντας και οποιοδήποτε συναίσθημα και αυτόματα ένιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται και να κυλάει αργά ένα καυτό δάκρυ μουσκεύοντας τα μάγουλα μου. Στένεψα τα μάτια μου και θύμωσα με τον εαυτό μου. Ξύπνησε μέσα μου ο περίτρανος εγωισμός μου και αφού έβαλα με αποφασιστικότητα μπροστά, τσέκαρα την άκρη του δρόμου και πάτησα τέρμα το γκάζι μου σπινάροντας προς την επιστροφή του σπιτιού μου.

*

Πέταξα τα ρούχα από πάνω μου και άφησα το νερό να τρέξει μέσα στο τζακούζι μου. Έριξα αιθέρια έλαια σε άρωμα άγριου τριαντάφυλλου και σφράγισα τα παραθυρόφυλλα μου για να επικρατεί σκοτάδι. Άναψα μερικά κεριά και λίγη ώρα αργότερα, βούλιαξα μέσα στην καυτή αίσθηση της επιφάνειας του νερού. Σφάλισα τα βλέφαρα μου θέλοντας να ξεφύγω από την ένταση που μου προκαλούσε οποιαδήποτε σκέψη και στο μυαλό μου άρχισα να φαντασιώνομαι το επόμενο ερωτικό μου κάλεσμα μέσα από έντονες δόσεις φλερτ.

¨Τόσοι άντρες εκεί έξω και εγώ κάθομαι και αναλώνομαι σε απαγορευμένους έρωτες. Σιγά που ήταν και έρωτας. Περαστικός όπως όλοι οι υπόλοιποι¨.

Ενεργοποιώντας τις αόρατες παρωπίδες μου, ώρες αργότερα, βγαίνοντας με τα νερά όπως ήμουν ακουμπώντας στο απορροφητικό πατάκι που ήταν ακριβώς μπροστά από το τζακούζι μου, σκούπιζα όλο θηλυκότητα τα μακριά και καλλίγραμμα πόδια μου. Ένιωθα περήφανη που μπορούσα να αγαπήσω τόσο τον εαυτό μου και ακόμα πιο περήφανη για αυτό το θελκτικό κορμί που μπορούσε να κολάσει ακόμα και άγιο. Με αυτά τα όπλα μου πάντα είχα όποιον πραγματικά ήθελα και κανένας δεν μπορούσε να μου αντισταθεί. ¨Ούτε καν εκείνος!¨ Σκέφτηκα αστραπιαία και αμέσως ξεφύσησα γιατί τα έβαλα με την ανούσια σκέψη μου. Μάλωσα τον εαυτό μου και βγαίνοντας από τον μπάνιο υποσχέθηκα να αφήσω την τελευταία σκέψη μου για εκείνον εκεί, μια για πάντα.

Και φυσικά το έκανα.

Γιατί πάνω από όλα ήταν να μην βάλω κάτι στο ξεροκέφαλο μου εγώ! Οι μέρες λοιπόν μπήκαν και πάλι στους γνώριμους ρυθμούς μου, με εμένα να ξυπνάω πάντα νωρίς το πρωί και να περιποιούμαι σαν να είμαι έτοιμη για πασαρέλα. Στο γραφείο μου οι δουλειές πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, παρά το γεγονός ότι είχα απορροφηθεί ανάμεσα σε μία ανδροκρατούμενη βάση επιχειρηματικών απόψεων. Πράγμα που πολλές φορές δυσκόλευε την επαγγελματική μου ζωή αλλά και που με έκανε να εκτονώνομαι γλυκά πάνω τους με το να τους τοποθετώ όλους στη θέση τους. Άλλωστε, ο μεγαλύτερος και κυριότερος κανόνας μου είναι ότι δεν μπλέκουμε ποτέ τα προσωπικά με τα επαγγελματικά μας. Ρητός κανόνας επαγγελματικής επιβίωσης. Ρητός και απαράβατος.

Η τελειομανία μου και ενίοτε υστερία μου, με έκανε να συνεχίζω να τακτοποιώ τα πάντα γύρω μου με μαθηματική ακρίβεια. Πράγμα που συνέχιζε να εκνευρίζει την μοναδική και πιστή μου φίλη, Αλέκα και κάθε φορά που έμπαινε στο γραφείο μου, άπλωνε σαν ένδειξη διαμαρτυρίας τα πόδια της πάνω στο τραπεζάκι μασώντας επιδεικτικά την τσίχλα της κάνοντας τσιχόφουσκες αφού γνώριζε ότι αυτό με τσίτωνε όσο τίποτα.

Η ερωτική μου ζωή δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι θλιβερή. Δεν θα το επέτρεπα άλλωστε. Το διάστημα που είχε μεσολαβήσει με έκανε να έχω ένα καινούριο φλερτ που το ίδιο βράδυ κατέληξε στο κρεβάτι μου. Κυλιστήκαμε σαν ακόλαστοι εραστές στα σατέν σεντόνια μου και έπειτα από κανένα δίωρο, είχε έρθει η ώρα πια να φύγει. Κάτι που είχα προγραμματίσει εγώ για εκείνον. Όσο εκείνος ήταν στην τουαλέτα και έκανε ένα γρήγορο ντουζάκι, εγώ στο κρεβάτι μου, τυλιγμένη με τα σεντόνια μου κοίταζα ανυπόμονα το ρολόι μου. Το νερό της ντουζιέρας σταμάτησε να τρέχει και επιτέλους οι ελπίδες ότι θα ξεκουμπιζόταν επανήλθαν και πάλι στο φως του μυαλού μου χαρίζοντας μου έντονα απανωτούς οργασμούς ότι είχε έρθει η ώρα που θα έμενα και πάλι μόνη στο σπίτι μου. Όχι ότι είχα περάσει και άσχημα, απλά στην δική μου ζωή ο έρωτας είχε τον δικό του χώρο και χρόνο φυσικά.

Ο μελαχρινός θεός όμως με το γυμνασμένο σώμα του έκανε την εμφάνιση του στην πόρτα με ένα χαμόγελο όλο υπονοούμενο, την ώρα που τίναζε τα μαλλιά του με την πετσέτα. Οι σταγόνες εκτοξεύτηκαν στον αέρα και προσγειώνονταν ανεξέλεγκτα σε διαφορετικά σημεία γύρω του. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα στο θέαμα αυτό. Εκείνος έπαιρνε ένα ύφος που πρόδιδε ότι κολακευόταν από την αντίδραση μου, ενώ εγώ είχα βγάλει στην κυριολεξία καπνούς εκνευρισμού από την αναισθησία του στο να μου λερώνει το χώρο του σπιτιού μου με τόση μεγάλη οικειότητα. Εδώ που τα λέμε, με δυσκολία τόση ώρα προσπαθούσα να θυμηθώ το όνομα του και ας φλερτάραμε όλο το βράδυ από απόσταση μέσα στο μπαρ.

«Πρέπει να σηκωθώ νωρίς…» Του είπα επιβλητικά και κοφτά την ώρα που κοίταξα άκεφα το ρολόι στον καρπό μου. Εκείνος σάστισε παγώνοντας το χαμόγελο του. Προφανώς και συνειδητοποιούσε ότι μόλις τον έδιωχνα. Δάγκωσε τα χείλη του αμήχανα και λίγο αργότερα ενώ με κοίταζε επίμονα άρχισε να ντύνεται. Μέσα μου το συναίσθημα της ανακούφισης με έκανε να ηρεμήσω.

«Πότε θα τα ξαναπούμε;» Με ρώτησε όσο στεκόμουν στην πόρτα με τα εσώρουχα και την μακριά ρόμπα μου ανοιχτή για να τον ξεπροβοδίσω. Άφησα το βλέμμα μου να τον κοιτάξει λοξά με ένα στιγμιαίο νάζι που είχα ξετρυπώσει από την κρυφή μου θηλυκότητα. Μόνο που στο μυαλό μου προσπαθούσα με κάθε τρόπο να επαναφέρω το όνομα του στη μνήμη μου. Το βλέμμα μου τον έκανε να αναστενάξει.

«Είσαι σκέτος πειρασμός…» Μου είπε χαμηλόφωνα κατεβάζοντας το βλέμμα του προς το στήθος μου και μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν έτοιμος να ξαναμπεί μέσα και να με τραβήξει για ακόμα μία φορά στα ήδη κολασμένα σεντόνια μου, τον έσπρωξα ελαφρά με το πόδι μου αφήνοντας το να ξεπροβάλλει μέσα από την ανοιχτή, μεταξωτή μου ρόμπα.

«Έει! Μη βιάζεσαι… Είπαμε ότι πρέπει να σηκωθώ πρωί! Θα σου τηλεφωνήσω εγώ…» Άφησε ένα φιλί στο στόμα μου όλο πάθος την ώρα που παιχνίδισα με το ναζιάρικο ύφος μου και όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου, έσυρα βαριά και κουρασμένα τις γυμνές πατούσες μου προς το δωμάτιο μου. Δίπλα στο κομοδίνο μου υπήρχε ένα χαρτάκι με το τηλέφωνο του. Αφού το έπιασα αργά στα χέρια μου, κάτω από τον αριθμό του τηλεφώνου του είχε το όνομα του.

«Μιχάλης…» Ψιθύρισα και τσαλακώνοντας το, το πέταξα κατάχαμα.

Σε άλλη περίπτωση κάποιος που με γνώριζε θα έβαζε στοίχημα ότι δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ μου να το κάνω αυτό. Ούτε τρίχα δεν μπορούσε να βρει κανείς στο τόσο καθαρό σπίτι μου. Μανιακή με την καθαριότητα όσο δεν πήγαινε. Σχεδόν κάθε μέρα φασίνα και κάθε Σαββατοκύριακο έφερνα και κοπέλα για γενική. Άρρωστη μέχρι όσο δεν πήγαινε. Αλλά εκείνη η μέρα με πρόσταζε γλυκά – για πρώτη φορά στη ζωή μου – να παραιτηθώ από όλα. Χωρίς κανένα λόγο και αιτία δεν μπορούσα να διακρίνω αυτή την μικρή αλλαγή επάνω μου. Το μόνο που αναζητούσα, ήταν να πέσω σε έναν βαθύ και χορταστικό ύπνο, αδιαφορώντας για τα πάντα γύρω μου. Ακόμα και για την ύπαρξη εκείνου του Θεού που μόλις είχε εγκαταλείψει το σπίτι μου.

Άνοιξα αργά το συρτάρι του κομοδίνου μου και έβγαλα από μέσα μία σατέν κατακόκκινη μάσκα ύπνου ανάμεσα από αμέτρητα χαρτάκια με αριθμούς τηλεφώνων. Την πέρασα στο κεφάλι μου και αφού με τα ακροδάχτυλα μου την εφάρμοσα σωστά, έτσι ώστε να μην περνάει ούτε ακτίνα φωτός από γύρω της, τέντωσα το κορμί μου για λίγο και έπειτα βυθίστηκα μέσα στο πουπουλένιο μου μαξιλάρι.

Εδώ και μέρες κλείνοντας τα μάτια μου πάντα ανυπομονούσα για να δω ένα όνειρο που θα με έβγαζε από την καθημερινότητα μου. Ένα όνειρο που να ήταν πιο χορταστικό και απολαυστικό από την ρουτίνα μου. Εκείνο το όνειρο όμως δεν ερχόταν ποτέ. Παρά μόνο τυραννούσε τη σκέψη μου και ως εκεί. Αναστέναξα και άλλαξα πλευρό. Σύντομα το επόμενο πρωί θα ήταν και πάλι ίδιο με το προηγούμενο και όλα θα κυλούσαν σύμφωνα με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα που είχα ήδη προγραμματισμένο. Ένα πρόγραμμα που με κρατούσε μέσα στην ασφάλεια μου, χωρίς να νιώθω ποτέ ότι κολυμπάω έξω από τα νερά μου.

*

«Καλός ο τύπος από το μπαρ;» Η Αλέκα έμοιαζε να αποδοκιμάζει τη χθεσινή ερωτική μου εμπειρία. Εγώ τσέκαρα μία λίστα με ένα τεράστιο πελατολόγιο από την παλιά μου ατζέντα.

«Καλός…» Αποκρίθηκα αδιάφορα και εκείνη ανασήκωσε το βλέμμα της από το περιοδικό που χάζευε τόση ώρα.

«Κατάλαβα! Μάπα το καρπούζι! Δεν πετάς και τη σκούφια σου…» Έστριψα το βλέμμα μου προς την οθόνη του υπολογιστή που είχα μπροστά μου ανασηκώνοντας για λίγο τα γυαλιά μου. Έπειτα γύρισα και την κοίταξα. «Όχι. Αλήθεια ήταν καλός…»

«Δεν δείχνεις όμως ενθουσιασμένη… Δεν ήταν τρυφερός;» Σάστισα για λίγο επάνω της γιατί όντως ενώ ήταν καλός δεν έδειχνα κανέναν ενθουσιασμό. Αναπόλησα τη χθεσινή μας βραδιά.

«Ήταν αρκετά τρυφερός… Στην αρχή… Μετά ξέρεις… Πιο μπρουτάλ… Όπως οι περισσότεροι άλλωστε…» Έμοιαζα να έχω καρφώσει το βλέμμα μου στο κενό.

«Και καλός και όμορφος… Γιατί είναι και κούκλος!» Η Αλέκα είχε δίκιο. Ήταν ένας άντρας σαν εκείνους που ονειρεύεται κάθε κοριτσόπουλο μέσα από τα εξώφυλλα των αντρικών περιοδικών. Άνετα θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο εξώφυλλο. Πανέμορφος και με σώμα που ξεσήκωνε κάθε θηλυκό.

«Ναι, είναι όντως πολύ όμορφος…» Παραδέχτηκα και εκείνη προσπαθούσε να διακρίνει το αδιάφορο βλέμμα μου.

«Οπότε να υποθέσω ότι θα τον ξανασυναντήσεις;» Καιγόταν κάθε φορά να μάθει για τη συνέχεια των ιστοριών μου. Κούνησα αδιάφορα τους ώμους μου σηκώνοντας παράλληλα τα φρύδια μου.

«Ποιος ξέρει… Πολύ πιθανόν… Αφού με ξέρεις! Δεν είμαι εγώ για πολλά πολλά! Το μόνο που σκέφτομαι είναι η δουλειά και η δουλειά και η δουλειά μου!» Της χαμογέλασα και εκείνη ξεκίνησε για χιλιοστή φορά να μου εξιστορεί τις ερωτικές επιδόσεις της από το λύκειο μέχρι σήμερα. Διέκοψε τη στιγμή που κουδούνισε επίμονα το κινητό μου, υπενθυμίζοντας μου ότι είχα ένα πολύ σοβαρό ραντεβού με έναν καινούριο πελάτη. Σηκώθηκα και την ώρα που τακτοποιούσα μέσα στο χαρτοφύλακα μου όλα τα σχετικά έγγραφα που έπρεπε να κρατάω μαζί μου, ξεχυθήκαμε στους δρόμους.

«Μα γιατί τρέχεις σαν την τρελή; Αφού σε δύο ώρες έχεις το ραντεβού;»

«Αλέκα μου γνωρίζεις πόσο Εγγλέζα είμαι στα ραντεβού μου. Όπως γνωρίζεις ότι δεν μου αρέσει να με στήνουν. Πράγμα που έχεις κάνει άπειρες φορές αλλά δεν είναι της παρούσης. Θα πάω νωρίτερα. Δεν θα κάνω αυτά που κοροϊδεύω…»

«Και τι επιχείρηση είναι αυτή που χρειάζεται και σύμβουλο;»

«Μία αλυσίδα fast food που θα ανοίξει τους επόμενους μήνες στην Ελλάδα… Καταλαβαίνεις…» Η Αλέκα χαμογέλασε πονηρά.

«Πως δεν καταλαβαίνω; Ο πειρασμός προσωποποιημένος. Αγκαλιά με την κυτταρίτιδα θα σε φλερτάρουν από απόσταση αυτά τα μαγαζάκια! Αλήθεια πόσο καιρό έχεις να φας fast food; Πάνε χρόνια ε;;;»

«Για την ακρίβεια 8. Από τότε που εθίστηκα στα υγιεινά γεύματα…»

Την ώρα που αποχωριζόμασταν, ένα «πως ζεις;» βγήκε από τα χείλη της. Φόρεσε τα τεράστια γυαλιά ηλίου της και χάθηκε μέσα στο πλήθος της πλατείας ενώ εγώ βημάτιζα προς ένα κινέζικο εστιατόριο που ήταν πολύ κοντά μας. Η Αλέκα με αποχαιρέτησε από απόσταση και εγώ κοντοστάθηκα για λίγο κοιτάζοντας την να χάνεται. Όση ώρα προχωρούσα αναρωτιόμουν πόσο δίκιο είχε. Ήταν πολλά αυτά που είχα υποβάλλει τελικά στον εαυτό μου να στερηθεί, αλλά από την άλλη, το απολάμβανα να ζω μέσα στα κουτάκια μου. Άλλωστε είχα χρονοδιάγραμμα για το πότε θα ανοίξω το καθένα από αυτά και κυρίως το πιο σημαντικό ήταν ότι είχα τον απόλυτο έλεγχο σε όλα! Μέχρι που το ραντεβού που με περίμενε ήδη τελικά, με έκανε να αναθεωρήσω πάνω σε αυτή τη σκέψη μου…

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ~

Μόλις μπήκα στην είσοδο του κινέζικου ρεστοράν όλα μου φάνηκαν ότι ήταν προγραμματισμένα να με κάνουν αυτόματα στο να χαλαρώσω. Η κινέζικη μελωδία με κάτι κουδουνάκια να έρχονται από τα βάθη της Άπω Ανατολής με έκανε να πάρω μία βαθιά αναπνοή. Ήταν ολοφάνερο ότι ήμουν για ακόμα μία φορά αγχωμένη και χωρίς να γνωρίζω το λόγο έπιασα τον εαυτό μου να αναζητάει ξανά έναν λυτρωτικό αναστεναγμό, τη στιγμή ακριβώς που το βλέμμα μου έκανε ανασκόπηση τριγύρω. Ήταν μεσημέρι και οι θαμώνες του μαγαζιού ήταν ελάχιστοι. Ο σερβιτόρος με την χαρακτηριστική εμφάνιση και τα σκιστά μάτια, αφού με ρώτησε το όνομα μου σε σπαστά ελληνικά, με καθοδήγησε σε ένα μικρό τραπεζάκι όπου καθόταν πλάτη σε εμένα, ένας καλοντυμένος κύριος. Όταν τον κοίταξα όμως απλώνοντας το χέρι μου, έτοιμη να του συστηθώ, έμεινα μετέωρη από συναισθήματα. Το βλέμμα μου πάγωσε και ένιωσα το μειδίαμα των χειλιών μου να είναι η αφορμή που δεν μπορούσα να αρθρώσω το παραμικρό. Εκείνος έσφιξε το χέρι του μέσα στο δικό μου.

«Φυσικά δεν περιμένατε εμένα…» Έκανε την αρχή και με μία έκφραση απολογισμού που κράτησε μερικές στιγμές, τον είδα να ευχαριστεί στα κινέζικα τον σερβιτόρο και να του επισημαίνει να φέρει το μενού που είχε διαλέξει. Ούτε την καρέκλα δεν τράβηξα για να καθίσω. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Εκείνος έτρεξε κοντά μου και έσυρε την καρέκλα μου, υποδεικνύοντας μου να καθίσω. Ο εκνευρισμός μου όμως με έκανε να στενέψω τα μάτια μου προς το πρόσωπο του και ενώ ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε στριγκλιές κάπως γρήγορα εκτέλεσα κάθε σιωπηλή του εντολή. Ασχέτως αν μέσα μου έβραζα ή όχι, προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και η υπομονή μου αναμετρήθηκε πάνω στην τσάκιση της φούστας μου τη στιγμή που την έστρωνα με το ένα μου χέρι γεμάτη αμηχανία.

«Λοιπόν;» Τον ρώτησα ανασηκώνοντας ειρωνικά το ένα μου φρύδι και εκείνος έμοιαζε έτοιμος να ξεσπάσει σε βροντερά γέλια. Πάνω από όλα ήμουν επαγγελματίας εγώ! Οπότε έπρεπε να διατηρήσω την ακεραιότητα μου και άλλωστε, είχα προχωρήσει τη ζωή μου πάνω στις γνώριμες ερωτικές βάσεις μου. Δεν τον είχα καμία ανάγκη!

«Είστε πολύ καλή στον κλάδο σας… Έκανα την έρευνα μου για εσάς και εξάλλου δεν μπορούσα να μην παραδεχτώ ότι έχω την ανάγκη σας!»

Αυτό το παιχνιδάκι με τον πληθυντικό είχε αρχίσει να με εκνευρίζει ξαφνικά όσο τίποτα. Κουνούσα ρυθμικά το πόδι μου κάτω από το τραπεζομάντιλο, ενώ έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Προσπαθούσα όμως στην έκφραση μου να μην δώσω κανένα δικαίωμα. Έβηξα για λίγο και αφού πήρα το χρόνο μου, διασφάλιζα μέσα μου ότι έπρεπε να φερθώ σαν επαγγελματίας.

«Ας ξεχάσουμε το ανούσιο κοινό παρελθόν μας. Άλλωστε αν κάνατε σωστά την έρευνα σας τότε μέσα στις πληροφορίες σας, θα βρήκατε ότι τα επαγγελματικά μου τα διαχωρίζω απόλυτα από τα ερωτικά μου…»

Του απάντησα και τον είδα να αποτραβιέται για λίγο με ένα χαμόγελο ικανοποίησης ενώ το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο στο δικό μου.

«Μα φυσικά δεσποινίς Φερμίδου… Παρακαλώ…» Έτεινε την παλάμη του χεριού του όλο ευγένεια προς το μέρος μου, θέλοντας να μου δώσει χώρο για να εξελίξω την επαγγελματική μας συζήτηση. Σάστισα για ένα δευτερόλεπτο κοιτάζοντας την και έπειτα ξεροκατάπια κοιτάζοντας γύρω μου αμήχανα.

«Πολύ ωραία… Οπότε; Εκτός από ραδιοφωνικός παραγωγός επεκτείνεστε και στις επιχειρήσεις…» Διαπίστωσα όλο υπεροψία και ένιωσα ότι ήμουν έτοιμη να τσιγκλήσω και τα δικά του όρια βγαίνοντας στην επίθεση. Εκείνος προτίμησε να μου χαρίσει ένα πλατύ χαμόγελο. Ο σερβιτόρος διέκοψε τη συζήτηση μας και ένιωσα να μας κόβει πάνω στο καλύτερο. Μας σέρβιρε μία ιαπωνική σούπα με καλαμπόκι και μανιτάρια για πρώτο πιάτο και γλυκόξινο κρασί.

«Ελπίζω να σας αρέσει το μενού που διάλεξα…» Συνέχισε ενώ ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε και τον είδα να πιάνει το κουτάλι του αγγίζοντας το στα χείλη του, την ώρα που με κοίταζε. Εγώ δεν συνεργάστηκα με την όλη διαδικασία. Ξαφνικά ένιωθα ένα τεράστιο κενό μέσα μου που με έκανε να θέλω να τρέξω μακριά του και αυτός ο πληθυντικός με εκνεύριζε όλο και περισσότερο. Αφού τον κοίταξα ανέκφραστη να απολαμβάνει τη σούπα, σταύρωσα αργά τα χέρια μου .

«Τι είναι όλο αυτό;» Αναρωτήθηκα φωναχτά, περιμένοντας μία απάντηση.

«Επαγγελματικό ραντεβού… Τι άλλο;»

«Με γεύμα; Και μάλιστα τόσο προσεγμένο;» Ανταπάντησα κάπως εκνευρισμένα.

«Η ώρα είναι περίεργη… Σκέφτηκα να το συνδυάσουμε γιατί ίσως καθυστερούσαμε… Αν σας πειράζει…»

Ξεφύσησα αγανακτισμένα. Εκείνος σταμάτησε να τρώει.

«Τι; Μήπως δεν σας αρέσει η σούπα;» Συνέχισε ήρεμα και εγώ χτύπησα όλο θυμό το χέρι μου δίπλα από το πιάτο μου. Εκείνος κρατιόταν για να μη γελάσει ενώ αναζήτησε με το βλέμμα του τον σερβιτόρο, ο οποίος μόλις τον αντιλήφθηκε μας πλησίασε αμέσως. Σηκώθηκε αργά και του έπιασε τον ώμο.

«Καταλαβαίνεις φίλε μου… Γυναίκες! Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένες με τίποτα… Θα μπορούσες να μας φέρεις τα επόμενα πιάτα;» Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα ενώ ρουθούνιζα.

«Γυναίκες;;;»

Ξεφώνισα κάνοντας αέρα με την παλάμη του χεριού μου στο πρόσωπο μου εκνευρισμένη. Απολάμβανε το θέαμα μου την ώρα που εγώ σηκωνόμουν αργά αλλά οργισμένα βάζοντας το σακάκι μου και αναζητώντας με την άκρη του χεριού μου τον χαρτοφύλακα μου. Εκείνος αφού κοίταξε προς τα κάτω, σηκώθηκε από τη θέση του και με πλησίασε. Λυγίζοντας και εκείνος τον κορμό του, άφησε το χέρι του να μπερδευτεί με το δικό μου πάνω από τον χαρτοφύλακα. Αποτραβήχτηκα κοιτάζοντας τον στα μάτια.

«Δεν τελείωσε η συνάντηση μας… Δεν μπορώ να σας κυνηγάω. Ξέρετε έχω πάρα πολλές δουλειές για να ασχολούμαι μαζί σας…» Τα έχασα από την εξαλλοσύνη μου ενώ με μία απότομη κίνηση κλείδωσα την παλάμη μου στο χερούλι του χαρτοφύλακα μου αναστενάζοντας από οργή ανασηκώνοντας τον. Έκλεισα τα βλέφαρα μου παίρνοντας μία βαθιά ανάσα και όταν τα άνοιξα αργά άφησα το βλέμμα μου να χαθεί μέσα στο γαλάζιο των ματιών του. Για μερικά δευτερόλεπτα μου κόπηκε η αναπνοή.

«Τα λέμε…» Του ψέλλισα απογοητευμένα αλλά επιβλητικά και με γοργά βήματα εξαφανίστηκα από μπροστά του αναζητώντας την έξοδο σαν τρελή. Μόλις βγήκα από το ρεστοράν κόλλησα το σώμα μου πάνω στον τοίχο δίπλα από την πόρτα της εισόδου, προσπαθώντας να πάρω βαθιές ανάσες, ενώ άρχισα να ξετυλίγω από το λαιμό μου το γκρι φουλάρι μου αφήνοντας το να γλιστρήσει αργά και απογοητευμένα μέσα στην παλάμη μου.

 

*

Γυρίζοντας στο σπίτι, πλησίασα την μπαλκονόπορτα μου και ανοίγοντας την αναζήτησα στην βεράντα μου τη μόνη συντροφιά που με γαλήνευε. Οι τρεις γάτες μου με πλησίασαν νιαουρίζοντας και ευθείς άρχισαν να τρίβονται στα πόδια μου. Αφού ψευτομάλωσα την pixie που με ακολούθησε μέχρι την κουζίνα γουργουρίζοντας την στιγμή που έψαχνα την γατοτροφή τους, το κινητό μου άρχισε να χτυπάει. Έτρεξα μέχρι τον χαρτοφύλακα μου, αρχίζοντας να το ψάχνω σαν τρελή. Ούτε η ίδια δεν ξέρω τι ακριβώς προσδοκούσα και όταν είδα απόκρυψη, το σήκωσα αμέσως ενώ ήμουν σίγουρη ότι ήταν εκείνος. Ένα λεπτό δεν άντεξε μακριά μου! Σιγά που δεν θα έπαιρνε! Αντί αυτού όμως, η φωνή μιας τηλεφωνήτριας για να μου προωθήσει τα πακέτα προσφοράς μιας καρτοκινητής εταιρίας με έκανε να της το κλείσω χωρίς να της δώσω καμία απάντηση. Έσφιξα απογοητευμένη το κινητό μέσα στην παλάμη μου και το βλέμμα μου γύρισε προς την παραπονεμένη pixie που είχε τεντώσει το σώμα της στέκοντας στα δυο της πόδια ενώ στήριζε τα άλλα δύο στα συρτάρια της κουζίνας, αναζητώντας την τροφή της μέσα από τα έντονα νιαουρίσματα της.

«Μια γεροντοκόρη με τις γάτες της…» Μουρμούρισα και έσυρα τα βήματα μου προδιαθέτοντας να πάω κοντά της ενώ εκείνη με ακολουθούσε μέχρι που βγήκα στο μπαλκόνι και άφησα την ξηρή τροφή να πέσει μέσα στο βαθύ μπολάκι τους. Την ώρα που τέντωσα όμως το κορμί μου κοιτάζοντας προς το άπειρο, το βλέμμα μου ξαναγύρισε σε έναν τύπο που στεκόταν ακριβώς πίσω από τα κάγκελα της αυλής μου και μου χαμογελούσε. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του αργά και με χαιρέτησε. Έκανα ένα γρήγορο βήμα προς τα πίσω θέλοντας να κρυφτώ και ένα λεπτό μετά άκουσα το κουδούνι.

«Αυτός μου έλειπε τώρα…» Γκρίνιαξα και για να τον αποφύγω έβαλα γρήγορα τις γόβες μου και αρπάζοντας τον χαρτοφύλακα μου έτρεξα προς την είσοδο του σπιτιού μου ανοίγοντας δήθεν αλαφιασμένη την πόρτα.

«Γεια χαρά! Ήμουν πολύ κοντά στο σπίτι σου και είπα να περάσω μία βολτίτσα…» Ένα φαρδύ χαμόγελο αισιοδοξίας ζωγραφίστηκε στα χείλη του και εγώ σε δευτερόλεπτα ανέτρεξα στη μνήμη μου να εντοπίσω εκείνο το χαρτάκι που έγραφε το όνομα του.

«Μιχάλη… Μωρέ έχω πολύ δουλειά και μόλις έφευγα! Ατυχία! Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή…» Τον έσπρωχνα σταδιακά προς τα έξω και εκείνος με κοίταξε με ένα απογοητευμένο βλέμμα.

«Έχεις δίκιο… Ήρθα και εγώ απροειδοποίητα! Μόνο… Που δεν μου έχεις δώσει το τηλέφωνο σου, οπότε δεν ξέρω πώς να επικοινωνήσω μαζί σου γι αυτή την άλλη στιγμή που λες να ξαναβρεθούμε!» Στριφογύρισα αμήχανα τις κόρες των ματιών μου όσο εκείνος με ακολουθούσε από πίσω μέχρι το αυτοκίνητο μου. Ανοίγοντας την πόρτα, κοντοστάθηκα για λίγο και τον κοίταξα χαρίζοντας του ένα ψεύτικο χαμόγελο. Εκείνος αναστέναξε σαν να έλιωνε από έρωτα.

«Λοιπόν;» Ρώτησε και ένιωσα ότι δεν μπορούσα να του ξεφύγω.

«Ναι, έχεις δίκιο…» Σιγοψιθύρισα και έκανα μία κίνηση ψαχουλεύοντας το χαρτοφύλακα μου δήθεν αδιάφορα για να αποφύγω την επιμονή του. Έβγαλε το κινητό του επιδεικνύοντας μου το σαν να μου έλεγε ότι περίμενε να του δώσω τον αριθμό μου και τότε… Τινάζοντας τα μαλλιά μου όλο σιγουριά προς τα πίσω άρχιζα να του εκφωνώ τον αριθμό μου.

«Θα σε πάρ…» Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του είχα πατήσει το γκάζι και είχα εξαφανιστεί από μπροστά του.

Αρχικά, δεν γνώριζα ούτε η ίδια που πήγαινα και έτσι έκανα έναν σύντομο κύκλο κοντά στην περιοχή μου. Έπειτα όμως πήρα το δρόμο για το γραφείο μου. Ήταν κλειστό άλλωστε και ίσως το να με απορροφήσει για λίγο η δουλειά να μου έκανε καλό το να ξεχάσω όλα όσα είχα ζήσει σήμερα.

Λίγη ώρα αργότερα, βρισκόμουν στον πεντακάθαρο επαγγελματικό μου χώρο και ενώ τράβηξα έναν τεράστιο φάκελο με έγγραφα μπροστά μου, έτοιμη να βουτήξω στους οικονομικούς δείκτες των στατιστικών πωλήσεων, άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει μέσα στην παλάμη μου κρατώντας το κούτελο μου. Λεπτό δεν μπορούσα να μην σκέφτομαι εκείνη την συνάντηση μαζί του στο κινέζικο ρεστοράν. Αναστέναξα βαθιά και αμέσως έριξα μία ματιά στο κινητό μου. Ένιωσα τα δάχτυλα μου να με προστάζουν γλυκά και αναζήτησα τον σταθμό, ελπίζοντας μέσα μου ότι θα έπεφτα τυχαία στην δική του εκπομπή. Η γλυκιά φωνή της εκφωνήτριας όμως με παρέσυρε μέσα από τις μουσικές επιλογές της και με έκανε να ονειρευτώ για πρώτη φορά μία ζωή που μέχρι χτες στη σκέψη της και μόνο έβγαζα φλύκταινες!

Είχα αφεθεί εντελώς στη ροή του προγράμματος μέχρι τη στιγμή που μπήκαν διαφημίσεις και τότε τίναξα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά θέλοντας να ξυπνήσω. Έπιασα τον εαυτό μου να μετανιώνει για κάθε δευτερόλεπτο της σκέψης μου και έτσι φόρεσα τα γυαλιά μου και πάλι. Έκλεισα τη ραδιοφωνική εκπομπή και εστίασα πάνω από τα πολύ σημαντικά αρχεία μου αναζητώντας τον πραγματικό μου εαυτό.

«Έρωτες και βλακείες» Μουρμούρισα με εκνευρισμό προς τον εαυτό μου σαν να τον μάλωνα και έπειτα το στυλό με τις σημειώσεις μου πήρε φωτιά μέσα από το χέρι μου!

 

*

Όταν πια είχε αρχίσει να νυχτώνει για τα καλά, σήκωσα το κεφάλι μου τη στιγμή που η κλήση της Αλέκας έκανε το κινητό μου να κουδουνίσει μέσα στην τόση ησυχία που επικρατούσε στον χώρο. Κάποιες φωνές εκτοξεύτηκαν από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου.

«Εντάξει βρε Αλέκα… Γιατί φωνάζεις τώρα;» Έκανα μία μικρή παύση για να την ακούσω και έπειτα την καθησύχασα με ήρεμη φωνή. «Έδωσα τον αριθμό σου για να τον αποφύγω… Άλλωστε μπορώ να του πω ότι εκείνος δεν άκουσε καλά και έκανε κάποιο λάθος στην αποθήκευση του αριθμού! Ώρες ώρες με θαυμάζω!» Η Αλέκα μετά από λίγο είχε ηρεμήσει και εγώ της ανέλυσα τον τρόπο που εκείνος ο Μιχάλης έμοιαζε να μου γίνεται στενός κορσές. Νομίζω ότι καταλάβαινε τη λογική μου μιας και δεν ήταν ελάχιστες οι φορές που κάποιοι άντρες μετά την ερωτική μας συνεύρεση ήθελαν σαν τρελοί να ξαναβρεθούμε. Έδειχνε μεγάλη κατανόηση και ήταν και κάτι πολύ φυσιολογικό πλέον με τον τρόπο που είχα επιλέξει να ζω. Αλλά η αλήθεια είναι, ότι μέχρι τότε ποτέ δεν είχα σκεφτεί να δώσω το τηλέφωνο της Αλέκας φέρνοντας την σε δύσκολη θέση. Όταν ολοκληρώσαμε το τηλεφώνημα, χαμογέλασα στην ιδέα ότι η Αλέκα κατά κάποιο τρόπο την πλήρωσε με εκείνον τον Μιχάλη και ένιωσα ανακούφιση για λίγο που είχα καταφέρει και είχα μία τόσο σημαντική φίλη. Άλλη στη θέση της θα με θεωρούσε εξώλης και προώλης και δεν θα τολμούσε να κάνει παρέα με κάποια που άλλαζε τους άντρες σαν το εσώρουχο της.

 

*

«Είσαι ένα σεξουαλικό όργιο!» Φώναξε, την άλλη μέρα το πρωί όταν την συνάντησα έξω από την τράπεζα. Της χάρισα ένα απολογητικό βλέμμα.

«Άστα αυτά σε εμένα! Γιατί σε γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα! Μα πως σου ήρθε να δώσεις το τηλέφωνο μου σε αυτόν τον …»

«Μιχάλη…» Συμπλήρωσα και εκείνη με κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.

«Καλά! Δεν φοβήθηκες μην σταθεί αφορμή αυτό και τσακωθώ με τον … Πάνο;» Η Αλέκα με κοίταξε κάνοντας μία έντονη γκριμάτσα με τα χείλη της. Ούτε εκείνη δεν το πίστευε αυτό που έλεγε. Και οι δύο γνωρίζαμε ότι ο Πάνος αδιαφορούσε εντελώς μέσα σε αυτή τη σχέση. Την αγαπούσε αλλά με έναν δικό του τρόπο που εμένα προσωπικά μου ήταν αδύνατον να καταλάβω. Πολλές φορές ήταν το τεράστιο παράδειγμα προς αποφυγήν μου το να γινόμουν κάπου στο μέλλον ένα ζευγάρι σαν εκείνους. Μέσα στη μιζέρια και το χειρότερο ήταν ότι δεν έκαναν τίποτα γι αυτό. Αν εξαιρέσεις τις ελάχιστες φορές που η Αλέκα προσπάθησε να του κεντρίσει και πάλι το ενδιαφέρον, εκείνος έμοιαζε να έχει βαρεθεί τα πάντα γύρω του. Ακόμα και τον λόγο ύπαρξης του. Προτίμησα λοιπόν να μην της δώσω καμία λεκτική απάντηση, παρά να αφήσω τα μάτια μου να τις δώσουν τις απαντήσεις που έψαχνε.

«Θα ξαναπάς σε αυτή την ψυχολόγο;» Με ρώτησε ώρα μετά όταν πια είχαμε φτάσει στο γραφείο μου. Έβγαλα τις γόβες μου τεντώνοντας τα πόδια μου την ώρα που έκατσα στον καναπέ.

«Είναι καινούριες και με χτύπησαν…» Παραπονέθηκα θέλοντας να αλλάξω συζήτηση. Το μυαλό μου ταξίδευε προς την Ανδριάνα και τον γοητευτικό… σύζυγο της. Μέσα μου ένιωθα τόσο άσχημα. Είπαμε! Είμαι κινούμενος εκτελεστής αλλά όχι να τρέχω να οργιάζω και με παντρεμένους! Η Αλέκα έπιασε τις γόβες στα δυο της χέρια και τις περιεργάστηκε για λίγο.

«Αλέκα…» Έκανα την αρχή θέλοντας να της εξομολογηθώ όλα όσα είχαν συμβεί με τον Μάκη, που αν και δεν ήθελα να το παραδεχτώ μέσα μου έβραζα στη σκέψη του κάθε φορά. Γύρισε το βλέμμα της ανέκφραστη προς το μέρος μου.

«Ωραίες δεν είναι οι γόβες;» Τη ρώτησα τελικά θέλοντας να μην παραδεχτώ τα συναισθήματα μου. Άλλωστε τι με ένοιαζε εμένα ένας παντρεμένος που έπαιζε κατά αυτόν τον τρόπο μαζί μου; Ξαφνικά στο μυαλό μου ήρθαν τα χαμογελαστά πρόσωπα των παιδιών του μέσα από τις φωτογραφίες. Η Αλέκα κατένευσε αρχίζοντας την ανάλυση για τις γόβες που είχε μπροστά της.

«… Αν και δεν είναι το στυλ μου είναι πολύ κομψές και νομίζω ότι σου πηγαίνουν τέλεια!»

Εγώ έμοιαζα χαμένη όση ώρα μου μιλούσε. Αναταράξεις εκνευρισμού βίωνα μέσα μου κάθε τρεις και λίγο όταν σκεφτόμουν τη στάση και το βλέμμα του την ώρα που δοκίμαζε τη σούπα απέναντι μου.

«Ναι, όντως είναι πολύ κομψές… Αλλά με χτύπησαν οι άτιμες! Ούτε που με λυπήθηκαν!»

«Εντάξει… Αν τις πας σε έναν τσαγκάρη ίσως να μπορεί λίγο να στις ανοίξει… ή μπορεί να ανοίξουν με το περπάτημα…»

«Όχι! Τις μισώ! Καθόλου δεν με φρόντισαν! Έτσι μου έρχεται… Μου έρχεται… Να ανοίξω το παράθυρο και να τις πετάξω!» Ούρλιαξα ξεφυσώντας και χωρίς δεύτερη σκέψη τις έπιασα και με μία απότομη κίνηση τις πέταξα από το παράθυρο. Έπειτα, γύρισα και κοίταξα την Αλέκα αφήνοντας το μισάνοιχτο. Οι κινήσεις μου ήταν όλες αυθόρμητες και αφιλτράριστες. Ούτε η ίδια δεν πίστευα το τι είχα κάνει.

«Τι σε έπιασε και θέλεις να απαλλαχτείς από τις καινούριες σου τις γόβες;»

Η Αλέκα άνοιξε το παράθυρο κοιτάζοντας προς τα κάτω και εγώ απέναντι της έμεινα να την παρατηρώ. Εκείνη γύρισε έντρομη προς το μέρος μου. Άρχισα να περπατάω πάνω κάτω εκνευρισμένη.

«Τις μισώ μάλλον! Καινούριες και πράσινα άλογα! Τι θα πει καινούριες; Με χτυπάνε αλύπητα!»

«Σόνια πρέπει να σου πω κάτι!»

«Δεν δέχομαι κουβέντα! Θα φύγω ξυπόλυτη! Ούτε και με νοιάζουν αυτές οι πανάκριβες και τόσο κομψές γόβες! Να πάνε στα κομμάτια!» Κατευθύνθηκα προς το γραφείο μου και αφού έκατσα στην καρέκλα μου με θυμό, ανέβασα τα πόδια μου για πρώτη φορά πάνω του αφήνοντας τις γυμνές πατούσες μου σε κοινή θέα προς την Αλέκα που με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια σαν να μην καταλάβαινε καμία από τις αντιδράσεις μου.

«Άσε με να σου πω ότι…»

Την διέκοψα για ακόμα μία φορά χωρίς να δέχομαι το παραμικρό.

«Δεν χρειάζομαι παρηγοριά! Και ούτε χρειάζεται να το αναλύσουμε αυτό που μόλις έγινε! Θα απαλλαχτώ από οτιδήποτε με πονάει σωματικά και ψυχικά! Κατάλαβες;»

Η Αλέκα με κοίταξε έκπληκτη από την αντίδραση μου μέσα στα μάτια.

«Για τις γόβες μιλάμε πάντα ε;» Ρώτησε κάπως σαστισμένη και η πόρτα του γραφείου μου χτύπησε ελαφρά. Κατέβασα αμέσως τα πόδια μου και τότε είδα την Αλέκα να κατευθύνεται ήρεμη προς την πόρτα για να ανοίξει. Δείχνοντας την με τα χέρια της ανασήκωσε τους ώμους της σαν να είχε σοκαριστεί.

«Αυτό προσπαθούσα να σου πω! Τον αποτελείωσες τον Χριστιανό με τα καμώματα σου…»

Χωρίς να καταλάβω τι συνέβη, έμεινα με μία έκφραση απορίας και όταν άνοιξε η πόρτα εμφανίστηκε μπροστά μου … Εκείνος. Το βλέμμα μου κατηφόρισε προς το χέρι του, όπου κρατούσε τις δύο μου γόβες ενώ με το άλλο του χέρι έτριβε απαλά το κεφάλι του.

Ξεπρόβαλλε σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού τώρα! Μόνο που ξέχασε κάπου να μας επισημάνει το ότι ήταν λίγο … παντρεμένος!

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ~

Παντρεμένος και αυτόματα μη διαθέσιμος για εσένα Σόνια! Φώναξε μία εσωτερική φωνή μέσα από την καρδιά μου όσο είχα παραμείνει ανέκφραστη μπροστά στο παραπονεμένο αλλά άνετο βλέμμα το δικό του και στο ανυπόμονο βλέμμα της Αλέκας για τη συνέχεια.

«Πέρασε μέσα…» Αποκρίθηκε εκείνη και τον τράβηξε σχεδόν από το μανίκι οδηγώντας τον κάπως κατευθυνόμενα προς την καρέκλα μπροστά από το γραφείο μου. «Μικρός που είναι ο κόσμος…» Χλεύασε η Αλέκα κοιτάζοντας παγωμένη μία εκείνον και μία εμένα που για μερικές στιγμές είχαμε ξεχάσει και οι δύο ότι βρισκόταν και εκείνη κάπου στο χώρο. Τα βλέμματα μας έμοιαζαν να είχαν δεθεί κόμπος όσο το ένα είχε βυθιστεί μέσα στο άλλο.

«Μήπως ενοχλώ;» Ρώτησε κάπως ξέπνοα και αμήχανα εκείνη θέλοντας να μας επαναφέρει στην πραγματικότητα όσο δεν έπαιρνε καμία απάντηση από εμάς. Άπλωσε το χέρι του γυρίζοντας το βλέμμα του προς εκείνην αφήνοντας τις γόβες πάνω στο γραφείο μπροστά μου. Έστριψα το βλέμμα μου δεξιά κοιτάζοντας στο κενό θέλοντας να δείξω την ενόχληση μου. Η αλήθεια όμως ήταν ότι μέσα μου έμοιαζα με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.

«Πως και από εδώ;» Συνέχισε η Αλέκα ρωτώντας τον καχύποπτα ενώ παράλληλα έριχνε ματιές επάνω μου προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις αντιδράσεις μου.

«Εντελώς τυχαία θα έλεγα…» Παραδέχτηκε εκείνος και μέσα μου ένιωσα βαθιά ικανοποίηση που επιτέλους είχα ακούσει για ακόμα μία φορά την τραβηχτική φωνή του. Περίεργο συναίσθημα που δεν το είχα νιώσει ποτέ μου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όλα μέσα μου ήταν βέβαιο ότι αναζητούσαν κάπου την ύπαρξη του στο χώρο. Σαν να μου έλειπε έντονα τις στιγμές που είχαμε αποχωριστεί από την ώρα που είχαμε συναντηθεί σε εκείνο το κινέζικο ρεστοράν. Αποφάσισα να κάνω την παρουσία μου αισθητή και αυτό επειδή στιγμιαία συνειδητοποίησα ότι είχε την πρόθεση να μας αποχαιρετήσει.

«Δηλαδή δεν ερχόσασταν σε εμένα κύριε Μάκη;» Ο ειρωνικός τόνος στο τέλος της ερώτησης μου τον έκανε να με κοιτάξει σοβαρός αποσπώντας όλη μου την προσοχή. Να και μία έκφραση καινούρια που δεν την είχα δει από εκείνον! Έπιασα τον εαυτό μου να θέλει απεγνωσμένα να συναντήσει όλες τις εκφράσεις του και να έχω την πολυτέλεια του χρόνου να τις απολαύσω.

«Φυσικά και όχι… Δεν γνώριζα καν ότι εδώ ήταν το γραφείο σας δεσποινίς Φερμίδου…» Εξοργίστηκα μέσα μου και ίσως αυτός ο πληθυντικός που διατηρούσε ο ίδιος τελικά να ήταν μία πολύ καλή αφορμή να σταματήσω να κάνω όνειρα απατηλά. Ο άνθρωπος ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν το απαγορευμένο για εμένα αλλά πέρα από την οικογενειακή του κατάσταση, η ετοιμολογία του με ενοχλούσε αφάνταστα.

«Ξέρετε… Η Σόνια… Δε συνηθίζει να πετάει τις γόβες της από το παράθυρο… Όλο αυτό ήταν ένα… Ένα… Ατύχημα!» Η Αλέκα έσπευσε να με δικαιολογήσει όταν συνειδητοποίησε ότι χωρίς λόγο είχα αρχίσει να νευριάζω με την απάντηση του. Με πλησίασε αργά και άρχισε να του χαμογελάει απολογητικά ενώ εκείνος παρέμενε να με κοιτάζει εστιασμένος στην αντίδραση μου, όταν εγώ ήταν ολοφάνερο ότι ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε φωνές. Ήμουν σίγουρη άλλωστε ότι διάβαζε όλες τις κρυφές μου σκέψεις για το κοινό παρελθόν μας. Εκείνο, που γνωρίζαμε μόνο οι δύο μας τόσο καλά. Κρυφά από όλους!

Ανάμεσα σε μερικά βλέμματα μυστικής συνωμοσίας που ανταλλάξαμε ενστικτωδώς, προσπάθησα να βρω τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση και τον επαγγελματισμό μου και να αφήσω πίσω μου τα συναισθηματικά μου παραληρήματα και ας με έκανε το χαρακτηριστικό του άρωμα να τα χάνω ακόμα περισσότερο. Απέτρεψα το βλέμμα μου από το δικό του, πιάνοντας τα γυαλιά μου και τοποθετώντας τα ευλαβικά στο πρόσωπο μου. Έκατσα με περίσσια ψυχραιμία στην καρέκλα μου και εστίασα για λίγο στην οθόνη του υπολογιστή μπροστά μου θέλοντας φυσικά να κερδίσω χρόνο. Έπειτα, γύρισα το βλέμμα μου και πάλι μέσα στο δικό του. Διάβαζα τα μάτια του που έμοιαζαν σαν να μου φώναζαν το πόσο με ήθελε. Ένα αμυδρό χαμόγελο που ήταν έτοιμο να ξεπροβάλλει από τα χείλη του. Εστίασα για δευτερόλεπτα σε αυτά και αυτόματα τα ένιωσα μέσα από τη σκέψη μου επάνω στα δικά μου σαν να τα λαχταρούσα μέρες.

«Όσο αναφορά την προηγούμενη συνάντηση μας, ας την ξεχάσουμε…» Αρκέστηκα να του πω αφήνοντας ένα έντονο υπονοούμενο που ήμουν σίγουρη ότι τον έστελνε στις ερωτικές αναμνήσεις μας ή τουλάχιστον όσες είχαμε προλάβει να δημιουργήσουμε εκείνο το βράδυ. «Ίσως θα ήταν προτιμότερο να σας αναλάβει κάποιος άλλος επιχειρηματικός σύμβουλος…» Συνέχισα, θέλοντας να του δείξω ότι αναφερόμουν ξεκάθαρα στο επαγγελματικό μας κομμάτι. Είδα τα μάτια του να στενεύουν για λίγο και έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, χαμογέλασε πλατιά.

«Έχετε δίκιο… Κανένα πρόβλημα λοιπόν… Άλλωστε στην τελευταία μας συνάντηση μου επισημάνατε έναν όρο που δεν περιπλέκει τα επαγγελματικά με τα προσωπικά σας. Οπότε, μπορώ να υποθέσω ότι θέλω μετά από αυτό…» Έμεινα άναυδη να τον κοιτάζω. Η Αλέκα έμοιαζε να χάνεται μέσα στη συζήτηση μας αλλά και στον ηλεκτρισμό που επικρατούσε ανάμεσα μας.

«Καλή συνέχεια λοιπόν… Τα λέμε!» Ήταν η τελευταία του φράση λίγο πριν απομακρυνθεί και κλείσει επιδεικτικά την πόρτα πίσω του αφήνοντας με άφωνη να με έχει αγκαλιάσει το έντονο άρωμα του.

«Τον άτιμο! Είναι κούκλος!» Ψέλλισε η Αλέκα μέσα από μία έκφραση ερωτισμού που έμοιαζε να λιώνει πάνω στο πάτωμα. Γύρισε και με κοίταξε σαστισμένα. «Τι εννοούσε όταν έλεγε ότι του επισήμανες έναν όρο;»

«Τίποτα!» Ξεφύσησα και χτύπησα μέσα από μία γροθιά το χέρι μου πάνω στο γραφείο. Ένιωσα ότι είχα παγιδευτεί η ίδια μέσα σε όλο αυτό που είχα δημιουργήσει. Και ετοιμόλογος και έξυπνος! Άφρισα από οργή μέσα μου. Δύο χαρακτηριστικά που με έκαναν έξαλλη κάθε φορά που ερχόμουν αντιμέτωπη με τις καυτές απαντήσεις του. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι μέσα στο κεφάλι μου εκείνη τη στιγμή που τον είχα απέναντι μου επικρατούσε το απόλυτο κενό. Χωρίς να είμαι σε θέση να του δώσω την παραμικρή απάντηση.

«Τα λέμε…» Μουρμούρισα παραπονεμένα κοιτάζοντας την ξύλινη επιφάνεια της πόρτας μπροστά μου και η Αλέκα έκατσε στην καρέκλα μπροστά μου παίρνοντας στα χέρια της, τις δύο γόβες μου.

«Κύριος όμως… Παρά το ότι τον έχεις ρημάξει στο ξύλο… Εκείνος παραμένει ευγενικός…»

Το βλέμμα μου πυροδότησε επάνω της. Την είδα να ξεροκαταπίνει.

«Εντάξει… Μπορεί να μην τον έχεις δείρει ακριβώς αλλά και στις δύο περιπτώσεις, αν το καλοσκεφτείς… Δεν φταις εσύ… Τη μία, εκείνο το χαστούκι και τώρα οι γόβες σου του ήρθαν ουρανοκατέβατες… Έτυχε!»

*

Το μόνο που ήθελα ήταν να συναντήσω τις γάτες μου. Να παραμείνω για λίγο στην αυλή παίζοντας μαζί τους. Να με κάνουν να αποτραβηχτώ από όλες τις σκέψεις που μου τρέλαιναν το μυαλό. Ένιωσα το μέτωπο μου να καίει τη στιγμή που η ερωτική μου επιθυμία για εκείνον έμοιαζε με ότι πιο δυνατό είχε ξεκινήσει να δημιουργείται μέσα μου. Μάλωνα τον εαυτό μου ξανά και ξανά.

Άπλωνα τα χέρια μου χαϊδεύοντας τα τετράποδα μου και η αίσθηση αυτή με γαλήνευε όσο τίποτα μέσα από μία βαθιά λύτρωση. Σαν παρηγοριά μέσα στη μοναξιά μου έμοιαζαν όλα αυτά τα χρόνια. ¨Ποτέ μου δε θα σας αποχωριστώ!¨ Συλλογιζόμουν νιώθοντας ότι επικοινωνούσαμε απόλυτα. H catten άρχισε να μου γλύφει τα ακροδάχτυλα. Αυτή πρέπει να ήταν η δική της απάντηση γύρω από τις δικές μου σιωπηλές σκέψεις προς εκείνες.

«Ώρα για χαλαρό μπανάκι!» Φώναξα στον αέρα και σηκώθηκα τρίβοντας τις παλάμες μου για να αποτρέψω κάθε τρίχα που είχε κολλήσει επάνω μου. Αποτραβήχτηκα στο μπάνιο. Το σημείο όπου χαλάρωνα απόλυτα μέσα στο σπίτι μου. Γέμισα το τζακούζι με άλατα και άναψα αρωματικά κεριά τριγύρω. Μόνο εγώ γνώριζα πώς να φροντίζω απόλυτα τον εαυτό μου. Έτσι, δεν χρειαζόμουν ποτέ καμία σχέση που στην αρχή της όλα θα έμοιαζαν ιδανικά και κάπου στην πορεία ήταν δεδομένο ότι θα μεταμορφωνόταν σε μία ρουτίνα που θα με έκανε να μισήσω. Δεν ήμουν εγώ για έρωτες με ημερομηνία λήξης. Πολύ καλύτερα έτσι. Μακριά από ιδανικά αλλά απατηλά όνειρα! Όσο πιο μακριά γίνεται!

Ξεφύσησα παραμένοντας μέσα στην αρμονία των αισθήσεων που μου προκαλούσαν τα αρώματα των κεριών στο χώρο. Σφράγισα τα βλέφαρα μου και από τη σκέψη μου περνούσαν ένα σορό γνώριμα, αντρικά πρόσωπα. Τα περισσότερα πολύ κοντά στο κοντινό παρελθόν μου. Αναρωτήθηκα τι να έκαναν όλοι αυτοί; Πώς να ήταν οι ζωές τους άραγε; Ποτέ δεν με ένοιαξε να μάθω το παραμικρό για εκείνους. Ξαφνικά ένιωσα ότι η ερωτική μου ζωή ήταν ένας κατασκότεινος ουρανός με ένα σορό αστέρια τα οποία τρεμόπαιζαν μέσα από την λάμψη τους αλλά στο τέλος ένα ένα έσβηνε, αφήνοντας τον ουρανό μου να μοιάζει με ένα σκοτεινό καμβά από μία κενή ζωή χωρίς χρώμα. Στα αυτιά μου ήρθε σαν ψίθυρος η φωνή της Ανδριάνας, όταν σε μία από τις παλαιότερες συναντήσεις μας, μου επισήμανε:

«Δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ερωτευθεί… Φοβάσαι…»

Ανασηκώθηκα στη θέση μου ανοίγοντας τα μάτια μου, δημιουργώντας ένα μικρό κύμα μέσα από το νερό που με αγκάλιαζε τόση ώρα.  Όχι. Δεν ήταν δυνατόν να φοβόμουν; Για εμένα μιλούσαμε άλλωστε! Ένας άνθρωπος τόσο δυναμικός ποτέ δεν θα φοβόταν τίποτα!

Σηκώθηκα απότομα και κάπως εκνευρισμένη έπιασα την μεταξωτή πετσέτα μου ταμπονάροντας την προσεκτικά στο σώμα μου. Το βλέμμα μου έμοιαζε χαμένο στο πουθενά. Αφηρημένη όπως ήμουν πλησίασα το δωμάτιο μου και χωρίς να φιλτράρω απόλυτα τις αντιδράσεις μου άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου μου όπου μέσα υπήρχαν ένα σορό χαρτάκια με αντρικά ονόματα και τηλέφωνα. Αυτό το συρτάρι ήταν και το μοναδικό ακατάστατο σημείο μου μέσα στο σπίτι. Ίσως τελικά αυτό να ήταν και το μοναδικό ακατάστατο σημείο στην ίδια μου τη ζωή. Η ερωτική μου ζωή δεν ήταν παρά ένας σορός από τσαλακωμένα χαρτάκια.

Αφήνοντας το συρτάρι ανοιχτό δίπλα μου, λύγισα τα πόδια μου αγκαλιάζοντας τα επάνω στο κρεβάτι. Έμεινα αρκετή ώρα να σκέφτομαι πολλές από τις συζητήσεις που είχα κάνει με την Ανδριάνα κατά καιρούς μέχρι που στο τέλος δύο λέξεις έκαναν το μυαλό μου να στριφογυρνάει γύρω τους: Συναισθηματικός ευνουχισμός!

Αφού έριξα μία φευγαλέα ματιά στο συρτάρι και περιεργάστηκα με τα μάτια μου τα σκόρπια χαρτάκια μέσα του, τράβηξα κοντά μου το κινητό μου αναζητώντας στα social το προφίλ της Ανδριάνας. Με σφιγμένη καρδιά έκανα ανασκόπηση στις φωτογραφίες της αλλά εκείνη εκτός από το ότι φαινόταν τελείως ανενεργή εδώ και αιώνες, το μόνο που είχε στα άλμπουμ φωτογραφιών της ήταν περισσότερο εικόνες με αποφθέγματα για το αληθινό νόημα της ζωής. Η αλήθεια είναι ότι ένα από αυτά μου κέντρισε το ενδιαφέρον :

Ότι αγαπάμε οφείλουμε να το διεκδικούμε! Η ζωή μας είναι μία και ανήκει μόνο σε εμάς!

Ασυναίσθητα το μυαλό μου πήγε στον Μάκη. Αναστέναξα στη σκέψη του και όταν με τη ροδέλα του ποντικιού μετακινήθηκα προς τα κάτω, την είδα αγκαλιά με εκείνον να δείχνουν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι πάνω στη γη. Ένα δυνατό τσίμπημα στην καρδιά με έκανε να τα χάσω και κάπου μέσα μου να απογοητευτώ τόσο που να θέλω να τη διαγράψω από το προφίλ μου. Μία ακόμα τέτοια φωτογραφία να έπεφτε τυχαία στην αρχική μου και θα με έκανε χίλια κομμάτια. Ήμουν σίγουρη γι αυτό και ας μην το παραδεχόμουν πουθενά. Ένας κόμπος ανέβηκε σταδιακά μέχρι το λαιμό μου και όταν πάτησα με βαριά καρδιά μέσα στη φωτογραφία διαβάζοντας τα πρώτα σχόλια ένιωσα ακόμα πιο χάλια με κοντινούς φίλους τους να επιβεβαιώνουν την οικογενειακή τους ευτυχία.

«Δεσμός αίματος!» – «Πάντα ενωμένοι!» – «Τα καλύτερα παιδιά!» – «Να είστε πάντα αγαπημένοι!»

Αρνήθηκα να διαβάσω παρακάτω και αυτό γιατί τίποτα από όλη αυτή τη διαδικασία δεν με ευχαριστούσε τελικά. Έκλεισα το κινητό μου και αποδεσμεύτηκα από εκείνη τη χαοτική στιγμή που είχα επιβάλλει η ίδια στον εαυτό μου. Γιατί άλλωστε να το περνούσα αυτό; Με μία απότομη κίνηση έκλεισα μέσα στη χούφτα μου μέρος από τα χαρτάκια δίπλα μου και άρχισα να τα τοποθετώ ευλαβικά μπροστά μου. Αμέτρητα αντρικά ονόματα με αριθμούς από κάτω δέσποζαν σε λίγο πάνω στο στρώμα μου κάνοντας με να αναρωτηθώ πότε είχα προλάβει να τους γνωρίσω όλους αυτούς. Μήπως τελικά έπρεπε να βάλω λίγο φρένο; Τόσοι άντρες και κανείς δεν μου είχε ξεκλειδώσει το να τον επιθυμώ τόσο βαθιά; Γιατί έπρεπε να πέσω σε έναν απαγορευμένο καρπό; Για να σπάσω τα ερωτικά μου όρια και να αμαρτήσω; Τι μάθημα ζωής ήταν αυτό που ερχόταν τόσο ξαφνικά στην πόρτα μου; Γιατί με αυτόν τον άντρα υπήρχε έντονη ερωτική έλξη; Τόση που μου ήταν αδύνατον όταν τον ένιωθα δίπλα μου να του αντισταθώ!

Όταν πια είχα βάλει στη σειρά όλα τα χαρτάκια πάνω στο στρώμα με μαθηματική ακρίβεια την απόσταση μεταξύ τους, ένιωσα να με πιάνει απελπισία και με μία απότομη κίνηση τα έσπρωξα όλα αφήνοντας τα να διασκορπιστούν ακανόνιστα στο πάτωμα. Έκρυψα το μελαγχολικό μου πρόσωπο μέσα στις παλάμες μου και ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάματα σαν μωρό παιδί αλλά μέσα μου κρατιόμουν όσο τίποτα για να μην ξεσπάσω. Και ναι. Τα είχα καταφέρει να μην αφήσω ποτέ αυτό το δάκρυ να κυλήσει. Ο εγωισμός μου τελικά ήταν η καλύτερη άμυνα μου τώρα που τον χρειαζόμουν όσο κανέναν άλλον.

«Βλακείες!» Επισήμανα φωναχτά στον εαυτό μου πασχίζοντας να τον βγάλω από όλο αυτό το νοητό παιχνίδι που είχε ξεκινήσει ανάμεσα σε εμένα και εκείνον.

*

Όλα κύλησαν γρήγορα μέχρι τη στιγμή που έκλεισα τα μάτια μου πιο αποφασισμένη από ποτέ. Είχα τον απόλυτο έλεγχο των συναισθημάτων μου και κανείς δεν μπορούσε να μου ασκήσει καμία αλλαγή πάνω σε αυτό. Ούτε καν η δύναμη των σκέψεων μου γιατί μόλις τρύπωνε στο μυαλό μου το πρόσωπο του, έτρεχα και το απασχολούσα με οτιδήποτε έβρισκα τριγύρω. Από τις δουλειές του σπιτιού μέχρι αμέτρητα παιχνίδια με τις τριχωτές φίλες μου. Εκείνες νιαούριζαν από ευχαρίστηση και εγώ απολάμβανα κάθε τους αντίδραση μέσα από την παιχνιδιάρικη διάθεση τους. Άρα, το επόμενο πρωί ήρθε σχετικά γρήγορα, με εμένα να ακροβατώ και πάλι στην πρωινή ρουτίνα μου που τόσο απολάμβανα.

Ο αχνιστός καφές περίμενε να τον απολαύσω στον πάγκο της πανάκριβης κουζίνας μου. Τριγύρω μύριζε φρεσκάδα και καθαριότητα κάτι που ενεργοποιούσε την όρεξη μου για την ίδια τη ζωή. Σήμερα είχα πείσει από πολύ νωρίς τον εαυτό μου ότι θα ήταν μία μέρα γεμάτο αισιοδοξία και τόλμη για να ρουφήξω κάθε επαγγελματική μου δραστηριότητα. Με εμένα να χαμογελάω στον εαυτό μου μέσα από τον καθρέφτη αφήνοντας πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού μου κάθε χθεσινό προβληματισμό μου, ξεχύθηκα πιο ανέμελη από ποτέ στο δρόμο αναζητώντας το αυτοκίνητο μου. Πλησιάζοντας προς εκείνο, έτεινα το χέρι μου στους υαλοκαθαριστήρες όπου με περίμενε μία μικρή κατακόκκινη έκπληξη. Ένα τριαντάφυλλο που αρχικά με αιφνιδίασε και έπειτα με έκανε να χαμογελάσω πιο πλατιά. Το έπιασα στο χέρι μου φέρνοντας το κάτω από τα ρουθούνια μου αφήνοντας την αίσθηση της μυρωδιά του να μου χαρίσει μία πρωινή αγκαλιά. Έπειτα, τσέκαρα με το βλέμμα μου το δρόμο τριγύρω μήπως εντοπίσω κάποιο στοιχείο για αυτόν τον κρυφό θαυμαστή μου. Όπως και να έχει, μου έφτιαξε ακόμα περισσότερο τη μέρα!

Την ώρα που έκλεινα την πόρτα του αυτοκινήτου βάζοντας μπρος γύρισα και έριξα μία ματιά στο τριαντάφυλλο που είχα αφήσει πάνω στο χαρτοφύλακα μου, δίπλα, στη θέση του συνοδηγού. Μία φευγαλέα σκέψη ότι μπορεί να μου το είχε αφήσει ο Μιχάλης γινόταν όλο και πιο έντονη μέσα μου όσο διέσχιζα με ταχύτητα το δρόμο. Πράγμα που με έκανε να αλλάξω τα συναισθήματα ενθουσιασμού που είχαν δημιουργηθεί λίγο νωρίτερα και να πατάω όλο και πιο νευρικά το γκάζι.

Κατευθυνόμενη προς το γραφείο μου συνάντησα την Αλέκα να με περιμένει απέξω με έναν καφέ στο χέρι. Μου χαμογέλασε.

«Κατέβηκα να κλείσω ραντεβού εδώ πιο δίπλα σε μία μανικιουρίστα και σκέφτηκα να περάσω!» Την κοίταξα απογοητευμένη χωρίς να καταλάβω ότι εκείνη χρέωσε τη συμπεριφορά μου στην πρωινή μας απρογραμμάτιστη συνάντηση. «Αν έχεις δουλειά να φύγω…» Συνέχισε απολογητικά, συνειδητοποιώντας ότι το έλεγε για το ύφος μου. Άφησα την τσάντα πάνω στο γραφείο μου ενώ σχεδόν αμέσως έβγαλα το σακάκι μου, αφήνοντας το πλούσιο στήθος μου να εμφανιστεί μέσα από το εφαρμοστό, κατάλευκο πουκάμισο μου.

«Όχι βέβαια! Έχω λίγο χρόνο…» Αποκρίθηκα κοιτάζοντας το ρολόι στον καρπό μου επιβεβαιώνοντας ότι όντως είχα χρόνο.

«Συνέβη κάτι; Γιατί είσαι λίγο περίεργη…» Η Αλέκα με κοίταζε εξεταστικά.

«Ο Μιχάλης! Με διεκδικεί ασύστολα! Τι θα κάνω;» Η Αλέκα έμοιαζε να αλλάζει χρώμα. Αφού ξεροκατάπιε με κοίταξε σοβαρή.

«Είσαι σίγουρη;»

«Ποιος άλλος θα μου άφηνε τριαντάφυλλο στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου; Εκείνος μου έχει γίνει τσιμπούρι τον τελευταίο καιρό…» Η Αλέκα ένευσε χωρίς να μου δώσει απάντηση. Κάπως μηχανικά αναζήτησα τον σταθμό στον υπολογιστή μου όπου η πιθανότητα να ακούσω την φωνή του ήταν μεγάλη. Μία ροκ μελωδία μας έκανε να κοιταχτούμε για λίγο με την Αλέκα.

«Ξέρω τι σκέφτηκες!» Είπε και χαμογελάσαμε η μία στην άλλη.

«Ακριβώς!» Ανταπάντησα και γέλασα φωναχτά στην κοινή μας σκέψη.

«Η μπαλάντα που έπαιζε σε εκείνο το μπαρ όταν γνωριστήκαμε!» Αποκρίθηκα με φανερή νοσταλγία. Σαν δώρο μου φαινόταν που την είχα στη ζωή μου την Αλέκα. Ποιος άλλος θα με ανεχόταν μέσα στις τόσες παραξενιές μου; Το τραγούδι προς το τέλος του χαμήλωσε απότομα και αυτή η γνώριμη και ταυτόχρονα ανατριχιαστική φωνή έκανε την καρδιά μου να καλπάσει. Μόνο που αυτό που άκουγα σταδιακά, ανέβαζε τους ρυθμούς της όλο και πιο επικίνδυνα κάνοντας και τις δυο μας να κοιταχτούμε και κάπου στο τέλος βγάλαμε μία κοινή κραυγή στριγκλίζοντας.

«Ένα τριαντάφυλλο πολλές φορές είναι αρκετό για να πει όσα δεν έχουμε το θάρρος να ξεστομίσουμε… Εύχομαι το πρωινό σας ξύπνημα να μοιάζει με την χαμένη σας τόλμη που βρήκε το δρόμο της διεκδίκησης… Καλημέρα από τον Μάκη…»

 

(Αν σου αρέσει αυτή η ιστορία μη διστάσεις να αφήσεις το σχόλιο ή την αντίδραση σου! Θα χαρώ! Η συγκεκριμένη ιστορία θα ανεβαίνει πιο συχνά μέχρι την ολοκλήρωση της! Μείνετε συντονισμένοι!)

 

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ~

 

Και έπειτα από εκείνη την τόσο συγκεκριμένη αφιέρωση του, σιωπή. Η απόλυτη σιωπή που κράτησε τέσσερις ολόκληρες μέρες. Κάνοντας τη λογική και το συναίσθημα μου χίλια κομμάτια. Κάθε μέρα από τότε, σκεφτόμουν έντονα τα λόγια του μέσα από την – κατά τα άλλα – ρομαντική αφιέρωση του. Εκείνο το τριαντάφυλλο διακοσμούσε πλέον τον πάγκο της κουζίνας μου μέσα σε ένα λευκό βάζο με σκαλιστές λεπτομέρειες που θύμιζαν τουλίπες. Τα πρωινά, μου υπενθύμιζαν το λόγο που φρόντιζα μανιωδώς αυτό το λουλούδι, τοποθετώντας το από τη μία μεριά στην άλλη αναζητώντας για εκείνο τις ζεστές ακτίνες του ήλιου που θα του χάριζαν λίγες μέρες ζωής ακόμα.

Εκείνος όμως, πουθενά. Εξαφανισμένος από παντού. Ακόμα και από την ραδιοφωνική εκπομπή του στην οποία είχα γίνει φανατική ακροάτρια πλέον. Ο σταθμός έπαιζε παντού. Την ώρα που ξυπνούσα, όταν ετοιμαζόμουν για το γραφείο, στο γραφείο εν ώρα δουλειάς ακόμα και μέχρι αργά το βράδυ λίγο πριν κλείσω τα βλέφαρα μου. Και όσο και αν μέσα μου δεν ήθελα να παραδεχτώ το ερωτικό κόλλημα που είχα μαζί του, η Αλέκα έμοιαζε να με διαβάζει απόλυτα. Μπορεί να μην μου έλεγε το παραμικρό αλλά ο τρόπος που με κοίταζε ήταν εξεταστικός και κάποιες φορές προβληματισμένος, λες και αδημονούσε για να τις εξομολογηθώ τα εσώψυχα μου, τα οποία θα τις επιβεβαίωναν τις υποψίες που διατηρούσε. Σαν κλασσική εγωίστρια όμως που ήμουν, έβρισκα τρόπους να ξεγλιστράω από όποια συζήτηση ήταν έτοιμη να ξεσπάσει ανάμεσα μας για εκείνον.

Τη μέρα εκείνη ένιωσα όμως από τη μεριά της μία πίεση που με έκανε να έχω μόνιμη ταχυπαλμία.

«Εκείνος ο τύπος τι να απέγινε άραγε;» Την κοίταξα δήθεν αδιάφορα και έπειτα ανασήκωσα τους ώμους μου θέλοντας να της δείξω ότι δεν με ενδιέφερε διόλου. «Δεν σε ξανά ενόχλησε ε;» Επέμεινε και έπειτα ανακάτεψα αργά κάποια έγγραφα που είχα μπροστά μου αποτραβώντας το βλέμμα μου από το δικό της.

«Για αυτόν θα μιλάμε τώρα; Περασμένα ξεχασμένα…» Τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω σε ένα έγγραφο που υποτίθεται ότι μου κέντρισε μέσα σε δευτερόλεπτα το ενδιαφέρον.

«Έχεις δίκιο… Άλλωστε έχεις όποιον θέλεις εσύ…» Την είδα να μου χαμογελάει πλατιά χωρίς καμία ένδειξη ειρωνείας στα λόγια της. Συνειδητοποίησα ότι τελικά δεν είχε καθόλου βάση αυτή της η διαπίστωση. Ίσως ότι θέλουμε πραγματικά να μην μπορούμε καν να το έχουμε. Ούτε να έχουμε και το δικαίωμα να το πλησιάσουμε ή να το διεκδικήσουμε έστω φυσιολογικά. Σάστισα για λίγο στο κενό ανάμεσα μας.

«Σόνια! Ξύπνα!» Τσίριξε ταρακουνώντας με από το μπράτσο και έπειτα την κοίταξα κάπως αιφνιδιασμένη σαν να ξυπνούσα όντως εκείνη τη στιγμή. Με είχε ήδη ταρακουνήσει άλλωστε αρκετά. «Θα έρθεις μαζί μου για ψώνια στο εμπορικό;» Αφού την κοίταξα, αναρωτήθηκα πόσες φορές να μου είχε κάνει αυτή την ερώτηση. Σίγουρα αρκετές για να φτάσει σε σημείο να με ξανά ρωτήσει εκνευρισμένη.

«Καλύτερα όχι… Έχω να τελειώσω με κάτι εκκρεμότητες…» Μόλις με χαιρέτησε φιλώντας με γλυκά στο μάγουλο πέρασε πολύ επιδεικτικά την φούξια τσάντα της στον ώμο της και κλείνοντας την πόρτα συνέχιζε να με κοιτάζει επίμονα μέχρι και τη στιγμή που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Ξανά έκατσα αργά στην δερμάτινη καρέκλα μου κοιτάζοντας σαν χαμένη την οθόνη του υπολογιστή μπροστά μου. Περίεργο ότι ένιωθα τόση εξάντληση έτσι ξαφνικά. Αναζήτησα την ραδιοφωνική εκπομπή και πάλι αλλά για ακόμα μία φορά εκείνος δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Αναστέναξα τόσο βαριά που ένιωσα σαν να έβγαλα όλο το οξυγόνο από μέσα μου.

«Ποτέ μου δεν θα σε ξαναδώ…» Μονολόγησα και όπως χάιδεψα ασυναίσθητα την οθόνη του κινητού που ήταν δίπλα μου, άρχισε να χτυπάει κάνοντας με να αναπηδήσω. Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα μου γιατί δεν πίστευα στα μάτια μου για το ποιος με καλούσε. Άξαφνα, ένα ρίγος με διαπέρασε κάνοντας τα ακροδάχτυλα μου να τρέμουν. Μέχρι που επιτέλους μέσα μου κατάφερα να βρω τη δύναμη και να απαντήσω.

«Παρακαλώ…» Είπα κάπως βιαστικά και χαμηλόφωνα ενώ η καρδιά μου σφίχτηκε. Η φωνή της Αντριάνας από την άλλη μεριά του ακουστικού έμοιαζε ξαφνιασμένη και λίγο αργότερα απολογητική. «Συγνώμη αν σε ξύπνησα… Απλά η γραμματέας μου αρρώστησε και καλώ προσωπικά για επιβεβαίωση των ραντεβού της ερχόμενης εβδομάδας… Είχαμε κλείσει για Παρασκευή… Σωστά;»

Αμέσως η έκφραση μου σοβάρεψε και από το μυαλό μου πέρασαν χιλιάδες εικόνες της Αντριάνας και του Μάκη να φιλιούνται και να απολαμβάνουν την οικογενειακή τους ευτυχία.

«Σωστά…» Αποκρίθηκα αβέβαιη για το τι με είχε ρωτήσει μιας και δεν την πρόσεχα και σχεδόν αβίαστα βγήκε η επόμενη ερώτηση μου. «Οι κόρες σου τι κάνουν;» Η Αντριάνα κόμπιασε για λίγο. Ήταν ολοφάνερο ότι είχε αιφνιδιαστεί από την απρόσμενη ερώτηση μου. Ένα «μια χαρά» που ακούστηκε μακρόσυρτα από το στόμα της μου επισφράγισε τον αιφνιδιασμό της. Θέλοντας όμως να ολοκληρώσει την τηλεφωνική μας επαφή συνέχισε:

«Οπότε κρατάμε το εβδομαδιαίο μας ραντεβού ως έχει…» Αμέσως όφειλα να σκαρφιστώ κάτι που θα μου έδινε έστω και μία πληροφορία για την ύπαρξη του.

«Αντριάνα, πριν κλείσουμε, ήθελα να σε ρωτήσω… Όλοι καλά στο σπίτι; Τα παιδιά σου μου είπες ότι είναι μια χαρά… Ο άντρας σου;» Νομίζω ότι ο επιθετικός τόνος της φωνής μου ήταν αυτός που την αποπροσανατόλισε περισσότερο.

«… Μια χαρά είναι και εκείνος… Αλλά γιατί τόσο ενδιαφέρον;» Ανταπάντησε τρεκλίζοντας από τη σαστιμάρα της. Τι να της έλεγα τώρα εγώ που δεν είχα και πρόχειρη καμία καλή δικαιολογία;

«Σας είδα όνειρο… Που να στα λέω! Ήταν ένας φρικτός εφιάλτης! Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι μόλις είδα την κλήση σου, ταράχτηκα! Θα στο έλεγα φυσικά στο ραντεβού μας την Παρασκευή…»

Μία σταγόνα κυλούσε όλο και πιο αργά εκείνη τη στιγμή από το μέτωπο μου που με έκανε να τη νιώθω έντονα στο δέρμα μου την ώρα που κατηφόριζε προς το πιγούνι μου.

«Το υποσυνείδητο είναι αυτό που δημιουργεί τα όνειρα …» Η ορθολογική απάντηση μίας ψυχολόγου ήταν αναμενόμενη, παρόλα αυτά, κλείσαμε το τηλέφωνο γυρνώντας και πάλι στην επιβεβαίωση του ραντεβού μου. Λίγο ακόμα ήθελα και θα καταλάβαινε απόλυτα τις προθέσεις μου. Χύθηκα στην κυριολεξία επάνω στο γραφείο ενώ η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα σπάσει.

Πόσο τρελή είμαι πια για εκείνον που αρχίζω και να τον ψάχνω μανιωδώς; Ακόμα και στην γυναίκα του; Αναρωτήθηκα και έπειτα δάγκωσα τα χείλη μου όταν συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο ότι έμπλεκα σε ένα τεράστιο αδιέξοδο. Έριξα μία κλεφτή ματιά στην οθόνη του κινητού μου και έπειτα αναστέναξα. Το μόνο που ήθελα ήταν να είχα ένα μαγικό ραβδί και να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να μην τον συναντούσα ποτέ μου. Άφησα τους αγκώνες μου να ακουμπήσουν πάνω στο γραφείο και έφερα αργά τις παλάμες μου στο κεφάλι μου, έτσι ώστε τα δάχτυλα μου να πιάσουν το μέτωπο μου λες και έκανα αυτοσυγκέντρωση. Η αλήθεια είναι ότι αυτό έκανα γιατί στιγμιαία μέσα μου ο εγωισμός μου σκέπασε τις αμαρτωλές σκέψεις μου για εκείνον και ενεργοποιήθηκε ο ηθικός φραγμός μου και πάλι κάνοντας με να προσπαθώ αγανακτισμένα να κατεβάσω στην καρδιά μου όλους τους διακόπτες που είχαν γραμμένο το όνομα του. Όχι. Δεν ήταν οι διακόπτες τελικά αλλά οι παλμοί μου!

Λίγα λεπτά αργότερα, ένιωσα πολύ περήφανη για τον εαυτό μου γιατί σηκώνοντας από την καρέκλα ήμουν βέβαιη πια ότι τον είχα ξεχάσει οριστικά. Άλλωστε και το ότι δεν έδινε σημείο ζωής με βοηθούσε στο να αφήσω κάθε σκέψη που τον ακολουθούσε στο παρελθόν. Και κάθε λεπτό που περνούσε για εμένα άνηκε στο παρελθόν. Τόσο απλά.

Βγαίνοντας από το κτίριο, φούσκωσα το στήθος μου περισσότερο σαν ένδειξη δυναμισμού και βημάτισα όλο σιγουριά προς την τράπεζα που ήταν ένα τετράγωνο πιο κάτω. Τα τεράστια και πανάκριβα γυαλιά ηλίου μου, μου έδιναν όλο και περισσότερη αυτοπεποίθηση. ¨Ίσως τελικά να έπρεπε να πάω για ψώνια με την Αλέκα…¨ Συλλογιζόμουν μετανιώνοντας γιατί ενώ μου δόθηκε μία πολύ καλή αφορμή να εκτονωθώ σε shopping therapy εγώ προτίμησα να μείνω πίσω στο γραφείο μου, μόνη και έρημη μέσα στις απελπισμένες σκέψεις μου. ¨Πάει τέλειωσαν αυτά!¨ Αρκέστηκα να μαλώσω το υποσυνείδητο μου σιωπηλά ενώ βρέθηκα στην είσοδο της τράπεζας.

Την ώρα που άνοιξα την πόρτα μία παλάμη κλείδωσε το χέρι μου κάνοντας την πόρτα και πάλι να κλείσει. Γύρισα ξαφνιασμένη και με μία έντονη δόση εκνευρισμού προς το μέρος εκείνου που ένιωσα πολύ κοντά στην πίσω μεριά του σώματος μου, έμεινα άλαλη να τον κοιτάζω με τα μάτια γουρλωμένα πίσω από τους σκούρους φακούς των γυαλιών μου. Από την απότομη κίνηση μου σχεδόν άγγιξα το σώμα μου πάνω στο δικό του ενώ εκείνος ένιωσα να με αποτραβάει προς το μέρος του από την μέση απότομα. Τα πρόσωπα μας βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής, με εμένα να τα έχω χάσει εντελώς. Στο θέαμα του όμως η ταραχή έμοιαζε με ότι πιο φυσιολογικό μπορούσε να συμβεί μεταξύ μας.

«Συγνώμη αν σε τρόμαξα…» Το γλυκό του χαμόγελο με έκανε να τα χάσω ακόμα περισσότερο, την ώρα που αποτραβήχτηκα κάπως ζαλισμένη. Ένιωθα έντονα την αίσθηση του χεριού του γύρω από τη μέση μου και ας μη βρισκόταν πια εκεί. Ήμουν  σίγουρη ότι για εμένα, ο χρόνος πάγωσε σε εκείνα τα δευτερόλεπτα. Μήπως η ευτυχία τελικά είναι μονάχα μία μικρή στιγμή μέσα στο σύμπαν;

Όλα κράτησαν μερικά δευτερόλεπτα. Ακόμα και τα συναισθήματα μου που έμοιαζαν μετέωρα μέσα στην τρομάρα μου. Η μόνη αντίδραση μου χωρίς να την πολυσκεφτώ ήταν να τον πλησιάσω, απλώνοντας το χέρι μου προς το πρόσωπο του και να τον χαστουκίσω με όλη μου τη δύναμη. Τόσο που ένιωσα να πονάω και εγώ η ίδια. Εκείνος κράτησε το μάγουλο του και ενώ αρχικά μου έριξε ένα βλέμμα όλο μίσος, έπειτα έσκασε ένα χαμόγελο αφήνοντας τη βαθυγάλαζη ματιά του να βυθιστεί μέσα στη δική μου, η οποία ακόμα έτρεμε από λαχτάρα. Σύντομα όμως ανταπέδωσα με το χαμόγελο μου τις θερμές προθέσεις του.

«Πάλι ξύλο;» Ήταν το μόνο που ρώτησε με μία γλύκα στην έκφραση του που με έκανε να θέλω να πέσω στην αγκαλιά του.

«Με τρόμαξες!» Φώναξα δήθεν τρομαγμένα όταν δεν μπόρεσα να κρατηθώ σκεφτόμενη και τη δική μου αντίδραση και αμέσως ξέσπασα σε ένα πνιχτό γέλιο.

«Το ξύλο λένε βγήκε από τον … Παράδεισο…» Ξανά χαμογέλασε και άρχισε να τρίβει αργά και παιχνιδιάρικα το μάγουλο του.

«Εσύ όμως είσαι η Κόλαση μεταμορφωμένη…» Μουρμούρισα και αφού χαμήλωσα το βλέμμα μου ντροπαλά το ξανασήκωσα αργά προς το δικό του.

«Το χαστούκι ήταν επειδή σε τρόμαξα ή επειδή… χάθηκα τόσες μέρες;» Σούφρωσα εκνευρισμένη τα φρύδια μου. Μα καλά ποιος νομίζει ποια πως είναι; Φάνηκε τόσο ψώνιο στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή.

«Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό το ύφος… Οπότε καλύτερα να πηγαίνω…» Συνέχισε και αφού έκανε το πρώτο βήμα, το μέτωπο μου χαλάρωσε ευθείς ενώ τα βήματα μου τον ακολούθησαν διστακτικά.

«Μισό λεπτό μη φεύγεις πάλι… Όχι έτσι αυτή τη φορά!» Τον πρόσταξα και εκείνος γύρισε προς το μέρος μου. Έβγαλα αργά τα γυαλιά ηλίου μου. Ήθελα να κρατήσω ατόφια μέσα μου την εικόνα του.

«Μα κάθε φορά που συναντιόμαστε τυχαία, με κάποιο τρόπο με δέρνεις!» Αποκρίθηκε παιχνιδιάρικα και χαμήλωσα μετανιωμένα το κεφάλι μου. Δεν είχε και άδικο και η Αλέκα τελικά είχε απόλυτο δίκιο. Τον είχα ρημάξει στο ξύλο. Γρήγορα ξανά βγήκε στην επίθεση και αυτή τη φορά με μπλόκαρε συναισθηματικά εξολοκλήρου.

«Αν θέλεις ακολούθησε με! Μπαίνουμε στο αμάξι μου και όπου μας βγάλει! Τώρα. Όπως είμαστε!»

Τον είδα να μου γυρνάει την πλάτη και να βηματίζει αργά προς την αντίθετη μεριά του δρόμου. Κοντοστάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά αμήχανα ενώ άρχισα να τρίβω τα χέρια μου μανιωδώς. Φόρεσα ξανά τα γυαλιά μου λες και ήθελα να κρυφτώ από όλους και όλα. Έκανα ένα βήμα εμπρός και έπειτα ξανά πίσω. Τίναζα τον χαρτοφύλακα πάνω μου. Όσο όμως τον έβλεπα να απομακρύνεται από μπροστά μου, βλέποντας τον να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου του ένιωθα ότι ήθελα να τρέξω κοντά του. Μπήκε στο αμάξι του και έβαλε μπρος ενώ με κοίταζε διατηρώντας το χαμόγελο του. Προφανώς και το θέαμα να στέκω σαν κούτσουρο εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου ήταν μία εικόνα που κανείς δεν θα περίμενε ποτέ από την δυναμική και αποφασιστική Σόνια. Την ώρα που έστριψε το τιμόνι του βγάζοντας το φλας, έτοιμος να εξαφανιστεί για ακόμα μία φορά από μπροστά μου, χτύπησα με οργή την παλάμη του χεριού μου επάνω στο γοφό μου και άρχισα να τρέχω προς το μέρος του σαν πανικόβλητη. Εκείνος πάτησε απότομα φρένο και με μία κίνηση μου άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.

«Που πάμε;» Ήταν το πρώτο που τον ρώτησα όταν πέρασα βιαστικά τη ζώνη σφραγίζοντας την. Δεν γύρισε ούτε καν να με κοιτάξει. Λες και ήταν σίγουρος ότι θα τον ακολουθούσα. Πάτησε γκάζι και εγώ έμεινα να ακούω τον απότομο ήχο της μηχανής του αυτοκινήτου που έμοιαζε με έντονο μούγκρισμα. Δευτερόλεπτα αργότερα, με κοίταζε μέσα στα μάτια ενώ κατευθύνθηκε προς την εθνική οδό.

«Λοιπόν; Που πάμε; Δε θα μου πεις;» Επέμενα και ένιωθα την καρδιά μου να φτερουγίζει.

«Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα σου πω…» Απάντησε με το ίδιο χαμόγελο να ζωγραφίζεται όλο και πιο έντονα στο πρόσωπο του.

«Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν μου λες τίποτα συγκεκριμένο… Εκτός από αυτό ¨Τα λέμε!¨ Που ποτέ μετά δεν τα λέμε…» Γκρίνιαξα απογοητευμένα και ξαφνικά ένιωσα να χάνω εντελώς τον έλεγχο των συναισθημάτων μου. Κάτι που με έκανε να αναθεωρήσω για τον τόσο αυθορμητισμό μου. Έπιανα τον εαυτό μου πολλές φορές στο να μην μπορώ να τον αναγνωρίσω.

Η διαδρομή συνεχίστηκε χωρίς πολλές κουβέντες. Άνοιξα το παράθυρο και έβγαλα το χέρι μου, αφήνοντας την παλάμη μου να νιώσει έντονα την αίσθηση του αέρα όσο απομακρυνόμασταν από την Αθηνά. Ούτε εκείνος αλλά ούτε και εγώ είχαμε κανένα πρόγραμμα. Καμία σκέψη. Κανέναν προσανατολισμό για το που θα καταλήγαμε. Αν τελικά καταλήγαμε κάπου. Μπροστά μας μετά από αρκετή ώρα απλωνόταν ο καταγάλανος ουρανός και ένας λαμπερός ήλιος που σηματοδοτούσε την ώρα του μεσημεριού. Κάποια στιγμή ο Μάκης άνοιξε το ραδιόφωνο ενώ εγώ δεν έπαψα λεπτό να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια. Εκείνα τα μάτια που έκρυβαν όλες τις υποσχέσεις του κόσμου. Ήμουν σίγουρη ότι θα έβαζε τον αγαπημένο μας σταθμό.

«Αυτό τον σταθμό τον αγαπώ πολύ…» Ψέλλισα διστακτικά, ενώ πρόσταζα ταυτόχρονα από μέσα μου τον εαυτό μου να είναι πιο συγκρατημένος στις αντιδράσεις του. Η χαρά μου όμως που ταξιδεύαμε παρέα ήταν τόσο μεγάλη που δύσκολα μπορούσε να κρυφτεί κάτω από οποιαδήποτε σοβαροφάνεια.

«Και μπορώ να φανταστώ τον λόγο…» Ήταν η απάντηση η δική του λίγο πριν ανάψει τα αλάρμ και σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Γύρισε προς το μέρος μου.

«Τι θέλεις από εμένα πια;» Ρώτησα κάπως απότομα αλλά τα μάτια μου του έδειχναν ξεκάθαρα πόσο τον επιθυμούσα. Βυθίστηκα μέσα στις γαλάζιες θάλασσες των ματιών του. Έπιασε απαλά το χέρι μου από τον καρπό και αφού τον χάιδεψε αργά με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.

«Αυτή τη βόλτα μόνο…» Ο αισθησιασμός στη φωνή του έκανε την στιγμή ακόμα δυσκολότερη για εμένα που πάλευα μέσα μου με την μορφή της Αντριάνας να στριφογυρίζει σαν τεράστια απειλή απέναντι στα θέλω μου. Πλησίασε το πρόσωπο του πολύ κοντά στο δικό μου και ενώ ήμουν έτοιμη να αφεθώ σε αυτό το φιλί που επιθυμούσα τόσο καιρό, έγειρα προς τα πίσω. Τότε εκείνος έσκυψε και έφερε τον καρπό του χεριού μου κοντά στα χείλη του, φιλώντας τον απαλά. Άφησε το χέρι μου αργά πάνω στην ποδιά μου και εστιάζοντας επάνω μου, με σκότωσε μέσα από το ανεπαίσθητο χαμόγελο του την ώρα που έβαζε και πάλι εμπρός.

«Μία βόλτα στο άγνωστο και έπειτα τίποτα άλλο…» Είπε κάπως επιβλητικά αφήνοντας και πάλι την φαντασία μου να οργιάσει. Πρώτη φορά έβγαινα από το πρόγραμμα μου και όταν σταμάτησε σε μια απόμερη περιοχή πολύ πιο έξω από την Αθηνά, μπήκαμε σε έναν χωματόδρομο.

«Που πάμε;» Τον ρώτησα επίμονα, όσο εκείνος έδειχνε να γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη διαδρομή.

Λεπτά αργότερα, φτάσαμε σε ένα απομονωμένο μέρος με ένα ετοιμόρροπο κτήριο στην άκρη ενός βράχου.

«Τι είναι εδώ;» Τον ξαναρώτησα αλλά εκείνος ακινητοποίησε το αυτοκίνητο και βγήκε έξω κοιτάζοντας προς το κτήριο, περιμένοντας προφανώς να βγω. Μου άνοιξε την πόρτα σαν να με καθοδηγούσε να τον ακολουθήσω δείχνοντας μου με το ένα του χέρι τη διαδρομή.

«Θα φτάσουμε με τα πόδια μέχρι εκεί… Ελπίζω να μη χρειαστεί να πάρω στα χέρια μου πάλι τις γόβες σου;» Χαμογέλασε. Και να ήθελα να του αρνηθώ στο οτιδήποτε, μόλις άφηνε αυτό το χαμόγελο ήταν μάταιο να μπω και μόνο στη σκέψη να του πω όχι. Έβγαλα αργά τα πόδια μου με μία κίνηση που ξεχείλιζε από θηλυκότητα, ενώ τον κοίταζα χαμογελώντας. Εκείνος άπλωσε το χέρι του λες και εγώ κλείδωσα την παλάμη μου στη δική του μήπως και καταφέρω να σηκωθώ.

«Δεν έχω ιδέα που πάμε… Τόση ώρα προσπαθώ να σου πάρω μία λέξη και εσύ…» Αποκρίθηκα κάπως θιγμένη για τη στάση του στο να με αφήνει στους προβληματισμούς μου και την ώρα που σηκώθηκα από το κάθισμα μου κλείνοντας δυνατά την πόρτα, υποκρίθηκα ότι είχα νευριάσει μαζί του. Σταύρωσα τα χέρια μου και εκείνος τράβηξε προς το μέρος του το δικό του χέρι θέλοντας να δει τις προθέσεις μου.

«Δεν έρχομαι μαζί σου αν δεν μου πεις που είμαστε… Και τι είναι ακριβώς αυτό το κτήριο στη μέση του πουθενά;»

Αντί για απάντηση, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο μετά το μικρό μου ξέσπασμα τον είδα να μου γυρνάει την πλάτη και να κατευθύνεται προς εκείνο το κτήριο. Άφρισα από τα νεύρα μου στην κυριολεξία, όσο εκείνος βάδιζε ατάραχος χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Κοίταξα ολόγυρα μου τις λακκούβες που υπήρχαν στον χωματένιο δρόμο και τις τεράστιες πέτρες που δέσποζαν δεξιά και αριστερά μου. Ήταν δυνατόν να με αφήσει πάνω στις θεόρατες γόβες μου να βαδίσω μόνη μου σε έναν τέτοιο δρόμο; Με κοφτά βήματα ενώ πάλευα να ισορροπήσω προσπαθούσα να κατευθυνθώ προς το μέρος του ενώ την ώρα που του φώναζα εκείνος ήταν σε απόσταση πια και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες σφυρίζοντας αδιάφορα.

 

*

 

Όταν με δυσκολία μετά από μερικά λεπτά κατάφερα να φτάσω στο κτήριο, τράβηξα την ξύλινη ετοιμόρροπη και σκουριασμένη βαριά πόρτα, κοιτάζοντας διστακτικά προς το εσωτερικό της.

«Γεια σου κυρά μου!»

Μία γέρικη φωνή ακούστηκε από το πουθενά και μία φιγούρα ενός κοντόσωμου άντρα, κοκκαλιάρη με ένα παχύ, λευκό μουστάκι ξεπρόβαλλε μέσα από το μισοσκόταδο μιας εσωτερικής πόρτας. Κάτι σαν τσιτσίρισμα λαδιού ακουγόταν έντονα από το βάθος στο σκοτεινό φόντο.

«Σε περιμένει ο άντρας σου έξω στην αυλή μου… Καθίστε και εγώ θα σας φέρω ότι έχω πρόχειρο να τσιμπολογήσετε…»

Αρκέστηκα στο να σκάσω ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Άκου άντρας μου! Ούτε καν! Σε εμένα μιλούσε άλλωστε! Ορκισμένη εργένισσα μέχρι το κόκκαλο!

Ούτε και καταλάβαινα τι σήμαιναν όλα αυτά φυσικά. Βημάτισα αργά προς το εσωτερικό παρατηρώντας τα πάντα γύρω μου. Παραπάτησα κάποια στιγμή και γέρνοντας το κεφάλι μου προς το πάτωμα συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν και πατώματα που έμοιαζαν με ενωμένα βράχια. Ο γεράκος με κοίταξε από την άκρη της πόρτας.

«Βγάλε αυτούς τους διαόλους γιατί θα στραμπουλήξεις τα πόδια σου στο τέλος… Ήσουν αστεία από το παράθυρο που σε έβλεπα να έρχεσαι… Νόμιζα ότι θα κάνεις έναν αιώνα για να φτάσεις ως εδώ… Και σου ψήνω κολοκυθοκεφτέδες… Κρίμα να παγώσουν!»

«Τι εννοείται;» Τον ρώτησα ενώ ακούμπησα με δυσκολία το χέρι μου σε κάτι στοιβαγμένα τραπέζια που ήταν μέσα στη σκόνη. Αυτό το μέρος άλλωστε περισσότερο με αποθήκη έμοιαζε. Άσε που διατηρούσα από την αρχή τη σκέψη ότι βρισκόμουν σε έναν χώρο γεμάτο από ποντίκια.

«Τι εννοώ; Βγάλε τα παπούτσια σου να είσαι πιο άνετα…»

«Τα παπούτσια μου;» Γούρλωσα τα μάτια μου.

«Και βέβαια! Αφού σε δυσκολεύουν… Δεν το βλέπεις;»

Κοίταζα μία τα πόδια μου και μία τον γεράκο που έτριβε το ένα του χέρι μέσα στην ποδιά του.

«Και να μείνω ξυπόλυτη; Εγώ;»

«Και τι έγινε;»

Αναστέναξα όσο στριφογύριζα τις κόρες των ματιών μου. Που να του εξηγούσα του γεράκου ότι εγώ με δυσκολία έμενα κάποιες φορές ξυπόλυτη στο σπίτι μου που άστραφτε και από καθαριότητα. Κοιτούσες το πάτωμα και καθρεφτιζόταν το πρόσωπο σου. Όχι όπως εδώ που ήμουν σίγουρη ότι είχε να καθαριστεί αυτό το πάτωμα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

«Θα τα καταφέρω…» Είπα κάπως απότομα στο τέλος και του γύρισα την πλάτη ενώ βάδιζα αργά σαν χελώνα μέχρι τη μπαλκονόπορτα όπου ήταν και η μοναδική διέξοδος εκεί μέσα. Προς έκπληξη μου όμως, μόλις έφτασα εκεί, διαπίστωσα ότι αυτό που είχε φτιάξει εκείνος ο γεράκος ήταν ένας επίγειος Παράδεισος. Μία αυλή, που έμοιαζε με κοινόχρηστο χώρο. Περιποιημένη τόσο πολύ που θα μπορούσα να μείνω για πάντα εκεί πέρα. Μερικά τραπέζακια τριγύρω, βαμμένα σε διαφορετικά φανταχτερά χρώματα με αντίστοιχες ξύλινες, παλιές καρέκλες. Ολάνθιστες γλάστρες τριγύρω και η ατμόσφαιρα μοσχοβολούσε από τις μυρωδιές των λουλουδιών. Μπλέκονταν μαζί τους η μυρωδιά του βασιλικού και της λεβάντας. Απόλαυσα κάθε στιγμή από τη στιγμή που αντίκρισα αυτό το μικρό αριστούργημα που έμοιαζε με μικρογραφία Παραδείσου.

Στην άκρη της αυλής με περίμενε πλάτη εκείνος. Το βλέμμα του δεν στράφηκε λεπτό προς το δικό μου. Παρέμεινε ευθεία μπροστά να απολαμβάνει το θέαμα των πράσινων δέντρων ενώ μερικά από τα κλαδιά τους αγκάλιαζαν σχεδόν ευλαβικά τα κάγκελα της αυλής που ήταν τριγύρω σε μπρούτζινο χρώμα.

Έκανα το πρώτο βήμα αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα ότι αυτή η διαδρομή με τις γόβες ήταν ανυπόφορη. Δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι θα κατάφερνα να φτάσω μέχρι το τραπέζι όπου με περίμενε εκείνος.

«Σου είπα… Βγάλτα…» Ακούστηκε ξανά η γέρικη φωνή την ώρα που με προσπερνούσε κρατώντας δύο παλιού τύπου πήλινες πιατέλες γεμάτες με κολοκυθοκεφτέδες. Τον κοίταξα όσο άφηνε τις πιατέλες πάνω στο τραπέζι και χαμογελούσε στον Μάκη γιατί προφανώς του έλεγε ότι δεν θα έφτανα ποτέ. Θύμωσα τόσο με τη στάση τους που πήρα μία βαθιά αναπνοή και αφού τράβηξα το βλέμμα μου από το πάτωμα, κοίταξα τα πόδια μου. Λύγισα το ένα πόδι μου στο πλάι βγάζοντας τη μία γόβα μου και λίγο πριν ακουμπήσω την άκρη του δαχτύλου μου στο βρώμικο πάτωμα της αυλής, έκλεισα τα μάτια μου στρέφοντας το πρόσωπο μου προς τον ουρανό λες και προσευχόμουν. Λίγο αργότερα, η αίσθηση του παγωμένου τσιμέντου πάνω στις γυμνές πατούσες μου είχε γίνει «ένα» με τη σκέψη ότι χρειαζόμουν αποστείρωση.

«Τι είναι όλα αυτά;» Κάθισα αργά απέναντι του ενώ εκείνος άρχισε να μου σερβίρει. Στο πιάτο μου υπήρχε ότι πιο ανθυγιεινό εκείνη τη στιγμή. Ένας κολοκυθοκεφτές που πρέπει να είχε κάνει μακροβούτη λίγο πιο πριν, στον ωκεανό του λαδιού. Καμία απάντηση από εκείνον.

«Δεν τα τρώω αυτά!» Αποκρίθηκα θυμωμένα και εκείνος μου χαμογέλασε. «Και δεν θέλεις να κάνεις σήμερα μία εξαίρεση από την ζωή σου;» Με ρώτησε επιτέλους μετά από τόσα λεπτά σιωπής.

«Δε θυμάμαι να ζήτησα κάτι τέτοιο…» Μούγκρισα γιατί ένιωσα ότι έχανα τον καιρό μου μέσα σε όλο αυτό που είχε ξεκινήσει από το πουθενά.

«Γιατί δεν χαλαρώνεις λίγο; Καμιά φορά δεν χρειάζεται να ζητήσουμε κάτι… Καλό είναι να μην προσβάλουμε τον άλλο σε αυτά που μας προσφέρει απλόχερα…» Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου κρατώντας το πιρούνι του ενώ είχε τσιμπήσει έναν ακόμα κολοκυθοκεφτέ. Το πήρα στο χέρι μου και του έριξα μισό, αγριεμένο βλέμμα. Περιεργάστηκα τον μεζέ και αυτόματα έκανα εικόνα να τον ψήνουν μέσα σε μία λίμνη από λάδι.

«Τι θέλεις από εμένα πια;» Ξεφύσησα απογοητευμένη και ξαφνικά ένιωσα ότι όλα αυτά ήταν έξω από τα νερά μου. Ένιωθα αποσυντονισμένη.

«Σου είπα. Μία απλή βόλτα… Τίποτα περισσότερο…»

«Δεν μου αρέσουν όλα αυτά…» Αποκρίθηκα αβέβαιη.

«Είχες την επιλογή να μην με ακολουθήσεις… Τώρα θα υποστείς τις συνέπειες…» Μου έσπαγε τα νεύρα που πάντα είχε μία απάντηση για όλα.

«Δεν έχω δικαίωμα να μετανιώσω δηλαδή;» Εκείνος σταμάτησε να μασάει. Με κοίταξε πολύ σοβαρός. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του.

«Και βέβαια έχεις αυτό το δικαίωμα. Μπορείς να μετανιώσεις όσες φορές θέλεις…» Χαμογέλασα σαν ένδειξη ικανοποίησης. Περίμενα ότι θα μου έλεγε ότι θα με γυρνούσε πίσω μετά το γεύμα του. Σε αντίθεση με αυτό που περίμενα όμως εκείνος με γείωσε για ακόμα μία φορά. «Απλά δεν με αφορά… Γιατί εγώ θα συνεχίσω να κάνω αυτή τη βόλτα μαζί σου και έπειτα το τι σκέψεις θα κρατάς εσύ είναι δικό σου θέμα…»

Τον κλώτσησα κάτω από το τραπέζι ενώ εκείνος με ένα δυνατό επιφώνημα με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια από πόνο.

«Μου ξέφυγε…» Χαμογέλασα ειρωνικά και ένιωθα το στομάχι μου να φλέγεται από πείνα. Άρπαξα στην κυριολεξία το πιρούνι με τον καρφωμένο κολοκυθοκεφτέ και τον έφερα μέχρι την άκρη των χειλιών μου δαγκώνοντας τον πολύ προσεκτικά στην άκρη.

«Αυτό δηλαδή τρώγεται;» Μία έκφραση αηδίας ζωγραφίστηκε σταδιακά στο πρόσωπο μου.

«Έχεις δίκιο! Δεν είναι και πολύ νόστιμος έτσι…» Έκλεισε τα δάχτυλα του μέσα στο στόμα του και άρχισε να σφυρίζει. Τον κοίταζα με το στόμα ανοιχτό. Ο γεράκος ξεπρόβαλλε από την μπαλκονόπορτα.

«Κυρ Ανέστη! Για φέρε αυτό που είπαμε στη δεσποινίς από εδώ…» Χαμογέλασε και μετά το «έφτασεεεε» του κυρ Ανέστη εκείνος συνέχισε να απολαμβάνει το γεύμα του. Όσο ο γεράκος πλησίαζε με ένα μπολ προς το μέρος μου τόσο ένιωθα ότι το εγκεφαλικό ερχόταν σταδιακά. Άφησε το μπολ μπροστά μου και εγώ συνέχιζα να μένω ανέκφραστη στο υπερθέαμα που είχε έρθει για να ολοκληρώσει το γευστικό στολισμό αυτού του τραπεζιού.

«Τζα-τζίκι; Θα φάω εγώ τζατζίκι; Ας γελάσω!» Κάγχασα και τίναξα το πιρούνι με τον κολοκυθοκεφτέ μπροστά μου. Ώσπου τον είδα να απλώνει το πιρούνι του και να φέρνει μία τεράστια μπουκιά στο στόμα του καταβροχθίζοντας την. «Τώρα αν φας και εσύ δεν θα σου μυρίζω… Αυτό είναι το μυστικό. Να τρώνε και οι δύο!» Έσπρωξα την καρέκλα μου λίγο πιο πίσω αηδιασμένη.

«Κάποια παρεξήγηση έχει γίνει εδώ!» Αποκρίθηκα αφήνοντας τον τόνο της φωνής μου να ξεφύγει κάπως στο τέλος. «Δεν έχω καμία σχέση εγώ με όλα αυτά και η αλήθεια είναι ότι θέλω να σεβαστείς την απόφαση μου ότι επιθυμώ να γυρίσω στο γραφείο μου… Θα περιμένω να ολοκληρώσεις το γεύμα σου…»

Όση ώρα εκείνος έπινε το κρασί του συνέχιζε να χαμογελάει όλο ευχαρίστηση.

«Ότι πείτε…» Απάντησε και ήπιε μονορούφι την τελευταία του γουλιά, λέγοντας ευγενικά στον γεράκο να του γεμίσει μία κανάτα ακόμα.

«Λίγο κρασάκι έστω;» Γέμισε ένα ποτηράκι και το έσπρωξε προς το μέρος μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια όσο ένιωθα ότι αυτό το παιχνίδισμα μεταξύ μας με τα βλέμματα δεν είχε σταματήσει λεπτό παρά τις παρεμβολές από την όλη κατάσταση.

«Δεν μου αρέσει το κρασί…»

«Υπάρχει κάτι που να σου αρέσει; Πέρα από το να γκρινιάζεις για όλα;»

Ήταν μάταιο να απαντήσω σε μία διαπίστωση που δεν με χαρακτήριζε. Ούτε καν με γνώριζε. Πως μπορούσε δηλαδή να βγάλει αυτό το συμπέρασμα για εμένα; Χα!

«Ένας από τους δυο μας πρέπει να μείνει αποτοξινωμένος από αυτή την περιπέτεια. Άλλωστε κάποιος δεν πρέπει να οδηγήσει;»

«Καλό το κόλπο για την δικαιολογία του αυτοκινήτου αλλά δεν πιάνει σε εμένα… Γιατί δεν παραδέχεσαι ότι φοβάσαι μη μεθύσεις και φανερώσεις τα πραγματικά αισθήματα σου για εμένα;»

Εξοργίστηκα τόσο πολύ εκείνη τη στιγμή που χτύπησα το χέρι μου πάνω στο ξύλινο τραπέζι κάνοντας τα πιάτα τριγύρω να ανασηκωθούν. Τον κοίταξα απειλητικά μέσα στα μάτια ώσπου έπιασα το ποτήρι και ήπια το κρασί μονορούφι. Μία σπίθα ξέσπασε από το βλέμμα μου.

«Για να σου αποδείξω ότι αυτά που σκέφτεσαι είναι μόνο στην αρρωστημένη φαντασία σου! Δεν επιθυμώ τίποτα απολύτως από εσένα! Δεν με αφοράς σαν άτομο!» Το τσιριχτό γέλιο του με έκανε να πιάσω την κανάτα και να γεμίσω ξανά το ποτήρι. Εκείνος πλησίασε πολύ κοντά το πρόσωπο του στο δικό μου.

«Παραδέξου ότι είσαι μία κότα! Δειλή! Που δεν μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματα της… Ούτε καν μία κανάτα κρασί!»

«Εγώ; Εγώ πίνω μπουκάλια βότκες και δεν με πειράζουν! Συνεχίζω και έχω τον απόλυτο έλεγχο σε όλα!» Τσίριξα και ξανά ήπια μονορούφι το κρασί.

«Κυρ Ανέστη… Φέρε μας και άλλο γιατί το κορίτσι απόψε θέλει θάλασσα… και εγώ χατίρι δεν του χάλασα…»

Ο κυρ Ανέστης αφού μας έφερε ακόμα μία κανάτα κρασί, τοποθέτησε ένα μικρό ραδιοφωνάκι στην αυλή δίπλα μας και έπιασε έναν σταθμό με παλιά λαϊκά. Τραγούδια σβησμένο από το χάρτη του μυαλού μου.

Στο τέταρτο ποτήρι που ήπια μονορούφι άρχισα να ζεσταίνομαι απότομα. Όση ώρα εκείνος συνέχιζε να με προκαλεί με το βλέμμα και τα λόγια του για να συνεχίσω να πίνω, εγώ ένιωθα να επικρατεί ξαφνικά μέσα στο κεφάλι μου μία ζάλη.

«Ήθελες να πιω για να με εκμεταλλευτείς… Παραδέξου το!» Σφράγισα το στόμα μου όταν ένας ανεξέλεγκτος λόξιγκας έφτασε μέχρι τα χείλη μου από το πουθενά. Μέσα στην κοιλιά μου γίνονταν μεθυστικές αναταράξεις. Αλλά όχι. Με τίποτα δεν θα το παραδεχόμουν και πόσο μάλλον σε εκείνον.

«Για να σου σταματήσει ο λόξιγκας πρέπει να φας λίγο τζατζίκι…» Μου είπε κάποια στιγμή σοβαρός όσο ο λόξιγκας είχε γίνει μία συνεχόμενη ρυθμική μελωδία μέσα από το στομάχι μου.

«Αλήθεια;» Τον ρώτησα σκεφτόμενη ότι ήταν πιο πιθανό να μπω στο καζάνι της Κόλασης και να σιγοβράσω παρά να φάω αυτό το γιαουρτοσκόρδιον. Ήταν τόσο επίμονος όμως που τα νεύρα μου είχαν αρχίσει ήδη να διαλύονται και να φτάνω στα όρια της παράνοιας. Ώσπου κράτησα την άκρη του πιρουνιού μου με μία γερή δόση τζατζικιού κοιτάζοντας το προβληματισμένη.

«Άντε ντε! Μην το σκέφτεσαι…» Ήταν τόσο γλυκός μέσα από την παρότρυνση του που χωρίς δεύτερη σκέψη έχωσα το πιρούνι μέσα στο στόμα μου. Έκρηξη σκόρδου έγινε στον ουρανίσκο μου και εγώ άρχισα να πίνω νερό μονορούφι κάνοντας την αίσθηση ακόμα χειρότερη.

Φυσικά ο λόξιγκας δεν πέρασε ποτέ. Ο Μάκης συνέχισε να χαχανίζει κάθε τρεις και λίγο και εγώ κάτω από το τραπέζι κουνούσα όλο και πιο ρυθμικά και εκνευρισμένα το πόδι μου. Είχα γείρει το κεφάλι μου ακουμπώντας το πάνω στο χέρι μου και τον κοίταζα όσο πιο ξενερωμένα νόμιζα ότι ένιωθα. Ήταν φορές που η γοητεία του με παρέσερνε και με έκανε να ξεχνάω ακόμα και την έντονη αίσθηση σκόρδου στη γλώσσα μου. Άλλες πάλι, ήθελα να τον πλακώσω στα χαστούκια. Ούτε και η ίδια δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα να του κάνω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι εκείνη η μέρα ήταν τελικά η πιο διαφορετική μέρα της ζωής μου… και είχε έρθει από το πουθενά!

 

 

~ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ~

 

«Έτσι κάνουν οι νιόπαντροι… Τρώγονται σαν τα κοκόρια και τα βλέμματα τους στάζουν σορόπια…» Ο γερό Ανέστης απομακρύνθηκε από κοντά μας αφού πρώτα χτύπησε ελαφρά τον ώμο του Μάκη. Μέσα από ένα μικρό κύμα λόξιγκα επικρατούσε μία θολούρα στα μάτια μου που με έκανε να τον βλέπω διπλό όσο πλησίαζε την μπαλκονόπορτα αργά, ώσπου χάθηκε τελείως για ακόμα μία φορά.

«Νιόπαντροι;» Τον ρώτησα με ένα επιφώνημα απορίας που σκιαγραφούσε την τραγικότητα που μου προκαλούσε και μόνο η ιδέα αυτή. Η αλήθεια είναι ότι όντως είχα ανατριχιάσει και μόνο στην ιδέα. Ο Μάκης αφού έφαγε την τελευταία του μπουκιά, άφησε αργά το πιρούνι του στο πιάτο και περιεργάστηκε για λίγο την αντίδραση μου. Σαν να ήταν δεδομένο ότι για εκείνον ήμασταν νιόπαντροι.

«Ηρέμησε… Κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό…» Ξέσπασα σε βροντερά γέλια που με έκαναν να δακρύσω. Η σιγουριά του τσάκιζε κόκκαλα. Εκείνος συνέχιζε να με κοιτάζει ανέκφραστος με την απόλυτη ηρεμία του προσώπου του που ήταν σαν να μου φώναζε ¨χαστούκισε με ξανά¨. Το έντονο χρώμα των ματιών του μου προκαλούσε όμως ηλεκτρισμό. Αμέσως ανασκουμπώθηκα και το χαιρέκακο γέλιο μου έσβησε πάνω στην εικόνα της Αντριάνας. Είχε και θράσος άλλωστε να υποτιμάει τόσο την νοημοσύνη μου ενώ γνώριζα ότι ήταν ήδη παντρεμένος.

«Πως τολμάς;» Κατάφερα να του πω στο τέλος με τα μάτια μου πλέον υγρά. Δεν ξέρω αν μπορούσα να χρεώσω αυτή μου την αντίδραση στο κρασί που έπινα τόση ώρα μονορούφι ή στο ότι όντως δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω το πόσο θρασύς ήταν τελικά. Εκείνος με κοίταζε παγωμένος κρατώντας το ποτήρι με το κρασί στο ένα του χέρι.

«Όλοι ίδιοι είστε!» Κλαψούρισα μέσα στη ζάλη μου έτοιμη να χυθώ παραδομένη πάνω στην καρέκλα. «Παντρεμένοι – ανύπαντροι! Με την πρώτη ευκαιρία το μόνο που επιθυμείτε είναι να μας ρίξετε στο κρεβάτι!» Τα μάτια μου ήταν έτοιμα να ξεσπάσουν σε καυτά δάκρυα. «Υπόσχεστε την αιώνια αγάπη και αφοσίωση σε μία γυναίκα και έπειτα! Όλα σβήνουν μπροστά στις … Ορέξεις σας! Αχόρταγα ζώα! Αυτό είστε!» Τσίριξα παραπονεμένα κάπου στο τέλος ενώ μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι ο λόξιγκας είχε οπισθοχωρήσει για τα καλά. Ο Μάκης με κοίταζε σιωπηλός. Σιωπηλός και πιο σοβαρός από ποτέ. Τα μάτια του έκαιγαν μέσα στην απογοήτευση των δικών μου ματιών. Άπλωσε το χέρι του αργά θέλοντας να σκεπάσει το δικό μου. Οι κόρες των ματιών μου ακολούθησαν την πρόθεση του επάνω στο τραπέζι και μόλις ένιωσα τα ακροδάχτυλα του να με αγγίζουν, τράβηξα απότομα το χέρι μου προς το στήθος μου σκεπάζοντας ασυναίσθητα με την παλάμη μου το μέρος της καρδιάς μου σαν να την αγκάλιαζα απαλά.

«Είσαι παντρεμένος και ξεδιάντροπος!» Του είπα αργά ενώ είχε σαστίσει επάνω μου. «Θέλω να με πας πίσω στο γραφείο μου και να μην σε ξαναδώ ποτέ μου! Δεν ήθελα καμία επαφή μαζί σου εγώ!» Αφού στένεψε το βλέμμα του κοιτάζοντας με επίμονα, αναστέναξε και έπειτα χαμήλωσε αργά το κεφάλι του. Έβαλε το χέρι του αποφασιστικά μέσα στην τσέπη αφήνοντας εκατό ευρώ επάνω στο τραπέζι και έπειτα σηκώθηκε αργά αρχίζοντας να απομακρύνεται προς την έξοδο.

«Θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο…» Ήταν το μόνο που είπε με γυρισμένη πλάτη και χάθηκε από μπροστά μου. Για μερικά δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα πως θα μπορούσα να βηματίσω μέχρι το αυτοκίνητο. Έριξα ένα βλέμμα στις γόβες μου και έπειτα ξεφύσησα μελαγχολικά. Τις πήρα στα χέρια μου και την στιγμή που σηκώθηκα όλα στριφογύρισαν κάπως απότομα γύρω μου, πράγμα που με έκανε να ξανά καθίσω μεμιάς.

«Όλα εντάξει;» Αποκρίθηκε ο γεράκος κάπως ευδιάθετος. Πρόδιδε ότι δεν είχε καταλάβει το τι είχε συμβεί ακριβώς. Κούνησα αδιάφορα τους ώμους ενώ έγειρα κάπως μελαγχολικά το βλέμμα μου προς εκείνον.

«Δεν μπορείς να σηκωθείς, ε;» Συνέχισε ενώ εγώ του ένευσα καταφατικά. «Έλα! Σήκω… Θα σε πάω μέχρι το αυτοκίνητο… Μόνο που θα λερώσεις τα πόδια σου με χώματα μέχρι να φτάσουμε εκεί!» Η φωνή του μου απέπνεε σιγουριά. Έκανα εικόνα τις βρώμικες πατούσες μου και έβγαζα φλύκταινες και μόνο στη σκέψη αυτή. Προσπάθησα να σηκωθώ αργά και εκείνος αφού με πλησίασε, πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση μου και με αγκάλιασε, κρατώντας με, με το άλλο του χέρι από την μία μου παλάμη. Αρχίσαμε να βηματίζουμε αργά και με προσοχή.

«Μη σκας! Όλα τα ζευγάρια τσακώνονται… Σημασία έχει να μην κρατάτε κακία ο ένας στον άλλον… Να σας περνάει…» Και εγώ που νόμιζα ότι ο γεράκος δεν είχε καταλάβει τον καυγά μας. Πόσο λάθος έκανα τελικά! Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν ήμασταν παντρεμένοι. Ούτε καν ζευγάρι. Δεν ήμασταν τίποτα δηλαδή. Και θα συνεχίζαμε να είμαστε το απόλυτο τίποτα μετά τις τελευταίες μου κουβέντες.

Όταν με δυσκολία καταφέραμε να φτάσουμε μέχρι το αμάξι, ο κυρ Ανέστης άνοιξε την πόρτα και μας αποχαιρέτησε εγκάρδια. Έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι του παραθύρου την ώρα που τον έβλεπα από μακριά να χάνεται όσο είχε υψώσει το χέρι του να μας αποχαιρετήσει.

Σε λίγο αφεθήκαμε στο γκρι δρόμο που απλωνόταν μπροστά μου από την εθνική οδό και ο Μάκης παρέμεινε σιωπηλός μέχρι τη στιγμή που με άφησε μπροστά από το γραφείο μου. Η ζάλη μου ήταν τόσο έντονη που ούτε που είχα καταλάβει πότε με είχε πάρει γλυκά ο ύπνος με εκείνο το ζεστό αεράκι να ανεμίζει κάθε τρεις και λίγο από το ανοιχτό παράθυρο τις τούφες των μαλλιών μου όσο οι μπούκλες μου είχαν πέσει χυτές πάνω στο πλούσιο ντεκολτέ μου.

«Φτάσαμε;» Ρώτησα μόλις άνοιξα τα μάτια μου αργά διατηρώντας μία θολούρα και έναν πονοκέφαλο που με έκανε να κρατήσω το μέτωπο μου. Καμία απάντηση από εκείνον. Άνοιξα την πόρτα διστακτικά και λίγο πριν εξαφανιστώ από μπροστά του γύρισα προς το μέρος του: «Δεν θα μου πεις τίποτα;»

Έστρεψε το βλέμμα του μέσα στο δικό του. Ένα μικρό φτερούγισμα ένιωσα στο σημείο της καρδιάς. Από εκείνα που έρχονται να σου ταράξουν όλο τον εσωτερικό σου κόσμο. Η οπτική μας επαφή κράτησε μονάχα μερικές στιγμές αλλά ίσως να ήταν και ότι πιο ουσιαστικό είχα βιώσει στη ζωή μου μέχρι τότε. Χαμήλωσε το βλέμμα αργά και έπειτα ξανά ανηφόρισε αναζητώντας το δικό μου. Ένιωσα ότι είχε τόσα πολλά να μου πει αλλά αρκέστηκε στο να κλείσει αυτή τη βόλτα πολύ τυπικά.

«Σ ευχαριστώ για αυτή τη βόλτα που μου χάρισες… Να είσαι σίγουρη ότι δεν πρόκειται να σε ξανά ενοχλήσω… Άλλωστε αυτό ζήτησες και εσύ…» Είπε κομπιάζοντας. Έγειρα το σώμα μου προς τα μπρος έτοιμη να αφεθώ στο να διεκδικήσω το τελευταίο φιλί και ας ένιωθα στη γλώσσα μου την έντονη γεύση του τζατζικιού που απεχθανόμουν. Αμέσως όμως το μετάνιωσα τραβώντας την πόρτα του συνοδηγού και βγαίνοντας τελικά έξω. Παραπατώντας ξυπόλυτη με τις γόβες μου στο χέρι, έψαχνα τα κλειδιά του γραφείου μου ενώ το τελευταίο μου βλέμμα πριν μπω μέσα, έπεσε στο αυτοκίνητο του που είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά. Σαν κυνηγημένη ένιωθα να φεύγω από κοντά του. Λες και ήθελα μανιωδώς να κρυφτώ από εκείνον αλλά και τα αλλεπάλληλα συναισθήματα που με κατακεραύνωναν.

Ο ήχος της πόρτας όταν έκλεισε πίσω μου ένιωσα να κάνει αντίλαλο στην καρδιά μου. Άφησα το κεφάλι μου να χτυπήσει ελαφρά στην ξύλινη επιφάνεια της τη στιγμή που σφράγισα τα βλέφαρα μου με μία έντονη αίσθηση θλίψης. Άνοιξα αργά τα μάτια μου και πέταξα μακριά τα κλειδιά και τις γόβες μου στο πάτωμα. Όλα σκορπίστηκαν τριγύρω και εγώ ξεφύσαγα αμετακίνητη.

«Πάει! Τελείωσε! Και έκανες το σωστό Σόνια…» Ψιθύρισα και έσυρα τα λερωμένα πόδια μου επάνω στο αστραφτερό πλακάκι κατευθυνόμενη προς την δερμάτινη καρέκλα μου. Χύθηκα μέσα της νοσταλγικά σαν να ήθελα να με αγκαλιάσει κάποιος και αφού ακούμπησα τα χέρια μου πάνω στο γραφείο μου, έγειρα το σώμα μου τοποθετώντας το κεφάλι μου επάνω τους. Όλα ξαφνικά είχαν σβηστεί από τη σκέψη μου. Το πόσο γρήγορα είχα αποδεσμευτεί από όλο αυτό με έκανε να νιώσω κάπως καλύτερα, παρά την ζάλη που ένιωθα. Το μόνο που διατηρούσε η καρδιά μου σαν φλόγα αναμμένη ήταν το τελευταίο βλέμμα του. Τίποτα περισσότερο. Το σωστό όμως ήταν να βάλω εγώ τέλος στο συγκεκριμένο αδιέξοδο. Ήταν καιρός να γυρίσω στην παλιά Σόνια. Εκείνη που δεν είχε ποτέ κανένα συναισθηματικό δέσιμο με κανέναν και ένιωθε ασφαλής και δυνατή μέσα από τις επιλογές της. Τα βλέφαρα μου έπεσαν βαριά σκεπάζοντας αργά κάθε τι που απορροφούσε το οπτικό μου πεδίο τριγύρω και εγώ – για πρώτη φορά στη ζωή μου – βυθίστηκα σε έναν βαθύ ύπνο πάνω στο γραφείο μου. Έτσι και αλλιώς το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να λυτρωθώ από την σκληρή πραγματικότητα που χαράκωνε κάθε κύτταρο μου σαν κοφτερή λεπίδα.

*

Και η αλήθεια είναι ότι πάντοτε έρχεται μία επόμενη μέρα να σου υπενθυμίσει περίτρανα ότι κάποια γεγονότα μένουν και παραμένουν στο παρελθόν. Όπως εκείνο το πρωινό που με βρήκε με έντονο πονοκέφαλο. Άνοιξα τα βλέφαρα μου χαράματα και όταν αντιλήφθηκα ότι είχα υπερβεί τα όρια που είχα θέσει η ίδια στον εαυτό μου, ένιωσα αμήχανα με τη σκέψη ότι εγώ είχα μπει σε όλη αυτή τη διαδικασία. Σε μία νοερή προσπάθεια να ενώσω τα κομμάτια από τις θολές εικόνες του μυαλού μου που έμοιαζαν με διασκορπισμένο παζλ, συνειδητοποίησα ότι εκείνη η μέρα είχε έρθει για να με κάνει να πάρω οριστικές αποφάσεις.

Έτρεξα μέχρι το σπίτι μου μιας και τα πόδια μου ποτέ μου δεν τα είχα δει σε χειρότερη κατάσταση από εκείνο το πρωινό. Κάτω από το χλιαρό νερό τα έτριβα επίμονα ενώ δεν παρέλειψα να τα αλείψω και με οινόπνευμα περιμένοντας ανυπόμονα να στεγνώσουν. Μα πως ήταν δυνατόν εγώ να έμεινα τόσο βρώμικη ένα ολόκληρο βράδυ; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου!

Αφέθηκα για λίγο στην εικόνα των δαχτύλων μου και τα κούνησα παιχνιδιάρικα τη στιγμή που είχα απλώσει τα πόδια μου επάνω στο κρεβάτι. Χάθηκε το βλέμμα μου πάνω τους και βυθιζόμουν όλο και περισσότερο – επηρεασμένη από την ροή της ημέρας – σε κάθε στιγμή που είχα περάσει μαζί του. ¨Πρέπει να τον ξεχάσεις!¨ Συλλογίστηκα και με μια κίνηση χτύπησα το χέρι μου επάνω στο στρώμα του κρεβατιού μου λες και επιθυμούσα να ξορκίσω με αυτή την απότομη κίνηση κάθε κρυφό μου φόβο. Άρχισα να λύνω αργά το λουρί από το ρολόι που φορούσα πάντα στο δεξί μου χέρι και έπειτα έριξα μία φευγαλέα ματιά επιβεβαιώνοντας ότι ήταν πολύ νωρίς το πρωί. ¨Η καινούργια μέρα που ξημερώνει θα μου φέρει και καινούριες σκέψεις… Τέρμα οι παλιές!¨ Βροντοφώναξα στον αέρα θέλοντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό θα έκανα αδιαπραγμάτευτα με τον συναισθηματικό μου κόσμο που έμοιαζε να μου πηγαίνει κόντρα από τότε που γνώρισα εκείνον. Όλα τα προγραμμάτιζα εγώ άλλωστε! Πως μπορούσα να το ξεχνάω αυτό; Τίποτα δεν έμοιαζε ακατόρθωτο και το γλυκό μου πείσμα πάντοτε που επιβεβαίωνε ότι στο τέλος πάλευα πολύ προκειμένου να περάσει τελικά το δικό μου και έτσι θα γινόταν και τώρα. Θα τον ξεχνούσα σε χρόνο μηδέν! Γιατί πάνω από όλα ήμουν μία sexy γυναίκα που δεν είχα ανάγκη κανέναν!

*

Το πρωί με βρήκε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Είχα φιλτράρει αρκετά τις σκέψεις μου πριν κοιμηθώ αυτές τις ελάχιστες ώρες και φυσικά είχα καταφέρει να αποπροσανατολιστώ εντελώς από οποιαδήποτε μαγική δύναμη με έφερνε αντιμέτωπη με τα πραγματικά μου θέλω. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάχτηκα επίμονα στον ολόσωμο καθρέφτη του δωματίου μου, τη στιγμή που είχα προσπεράσει την πόρτα του μπάνιου από την πρωινή μου ρουτίνα. Το σώμα μου έμοιαζε πιο αψεγάδιαστο από ποτέ και το θέαμα του να ξεπροβάλλει μέσα από την μεταξωτή μισάνοιχτη ρόμπα μου με έκανε να αγγίξω το βελούδινο δέρμα μου. Ήμουν αρκετά περήφανη για το αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς μου στο γυμναστήριο και τώρα η εμμονή μου με την υγιεινή διατροφή και την εντατική γυμναστική με δικαίωνε μπροστά σε αυτό το υπέροχο θέαμα. Είχε έρθει καιρός να αφήσω πίσω μου κάθε είδους ερωτικής παράκρουσης και να ξεθάψω από μέσα μου τον παλιό καλό εαυτό μου. Εκείνον, που σε κάθε μου πέρασμα ένιωθα τα σαγόνια των αντρών να φτάνουν μέχρι τα πατώματα και τα βλέμματα τους να παρακαλάνε για ένα μου νεύμα.

«Ψωνάρα!» Η φωνή της Αλέκας ακούστηκε εριστική όταν πλέον της εξομολογιόμουν τον τρόπο με τον οποίο με χάζευα όλο το πρωί. Σήκωσα νοερά το κεφάλι μου κοιτάζοντας την όλο υπεροψία.

«Ας είμαι ψωνάρα και ας έχω για πάντα αυτό το κορμί – Κόλαση!» Αποκρίθηκα όλο σιγουριά για την αυτοπεποίθηση που είχα αγκαλιάσει από την ώρα που ξύπνησα. Η Αλέκα τράβηξε λίγο το φουστάκι της αφήνοντας τα γυμνά πόδια της να φαίνονται ακόμα πιο προκλητικά. Τα ροζ γυαλιά της με τις χρυσές λεπτομέρειες που έμοιαζαν με αστεράκια με έκαναν να θέλω απεγνωσμένα να της ζητήσω να αλλάξει στυλ. Περισσότερο έμοιαζε με κορίτσι από το λύκειο παρά με γυναίκα που μόλις είχε αγγίξει τα τριάντα. Αναμασούσε προκλητικά την τσίχλα της και με κοίταζε περιμένοντας ανυπόμονα την συνέχεια της συζήτησης μας.

«Θα βγω! Και σήμερα θα κάνω για ακόμα μία φορά θραύση!» Φούσκωσα ελαφρά το πλούσιο στήθος μου και έπειτα έβαλα τα χέρια μου στη μέση μου κλειδώνοντας την και από τις δύο μεριές.

«Στο γνωστό μπαρ;» Ρώτησε και με τα δάχτυλα της έπιασε μερικές τούφες από τα μαλλιά της στριφογυρίζοντας τες. Για μια στιγμή πάγωσα στη σκέψη ότι εκεί μπορεί να συναντούσα τον Μάκη. Γύρισα και την κοίταξα κάπως σκεπτική και έπειτα ξεροκατάπια.

«Τι;» Η Αλέκα έδειχνε να μην καταλαβαίνει το παραμικρό και λογικό άλλωστε αφού δεν της είχα εξομολογηθεί τι είχε γίνει όλο αυτό το διάστημα.

«Όχι! Όχι! Αλλάζουμε πλεύση! Δεν έχω καμία όρεξη να ξανά πάω εκεί!» Αποκρίθηκα όλο σιγουριά. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους της και έπειτα έπιασε στα χέρια το κινητό της κάπως ανυπόμονα. Αρκετές φορές την είχα πιάσει με το βλέμμα μου όλη αυτή την ώρα να τσεκάρει το κινητό της.

«Για να δούμε ποιος θα είναι το θύμα σου τελικά σήμερα;»

«Γιατί τον αποκαλείς θύμα;»

«Μα γιατί είναι φυσικά!» Χαμήλωσα για λίγο προβληματισμένη το κεφάλι μου και έπειτα ανέκτησα κάπως γρήγορα και πάλι την αισιοδοξία μου.

«Το πιστεύεις αυτό;»

«Και βέβαια! Και δεν σου κρύβω ότι είναι φορές που σε ζηλεύω! Και τι κατάλαβα και εγώ μέσα σε αυτή τη σχέση που τελικά έχει χτυπήσει κόκκινο από τη βαρεμάρα που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον;»

Τα φρύδια μου έσμιξαν στο μέτωπο μου από την απορία που μου δημιούργησε η στάση αλλά κυρίως τα λόγια της Αλέκας. Έδειχνε αλλαγμένη.

«Μα εσύ παλιά έλεγες… Ότι σαν την σταθερή σχέση δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο!» Η Αλέκα ξεστράβωσε τα πόδια της. Ανέκφραστη με κοίταξε κατάματα.

«Ας μη γελιόμαστε! Έρχεται κάποια στιγμή που οι σχέσεις βαλτώνουν! Νομίζω ότι είμαι σε αυτό το στάδιο… Όλα έχουν τελειώσει οριστικά μεταξύ μας!» Αιφνιδιάστηκα. Πράγμα που δύσκολα κατάφερα να κρύψω. Την πλησίασα αργά και έπειτα λύγισα τα γόνατα μου μπροστά της φτάνοντας μέχρι το ύψος των ματιών της. Την κάρφωσα με το βλέμμα μου αλλά ένιωθα ότι δεν έπρεπε να της πω το παραμικρό. Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι της αργά. Προσπάθησε να κρύψει το βλέμμα της από το δικό μου. Χτύπησε το κινητό της σε μήνυμα και μόλις έριξα μία φευγαλέα ματιά επάνω του την ξανακοίταξα επίμονα.

«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» Είπε με τρεμάμενη φωνή σαν να ντρεπόταν.

«Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να μου πεις;» Ρώτησα ήρεμα και έπειτα η ματιά μου γαλήνεψε. Δάγκωσε τα χείλη της.

«Είχες δίκιο απλά… Όσο και να αγαπάμε τον άλλον, κάθε σχέση κάνει τον κύκλο της. Η μαγεία χάνεται… Το παιχνίδι εξατμίζεται… Οι ρόλοι μέσα στη σχέση αλλάζουν… Και κάποια στιγμή δεν υπάρχει τίποτα. Τόσο απλά…» Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα μου μένοντας σχεδόν άφωνη. Εκείνη συνέχισε με μία συνεχή ενοχή στον τόνο της φωνής της:

«Απλά… Είδα κατάματα την πραγματικότητα…»

«Δεν θέλω να σε επηρεάζω επειδή εγώ έχω επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής… Ίσως να μην είναι ο σωστός…» Απάντησα με αμφιβολία.

«Δεν με επηρεάζεις πουθενά Σόνια! Καμιά φορά η αλήθεια απλώνεται μπροστά μας αλλά δεν είμαστε σε θέση να την δεχτούμε… Οι μακροχρόνιες σχέσεις καταπίνουν τα πάντα…» Έμεινα προβληματισμένη να κοιτάζω στο κενό.

«Εσένα δεν σου έλειψε ποτέ μία τέτοια σχέση… Ούτε την επιδίωξες … Και πάντα παίρνεις ενέργεια από αυτό το ερωτικό παιχνίδι που σε γεμίζει τόση ενέργεια!» Η Αλέκα χαμογέλασε πλατιά και χωρίς να το θέλω κάποιες λέξεις από τα συμπεράσματα της Αντριάνας στριφογύρισαν πολύ γρήγορα μέσα μου. Σηκώθηκα αργά, βηματίζοντας όμως όλο σιγουριά προς το ξύλινο γραφείο μου. Ακούμπησα τον γοφό μου στην άκρη του και έπειτα γύρισα, αναζητώντας το βλέμμα της Αλέκας.

«Είναι βραδιά κυνηγιού σήμερα…» Χαμήλωσα την φωνή μου αφήνοντας τον αισθησιασμό της να αφήσει ένα σορό υπονοούμενα στην Αλέκα. Έσπευσε να συμπληρώσει τη συνέχεια. «Για εσένα! Εγώ μέχρι να χωρίσω έχω καιρό…» Ένευσα θετικά και έπειτα της διαβεβαίωσα το αυτονόητο: «Και βέβαια για εμένα… Ποτέ δεν θα σε πίεζα να με ακολουθήσεις σε όποια τρέλα μου!»

Η Αλέκα απλώθηκε ενοχοποιημένη στο μικρό καναπεδάκι όλο ικανοποίηση και το χαμόγελο της έφτασε μέχρι την άκρη των αυτιών της. Ήταν ολοφάνερο ότι κάτι της έδινε απεριόριστη χαρά αλλά δεν μπορούσα ακόμα να εντοπίσω τι ακριβώς ήταν. «Πάλι θα τους μαζεύω με το κουταλάκι για χάρη σου…» Ψέλλισε όσο εγώ προσπαθούσα να πάρω απαντήσεις από τη στάση της.

 

*

Στις δωδεκάμιση πέρασα με το αυτοκίνητο μου και την πήρα. Την είδα από την είσοδο της πολυκατοικίας της να προσπαθεί να ισορροπήσει στα πανύψηλα τακούνια της. Μόλις μπήκε μέσα στο αμάξι τράβηξε την πόρτα προς το μέρος της κάπως αλαφιασμένα.

«Λατρεύω τα χρυσά διαμαντάκια τους!» Βροντοφώναξε και έπειτα τσίριξε σαν να πανηγύριζε σε γήπεδο. Την κοίταξα σχεδόν άναυδη από την αντίδραση της. Με μία έκφραση ανακούφισης, πήρε μια μεγάλη ανάσα και με κοίταξε:

«Έπρεπε να το κάνω! Το να τσακώνομαι από το απόγευμα για το φαγητό που έκαψα πάει πολύ! Τώρα ζω για εμένα! Μόνο για εμένα!»

«Ok…» Αποκρίθηκα σύντομα και έβαλα μπρος πατώντας το γκάζι.

Σε όλη τη διαδρομή η Αλέκα μου είπε λεπτομερώς για εκείνον τον επεισοδιακό καυγά. Αραιά και που κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου παρά το ότι εγώ το μόνο που σκεφτόμουν είναι ότι επιτέλους θα έβαζα σε εφαρμογή το σχέδιο μου να απαλλαγώ από οποιοδήποτε συναισθηματικό πισωγύρισμα. Το να αποφεύγω να πηγαίνω σε μέρη που είχαμε συναντηθεί με τον Μάκη ήταν μία πολύ καλή αρχή. Έτσι από εδώ και πέρα θα ξετρύπωνα κάθε ερημικό μπαράκι που μπορούσα να επισκεφτώ με την Αλέκα. Ήδη είχα κάνει μία γρήγορη ανασκόπηση στο ίντερνετ και από την μικρή μου έρευνα είχα καταλήξει σε μερικά.

«Αλλάζουμε στέκια;» Ρώτησε η Αλέκα όταν έκλεισε δυνατά την πόρτα του αυτοκινήτου και άρχισε να λικνίζει το κορμί της πάνω στα ψηλοτάκουνα. Ξαφνικά μου φάνηκε ότι αυτό το κορίτσι είχε γεμίσει αυτοπεποίθηση. Ο τρόπος που τίναξε τα μαλλιά της. Το ύφος του προσώπου της αλλά και το περπάτημα της έδειχναν πιο σίγουρα από ποτέ.

«Καιρός ήταν…» Μουρμούρισα διατηρώντας την σκέψη μου, ασχέτως αν εκείνη κούμπωσε την ερώτηση της με την απάντηση μου. Φτάνοντας στην είσοδο η μουσική της έφτιαξε αμέσως την διάθεση, πράγμα που την έκανε να μπει χορεύοντας προς τα μέσα ακολουθώντας με.

Προς μεγάλη μας έκπληξη, το μπαρ ασφυκτιούσε από κόσμο και η Αλέκα άφησε ένα βλέμμα ενθουσιασμού επάνω μου, το οποίο της ανταπέδωσα. Όταν τακτοποιηθήκαμε στην άκρη του μπαρ, τα μάτια μου έμοιαζαν με δορυφόρους που αναζητούσαν το επόμενο ερωτικό ενδιαφέρον μου. Και μέσα στο πλήθος από ένα σορό πρόσωπα που το ένα εναλλασσόταν με το άλλο στην μικρή αναζήτηση μου, παρατήρησα με την άκρη του ματιού μου έναν ψηλό, μελαχρινό και άκρως γοητευτικό άντρα να με καρφώνει επίμονα. Το βλέμμα του χαμήλωσε προκλητικά προς το στήθος μου και εγώ τον ακολούθησα με το δικό μου, αφήνοντας ένα αχνό χαμόγελο.

«Νομίζω ότι βρήκα με ποιον θα φύγω σήμερα…» Μουρμούρισα όσο η Αλέκα προσπαθούσε να πάρει το ποτό στο χέρι της από την μπάρα. Κούνησε μηχανικά το καλαμάκι της ανακατεύοντας το και έπειτα κοίταξε ολόγυρα αναζητώντας τα ερωτικά μου vibes.

«Είναι ένας μελαχρινός Θεός!»

Πολύ σύντομα χαθήκαμε μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς. Όσο εγώ κουνιόμουν τινάζοντας τα μαλλιά μου αργά, τόσο εκείνος εστίαζε πάνω μου σαν να με έτρωγε με τα μάτια του. Αρκετή ώρα μετά, μας πλησίασε απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος μου.

«Αντρέας…»

Το χαμόγελο μου του έδωσε όλες τις απαντήσεις που φώναζαν πόσο τον ήθελα. Εκείνος ανταπέδωσε.

«Σόνια… Και από εδώ η φίλη μου…» Με διέκοψε πλησιάζοντας αργά το αυτί μου. «Δεν με ενδιαφέρει η φίλη σου… Το μόνο που θέλω είναι να σε σκίσω…» Έγειρε αργά προς τη θέση του και πάλι, αφήνοντας με άφωνη από την ειλικρίνεια του. Τόσο άμεσος στα θέλω του που η αλήθεια είναι δεν μου είχε ξανά συμβεί μέχρι τότε. Τα βλέφαρα μου πετάρισαν από το ξάφνιασμα μέχρι που η Αλέκα μου τράβηξε το χέρι απαλά αποσυντονίζοντας με:

«Σόνια! Ο Μιχάλης!»

Ένιωσα ότι έπρεπε να καταπιώ τη γλώσσα μου! Κοίταξα αμήχανα τον Αντρέα. Εκείνος συνέχιζε να πίνει το ποτό του και να με κοιτάζει προκλητικά. Ο Μιχάλης μας πλησίασε.

«Χαθήκαμε!» Φώναξε με ένα χαζοχαρούμενο ύφος και η Αλέκα ανταπέδωσε θέλοντας να δικαιολογηθεί. Καμία συνοχή όμως στις αντιδράσεις μας μεταξύ μας. Εκείνη έπιασε σχεδόν αμέσως ψιλή κουβέντα μαζί του και εγώ κάθε φορά που το βλέμμα μου έπεφτε επάνω στον Αντρέα τον έγδυνα με τα μάτια μου.

«Πάμε;»

Με ρώτησε ο Αντρέας και χωρίς να το θέλω έκανα ένα βήμα πίσω. Τόσο επιθετικό ερωτικό κάλεσμα δεν είχα συναντήσει ποτέ μου. Κοίταξα την Αλέκα και έπειτα τον Μιχάλη. Τράβηξα την Αλέκα από το μπράτσο προς το μέρος μου.

«Σε πειράζει να μείνεις με τον Μιχάλη; Έτσι και αλλιώς και αυτός δεν έχει παρέα…»

«Όχι!» Απάντησε αμέσως εκείνη και σχεδόν αμέσως δάγκωσε τα χείλη της.

«Σήμερα επιστρέφω στην παλιά Σόνια!» Της είπα και έπειτα εκείνη έδειχνε να μην με καταλαβαίνει. Αφού πλήρωσα τα ποτά όλων μας γύρισα και την κοίταξα με μάτια υγρά όσο ο Αντρέας αποχαιρετούσε την παρέα του.

«Δεν σε καταλαβαίνω… Πάντα αυτό έκανες! Τι εννοείς επιστρέφεις στην παλιά Σόνια;»

Το βλέμμα μου κατηφόρισε για λίγο αγγίζοντας τα ψηλοτάκουνα της.

«Σωστά τα λες… Πάντα αυτό έκανα! Θα τα πούμε αύριο και σε ευχαριστώ!» Την φίλησα στο μάγουλο και η Αλέκα με κοίταξε προβληματισμένη. Ακολούθησα τον Αντρέα προς την έξοδο του μπαρ αφήνοντας τον Μιχάλη και την Αλέκα πίσω μου.

 

*

Ο Αντρέας κλείδωσε σχεδόν αμέσως την παλάμη του μέσα στη δική μου. Άρχισε να με φιλάει πολύ έντονα και εγώ έμοιαζα να βυθίζομαι όλο και περισσότερο μέσα στα σατέν σεντόνια μου, κάνοντας το σώμα μου να γλιστράει όσο γδυνόμουν. Πράγμα που τον ξετρέλαινε και τον έκανε να πέσει πάνω μου σαν πεινασμένο ζώο.

«Πόσο σε θέλω! Είσαι θεά!» Ψιθύρισε στην άκρη του αυτιού μου όταν μούσκεψε το λοβό μου σφραγίζοντας τον μέσα στα χείλη του. Οι απότομες κινήσεις του όμως καθώς με τράβαγε προς το μέρος του με έκαναν να αναζητήσω κάτι πιο τρυφερό μέσα μου. Παραδόθηκα όμως στα χέρια του γιατί το βλέμμα του δεν μου άφηνε περιθώρια επιλογής. Τα χέρια του άρχισαν να ψηλαφίζουν το στήθος μου όταν με μία κίνηση έβγαλε το στράπλες σουτιέν μου εκτοξεύοντας το στο πουθενά. Ένιωσα από την πρώτη στιγμή το πόσο με ήθελε.

Όλα έγιναν βιαστικά, απότομα και βίαια. Από εκείνη την ερωτική έκρηξη που θες να ζεις ξανά και ξανά. Την ώρα που τύλιξα το σεντόνι γύρω μου όμως παρατηρώντας το δωμάτιο τριγύρω μου ένιωσα τόσο μόνη ξαφνικά. Εκείνος χαλάρωνε απολαμβάνοντας το τσιγάρο του δίπλα μου. Έριξα μερικές ματιές στο ρολόι μου.

«Τι σώμα έχεις Θεέ μου!» Αναφώνησε και με κοίταξε μέσα από την ομίχλη του καπνού του που χανόταν σταδιακά από μπροστά του. Παρέμεινα σιωπηλή να καταπιάνομαι από την διακόσμηση του δωματίου μου. Ένιωσα τόσο κενή μέσα μου εκείνη τη στιγμή.

«Παντρεμένη;» Με ρώτησε εκείνος και μου έκλεισε το μάτι. Κάγχασα και μόνο στη σκέψη. «Όχι, βέβαια! Μα πως σκέφτηκες κάτι τέτοιο;» Γύρισε στο πλάι αφήνοντας πρώτα το τσιγάρο του. Βούλιαξε μέσα στο πουπουλένιο μαξιλάρι μου και έπειτα με τον τρόπο που με κοίταξε, άφησε μερικές ρυτίδες να ξεπροβάλλουν από το μέτωπο του.

«Την αλήθεια;» Με ρώτησε και εγώ σταμάτησα να χαμογελάω.

«Έμοιαζες σαν να έχεις ενοχές για κάτι… Αυτό ένιωσα… Μπορεί να κάνω και λάθος!»

Αστραπιαία σκέφτηκα ότι αυτό ήταν προσβολή για εμένα. Ανασηκώθηκα αιφνιδιάζοντας τον. Τον κλείδωσα ανάμεσα από τα πόδια μου ενώ βρισκόμουν επάνω του αρχίζοντας να χαϊδεύω το πλούσιο στήθος μου. Τον προκαλούσα με κάθε μου κίνηση.

«Μία καλή αφορμή να σου αποδείξω ότι δεν έχω καμία ενοχή… Και από εδώ θα φύγεις μόνο όταν θα είσαι σε θέση να μην με ξεχάσεις ποτέ!»

Με έπιασε με τις παλάμες του από τη μέση και με έγειρε προς το μέρος του. Τα βλέμματα μας ήταν σε απόσταση αναπνοής.

«Αυτό περιμένω… Δεν συμβιβάζομαι με τίποτα λιγότερο!»

Τα σώματα μας μπερδεύτηκαν ξανά και εγώ ένιωθα την ανάσα του να σκεπάζει από ηδονή τη δική μου μέχρι που η τελευταία μακρόσυρτη ανάσα μας έμοιαζε να βαδίζει παράλληλα με την ολοκλήρωση αυτής της ερωτικής βραδιάς.

Το νερό από την ντουζιέρα έτρεχε όσο εγώ κοίταζα πλέον ανυπόμονα το ρολόι μου.

«Θα μπορούσα να μείνω εδώ αν το θέλεις…» Τον άκουσα να λέει από το βάθος όσο εγώ στο κινητό μου τσέκαρα το αυριανό μου πρόγραμμα.

«Θα το ήθελα πολύ αλλά δεν γίνεται… Έχω να ξυπνήσω πολύ πρωί!» Τον κοίταξα να κυκλοφορεί γυμνός μπροστά μου όσο ντυνόταν. «Άσε που θα έρθει και η μητέρα μου πρωί πρωί!» Συνέχισα να του λέω όσο αναρωτιόμουν πόσες άλλες δικαιολογίες θα ξετρύπωνα από το μυαλό μου όση ώρα χάζευα το θεσπέσιο κορμί του.

«Ίσως κάποια άλλη φορά αν το θέλεις φυσικά…» Γύρισε και με κοίταξε, ενώ συνέχιζε να βάζει τα παπούτσια του. «Φυσικά… Οπωσδήποτε…» Έσπευσα να του δώσω την απάντηση που περίμενε να ακούσει. Έκοψα ένα χαρτάκι από την ατζέντα μου και το ακούμπησα στην παλάμη του με ένα στυλό. «Γράψε μου εδώ τον αριθμό σου και με την πρώτη ευκαιρία θα σε καλέσω…» Τρίφτηκα ναζιάρικα επάνω του ενώ εκείνος σημείωνε τον αριθμό του τηλεφώνου του.

«Γυναικάρα ατελείωτη…» Ήταν η τελευταία του φράση όταν η πόρτα έκλεισε και εγώ έμεινα από πίσω της κρατώντας την για μερικά δευτερόλεπτα, σβήνοντας αυτόματα το χαμόγελο από τα χείλη μου. Βημάτισα πολύ αργά προς τον επάνω όροφο όπου ήταν το δωμάτιο μου. Τράβηξα τα σατέν σεντόνια με δύναμη και άρχισα να στρώνω καθαρά. Μάζεψα το τασάκι και η μυρωδιά του τσιγάρου μου προκάλεσε έναν στιγμιαίο εμετό. Άνοιξα για λίγο το παράθυρο αφήνοντας την ματιά μου να χαθεί στις τρεις γάτες μου που ήταν το πιο όμορφο θέαμα που είχα από αυτή την απόσταση. Έπαιζαν μεταξύ τους και για εκείνες ήταν λες και είχε χαθεί η αίσθηση του χρόνου. Δεν υπολόγιζαν ότι ήταν πολύ αργά πλέον. Τόσο που λίγο ήθελε να ξημερώσει. Χωρίς λόγο αναστέναξα και έφερα στα χέρια μου και πάλι το χαρτάκι που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο μου.

«Αντρέας…» Ψέλλισα και μόλις άνοιξα το συρτάρι μου το πέταξα μέσα έτσι ώστε να μπερδευτεί με τα υπόλοιπα. Μόνο ένα όνομα δεν είχα εκεί μέσα. Εκείνο που επιθυμούσα όσο κανένα άλλο τελικά γιατί ακόμα και εκείνη τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να κλείσω τα μάτια μου, πέρασε σαν σκέψη από μπροστά μου θέλοντας να μου υπενθυμίσει ότι τα απωθημένα καλά κρατούν.

Voula Gkemisi
Η κα Γκεμίση Βούλα κατάγεται από την Καλαμπάκα Τρικάλων. Μεγάλωσε και ζει μόνιμα στη Σητεία Κρήτης. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά την ενασχόληση της με τη συγγραφή μέσα από διαφορετικές κατηγορίες ιστοριών. Οι ιστορίες της αγαπήθηκαν πολύ γρήγορα από το κοινό και το πρώτο έντυπο βιβλίο της έρχεται με τίτλο «Λίγο Σεξ Ακόμη, Παρακαλώ!». Ακολουθεί το δεύτερο σε σειρά έντυπο βιβλίο της με τίτλο «Το Μυστικό Ενός Αγγέλου», μία σειρά από e-books, καθώς και δωρεάν διαθέσιμα μυθιστορήματα, διηγήματα & Short Stories.